Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

ΚΡΙΜΑΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ

.
Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (Οκτώβριος 1853 - Φεβρουάριος 1856) υπήρξε η ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας από τη μία πλευρά και των συμμαχικών δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της Αυτοκρατορίας της Γαλλίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Σαρδηνίας από την άλλη πλευρά. Η σύρραξη, στην οποία έλαβαν μέρος οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις της εποχής, υπήρξε το αποτέλεσμα ενός μακρόχρονου ανταγωνισμού συμφερόντων ανάμεσα στις κύριες ευρωπαϊκές δυνάμεις, για επιρροή και εκμετάλλευση των ανατολικών εδαφών της παραπαίουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι περισσότερες μάχες έλαβαν χώρα στη χερσόνησο της Κριμαίας, όμως πραγματοποιήθηκαν και μικρότερης έντασης εκστρατείες στη δυτική Ανατολία, τονΚαύκασο, τη Βαλτική Θάλασσα, τη Λευκή Θάλασσα και τον Ειρηνικό Ωκεανό.


Ο πόλεμος έμεινε γνωστός στη ρωσική ιστοριογραφία ως Ανατολικός Πόλεμος (ρωσικά: Восточная война, βαστότσναγια βαϊνά), ενώ στη Βρετανία τον καιρό εκείνο αναφερόταν ως Ρωσικός Πόλεμος.
Έχει μείνει στην ιστορία ως πόλεμος σφαλμάτων εφοδιαστικής και στρατηγικής φύσεως καθώς και για το περίφημα ποίημα Η επέλαση της Ελαφράς Ταξιαρχίας του Τένισον. Από άποψη τεχνολογίας ήταν ο πρώτος που εισήγαγε μεγάλο αριθμό τεχνολογικών καινοτομιών. Χαρακτηριστικώς, ήταν η πρώτη σύρραξη που οι αντιμαχόμενοι έκαναν εκτεταμένη χρήση σε τακτικό επίπεδο του σιδηροδρόμου και τουτηλέγραφου. Είναι επίσης διάσημος από την εργασία των Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ και Μέρι Σίκολ, οι οποίες εφήρμοσαν νεωτερικές νοσηλευτικές πρακτικές που έσωσαν πολλούς βρετανούς τραυματίες. Τέλος, ήταν η πρώτη φορά που ένας πόλεμος καταγράφηκε λεπτομερώς από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής.


               GREEK REBELLIONS
When the Crimean War broke out, many Greeks felt that it was an opportunity to regain Ottoman-occupied Greek territory to add to the recently liberated territory of the independent Kingdom of Greece. The Greek War of Independence (1821–1829) was still fresh in people's minds, as well as the Russian intervention that had helped secure Greek independence. Just before the Greek War of Independence a leader of Filiki Eteria,Alexander Ypsilantis, and his brother Demetrios Ypsilantis had led Russian troops into Moldavia and Wallachia and coordinated the preparations for uprisings throughout Ottoman-occupied Greece which they later led. Moreover, Greeks had always considered Orthodox Christian Russia as an ally and viewed the Crimean War as a grave injustice against Russia and any support of the Ottoman Empire a grave threat to Greece's recent independence.[citation needed]
Although the official Greek state, under severe diplomatic and military pressure from the British and French (allies of the Ottomans), which included a naval blockade and the occupation of the country's main port ofPiraeus, refrained from actively entering the conflict, a number of uprisings broke out in Albania in January 1854[41] and soon spread to EpirusThessaly, and Macedonia.[42] A revolt also broke out in Crete, with support from individuals and groups within independent Greece and Constantinople. However, all Greek revolts in the Turkish provinces were soon suppressed. A small Greek volunteer force under Colonel Panos Koronaios went to Russia and fought during the Siege of Sevastopol. However, more Greek nationals fought in the Crimean War with the "Greek Battalion of Balaklava" which had been in the ranks of the Russian army since the first Russo-Turkish war (1768–1774).
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΓΕΩΝΑ
Η Ελληνική Λεγεώνα του Αυτοκράτορα Νικόλαου Α' (1854-Ιούνιος 1856) – ήταν σώμα Ελλήνων εθελοντών στον ρωσικό στρατό, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου και πήρε μέρος στις μάχες στο Δούναβη και την Κριμαία.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΓΕΩΝΑΣ
Σύμφωνα με τον Έλληνα ιστορικό Π.Καρολίδη η Ρωσία ξεκίνησε τον πόλεμο της Κριμαίας « χωρίς ούτε ένα σύμμαχο, εκτός από την μικρή Ελλάδα, όχι το Ελληνικό βασίλειο, αλλά τους Έλλήνες ανά τον κόσμο και ειδικά στο Ελληνικό Βασίλειο» [1] [2] Η συμμετοχή των ευρωπαϊκών δυνάμεων στον πόλεμο στο πλευρό των Τούρκων, προσέδωσε, για τους Έλληνες, στον πόλεμο αυτό τον χαρακτήρα του πολέμου της Ορθοδοξίας. Στις 6 Δεκεμβρίου, ανήμερα του Αγίου Νικολάου, τα πορτρέτα του αυτοκράτορα της Ρωσίας, στολισμένα με δάφνες, ήταν παντού στην Αθήνα, το όνομα του αυτοκράτορα είχε αναφερθεί σε όλες τις εκκλησίες. Όταν ήρθε η είδηση της ήττας του τουρκικού στόλου στην Σινώπη, ο ελληνικός πληθυσμός αντάλλασε την Πρωτοχρονιά την ευχή «Και του χρόνου στην Κωνσταντινούπολη» [3]. Ο Έλληνας ευεργέτης Γρηγόριος Μαρασλής που έζησε στην Οδησσό, παρέδωσε στον Νικόλαο Ά 550 χιλιάδες ρούβλια για την αποκατάσταση του ναού της Αγίας Σοφίας, όταν ο ρωσικός στρατός θα καταλάμβανε την Κωνσταντινούπολη[4] Μετά το τέλος του ακήρυχτου πόλεμου, στις υπό οθωμανικό έλεγχο επαρχίες ΉπειροςΘεσσαλία και Μακεδονία πολλόι Έλληνες εθελοντές αποτέλεσαν την Ελληνική Λεγεώνα του Ρωσικού στρατού στο έδαφος της Ρωσίας.
Η πρωτοβουλία της δημιουργίας της Λεγεώνας ήταν του έλληνα αξιωματικού Α.Χρυσοβέργη (Αριστείδης Χρυσοβέργης). Στις αρχές του 1854 στο Βουκουρέστι , ο Χρυσοβέργης συναντήθηκε με τον διοικητή του ρωσικού Στρατού στον Δούναβη στρατηγό Μ.Γκορτσακόβ με πρόταση την δημιουργία μιας ξεχωριστής μονάδας Ελλήνων εθελοντών. Με διάταγμα του Γκορτσάκοβ, Ο Χρυσοβέργης στάλθηκε στην μονάδα του στρατηγού Ουσακόβ στις εκβολές του Δούναβη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Έλληνες εθελοντές δεν ήταν ντυμένοι με ρωσικές στρατιωτικές στολές, αλλά φορούσαν φουσταννέλα, όπως στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 [5].
 Οι Έλληνες εθελοντές έλαβαν μέρος στις μάχες του Μαρτίου του 1854, περνώντας στην δεξιά όχθη του Δούναβη, και το Μάιο του ίδιου έτους στη μάχη εναντίον των Τούρκων στο νησί Ραντομάν.Το καλοκαίρι του 1854, στον βραχίονα Σωλήν, ο Χρυσοβέργης με τον βαθμό του λοχαγού, και επικεφαλής 25 Ελλήνων εθελοντών έδωσε μάχη ενάντια σε βρετανικό άγημα 700 στρατιωτών. Κατά τη διάρκεια αυτής της μάχης οι Βρετανοί έχασαν έξι αξιωματικούς και 72 στρατιώτες , συμπεριλαμβανομένου του αριστοκράτη Ρίτσαρντ Πάρκερ Χάιντ IV. Αυτός ήταν ολόγος που για την μάχη αυτή έγινε συζήτηση στο Βρετανικό Κοινοβούλιο[6]. Στις αρχές του 1855 η Λεγεώνα, η οποία αριθμούσε περίπου 800 εθελοντές, μεταφέρθηκε στην Κριμαία. Με το λάβαρο της Λεγεώνας όπου ήταν γραμμένο στα ελληνικά "Για την Ορθοδοξία". Έλαβε μέρος στην επίθεση της Ευπατόριας στις 5 Φλεβάρη του 1855, όπου έχασε μερικές δεκάδες άτομα σκοτωμένους και 30 τραυματίες, συμπεριλαμβανομένων των αξιωματικών Χρυσοβέργη και Σταμάτη. Ο τελευταίος αργότερα πέθανε από τις πληγές του. Μετά την Ευπατόρια η Ελληνική Λεγεώνα συμμετείχε στην άμυνα της Σεβαστούπολης, ως μέρος της φρουράς από τις 1 Μαρτιο μέχρι τις 27 Αυγούστου 1855 και στην Μάχη του Μαύρου ποταμού στις 16 Αυγούστου. Στο τέλος του πολέμου σε 735 λεγεωνάριους απονεμήθηκαν τα μετάλλια «Για την άμυνα της Σεβαστούπολης." Περισσότεροι από 500 Έλληνες εθελοντές έχουν πέσει στο πεδίο της μάχης και πέθαναν από ασθένειες.

Τον Ιούνιο του 1856 η Λεγεώνα διαλύθηκε. Μερικοί από τους εθελοντές αρνήθηκαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους για τον φόβο των διώξεων από τις τουρκικές αρχές, καθώς πολλοί ήταν Τούρκοι υπήκοοι. 201 εθελοντές έχουν εγκατασταθεί στη Μαριούπολη, όπου τον 18ο αιώνα, είχε εγκατασταθεί ο γηγενής ελληνικός πληθυσμός της Κριμαίας. Οι Λεγεωνάριοι ονόμασαν το χωριό τους Νόβο-Νικολάγιεβκα προς τιμήν της Λεγεώνας του αυτοκράτορα Νικόλάου. Αργότερα, στην καθομιλουμένη της Μαριούπολης έλαβε το όνομα Βολοντιόροβκα – το χωριό των εθελοντών. [7] Το 1864, ο συνταξιούχος πια συνταγματάρχης Χρυσοβέργης έγραψε ένα υπόμνημα προς τις ρωσικές αρχές για να στήσει μνημείο για τους Έλληνες, που έπεσαν στον πόλεμο της Κριμαίας. Το σχέδιο του αυτό δεν υλοποιήθηκε [8] Σήμερα, στην Σεβαστούπολη υπάρχει μια αναμνηστική πλάκα προς τιμήν της ελληνικής Λεγεώνας [9]

ΠΑΝΟΣ ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ

Γεννήθηκε στα Κύθηρα το 1809 περίπου. Ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και διευθύνοντας το πυροβολικό τμήμα στο Υπουργείο των Στρατιωτικών μπήκε στην πολιτική. Το 1854 έλαβε μέρος στον πόλεμο της Κριμαίας επικεφαλής ελλήνων εθελοντών με την Ελληνική Λεγεώνα. Μετά από πολλές περιπέτειες εκλέχτηκε από την Εθνική Συνέλευση το 1863 Υπουργός Στρατιωτικών στην Κυβέρνηση Ρούφου. Δεν πρόλαβε να υπηρετήσει, διότι με την έκρηξη του εμφύλιου το 1863 άλλαξε όλη η κυβέρνηση. Διορίστηκε ξανά Υπουργός Στρατιωτικών στην βραχύβιαΚυβέρνηση του Κανάρη το 1864.Επικεφαλής και πάλι εθελοντών έλαβε μέρος στην επανάσταση της Κρήτης του 1866

Απεβίωσε στις 17 Ιανουαρίου 1899.

ΥΓ. Λόγω έλλειψης προσωπικού χρόνου, το παρόν άρθρο είναι απλώς αναδημοσίευση άρθρων από τη wikipedia. 

http://en.wikipedia.org/wiki/Crimean_War#Greek_rebellions

http://en.wikipedia.org/wiki/File:Greek_volunteers_in_Sevastopol_1854.jpg

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%9A%CE%BF%CF%81%CF%89%CE%BD%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CF%82

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%9B%CE%B5%CE%B3%CE%B5%CF%8E%CE%BD%CE%B1

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Μέγας Αλέξανδρος………..η πολιορκία της Γάζας (Οκτώβριος 332 π.Χ)


O Αλέξανδρος συνέχισε την πορεία του προς την Αίγυπτο τον Μεταγειτνιώνα (ο δεύτερος μήνας στο αττικό ημερολόγιο, ο οποίος ήταν αφιερωμένος στο Μεταγείτνιο Απόλλωνα και αντιστοιχούσε στο χρονικό διάστημα 24 Ιουλίου έως 22 Αυγούστου) αμέσως μόλις αποκατέστησε τη λειτουργία της Τύρου. Όλες οι χώρες των μεσογειακών παραλίων της σημερινής Μέσης Ανατολής εκτός από τη Γάζα, ήταν στα χέρια του. Η Γάζα ήταν η τελευταία πόλη πριν από την έρημο και απείχε από τη θάλασσα 20 στάδια (περίπου 3,7 χμ), περιβαλλόταν από παραθαλάσσιο έλος, ήταν μεγάλη, προσβάσιμη μόνο μέσω αμμώδους εδάφους, χτισμένη σε ψηλή πρόσχωση και την προστάτευαν ισχυρά τείχη. Ο διοικητής της, ο ευνούχος Βάτης, θεωρώντας ότι η πόλη του ήταν απόρθητη, είχε κάνει από νωρίς προμήθειες για μακροχρόνια πολιορκία, προσέλαβε Άραβες μισθοφόρους και αρνήθηκε να παραδοθεί.
Η πρόσχωση ήταν τόσο ψηλή, που οι μηχανοποιοί βεβαίωναν τον Αλέξανδρο ότι ήταν αδύνατη η προσβολή των τειχών. Ως την ώρα εκείνη η στρατιά του Αλεξάνδρου προέλαυνε αήττητη, είχε νικήσει τους αντιπάλους από μειονεκτική θέση και είχε αλώσει όλες τις πόλεις, που πολιόρκησε. Η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα της στρατιάς και οι ικανότητες του Αλεξάνδρου τρομοκρατούσαν τους εχθρούς και πειθαρχούσαν τους φίλους. Οι πειθαναγκασμένοι σε ηρεμία Έλληνες και κυρίως οι εξεγερμένοι Σπαρτιάτες δεν έπρεπε να δουν κανένα σημείο αδυναμίας του Αλέξανδρου, ούτε να βρουν συμμάχους και προγεφυρώματα στα πλευρά της στρατιάς του. Ο Αλέξανδρος γνώριζε ότι αν δεν καθυπέτασσε όλα τα παράλια της Ανατολικής Μεσογείου, δεν μπορούσε να προχωρήσει στο εσωτερικό της Ασίας. Το γεγονός ότι η Γάζα ήταν θεωρητικά απόρθητη, θα ενίσχυε τον αντίκτυπο της άλωσής της σε εχθρούς και συμμάχους. Έπρεπε λοιπόν να κυριευθεί! Στο μεταξύ οι Σύνεδροι των Ελλήνων στην Κόρινθο είχαν ψηφίσει να σταλεί 15μελής αντιπροσωπεία, για να μεταφέρει στον Αλέξανδρο χρυσό στεφάνι ως αριστείο από την Ελλάδα και να τον συγχαρεί για τη νίκη στην Ισσό. Η αντιπροσωπεία αυτή τον συνάντησε κατά την πολιορκία της Γάζας.
Οι μηχανικοί επέλεξαν το νότιο τμήμα του τείχους, που φαινόταν πιο ευάλωτο, και κατασκεύασαν ένα ανάχωμα πλάτους 2 σταδίων (περίπου 370 μ) και ύψους 250 ποδών (περίπου 75 μ), ώστε οι μηχανές να ανέβουν σ’ αυτό και να μπορούν να προσβάλουν τα τείχη. Επειδή είχε προηγηθεί κάποιο θεϊκό σημάδι και ο μάντης Αρίστανδρος του είπε ότι θα κινδύνευε η ζωή του, ο Αλέξανδρος κρατήθηκε μακριά από τις βολές των υπερασπιστών. Όταν όμως οι Άραβες έκαναν έξοδο, πυρπόλησαν τις μηχανές και απώθησαν τους Μακεδόνες, έτρεξε με τους υπασπιστές και απέτρεψε την καταισχύνη μίας φυγής. Στη φάση αυτή τραυματίσθηκε σοβαρά από βέλος καταπέλτη, που διαπέρασε την ασπίδα και το θώρακά του.
                                  Χάρτης πολιορκίας της Γάζας
Στο μεταξύ έφτασαν στη Γάζα δια θαλάσσης οι μηχανές, που είχαν εκπορθήσει την Τύρο. Τις ανέβασαν στο ανάχωμα και άρχισαν να κατεδαφίζουν τα τείχη. Παράλληλα με τη δράση των μηχανών, υπέσκαπταν με υπονόμους τα θεμέλια του τείχους, το οποίο γκρεμιζόταν. Οι κινήσεις του μηχανικού καλύπτονταν από καταιγισμό βελών, που προξενούσε απώλειες στους Γαζαίους, οι οποίοι ωστόσο άντεξαν σε τρία επιθετικά κύματα. Λόγω των μεγάλων απωλειών τους και των εκτεταμένων ζημιών στα τείχη, το τέταρτο επιθετικό κύμα τους κατέβαλε εύκολα. Οι Μακεδόνες είχαν πολύ υψηλό φρόνημα, κόμπαζαν για τα κατορθώματά τους και έριζαν ποιος θα ανεβεί πρώτος στις κλίμακες. Τελικά πρώτος πάτησε στα τείχη της Γάζας ο εταίρος Νεοπτόλεμος από το γένος των Αιακιδών. Πέρασαν με μεγάλη ευκολία τα τείχη και άνοιγαν διαδοχικά τις πύλες, απ’ όπου όλο και περισσότεροι πολιορκητές εισέβαλλαν στην πόλη. Οι υπερασπιστές της όμως δεν εγκατέλειψαν τον αγώνα. Παρέμειναν όλοι συγκεντρωμένοι, πολέμησαν ηρωικά χωρίς να χαλάσουν τις γραμμές τους και έπεσαν μέχρις ενός, ανεβάζοντας τους πεσόντες σε 10.000. Στη συνέχεια ο Αλέξανδρος εξανδραπόδισε τα γυναικόπαιδα, μετέφερε τους γειτονικούς πληθυσμούς, για να την κατοικήσουν, και τη χρησιμοποίησε ως φρούριο. Η πολιορκία της Γάζας διήρκεσε δύο μήνες, τον Μεταγειτνιώνα (15 Αυγούστου – 16 Σεπτεμβρίου) και τον Βοηδρομιώνα  (15 Σεπτεμβρίου – 16 Οκτωβρίου) του 332 π.Χ.
Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι για τη διέλευση του Αλεξάνδρου μέσα από το σημερινό κράτος του Ισραήλ ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι ιστορικοί αναφέρουν κάτι ιδιαίτερο. Μόνο ο Κούρτιος λέει επιγραμματικά ότι οι Σαμαρείτες εξεγέρθηκαν και έκαψαν ζωντανό τον σατράπη της Κοίλης Συρίας, Ανδρόμαχο, τον οποίο ο Αλέξανδρος αντικατέστησε με τον Μένωνα τον Κερδίμμα, όταν επέστρεψε ένα χρόνο αργότερα από την Αίγυπτο. Δεν υπάρχει κανένα άλλο στοιχείο για το τι συνέβη στο Ισραήλ, ένδειξη ότι όλα κύλησαν ομαλά για τον Αλέξανδρο κι ενώ οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι δεν βρήκαν καμία αφορμή, για να διογκώσουν ή να εφεύρουν εξ αρχής κάποιο περιστατικό, το έκανε ο Ιώσηπος, ένας εξελληνισμένος Εβραίος.
Λέει λοιπόν ο ιουδαϊκής καταγωγής Ιώσηπος ότι όσο ο Αλέξανδρος πολιορκούσε την Τύρο, έστειλε επιστολή στον αρχιερέα της Ιερουσαλήμ και ζητούσε την υποταγή του, πάνω απ’ όλα όμως του ζητούσε ενισχύσεις και εφόδια για τη στρατιά. Ο αρχιερέας απήντησε ότι δεν είχε πρόθεση να αποστατήσει απ΄ το Δαρείο και απέρριψε τα αιτήματα. Όμως ο διοικητής της Σαμάρειας, που ήταν και σαμαρειτικής καταγωγής, στα πλαίσια των εβραϊκών θρησκευτικο-πολιτικών αντιπαλοτήτων τα αποδέχθηκε χωρίς να του έχουν ζητηθεί. Μετά την άλωση της Γάζας ο Αλέξανδρος προέλασε βόρεια προς την Ιερουσαλήμ και ο ανυπότακτος αρχιερέας έσπευσε επικεφαλής όλου του πληθυσμού της πόλης να τον προϋπαντήσει με μία θρησκευτική υποδοχή πρωτοφανή για αλλοεθνή ηγέτη. Φορούσαν όλοι τις επίσημες ενδυμασίες και στην κίδαρι του αρχιερέα ήταν στερεωμένο το χρυσό έλασμα με το όνομα του θεού του (Γιαχβέ).
Κανονικά ο Αλέξανδρος θα έπρεπε να τιμωρήσει τους ανυπότακτους ηγέτες της πόλης, αλλά προς μεγάλη κατάπληξη όλων πλησίασε τον αρχιερέα και τον φίλησε, αφού πρώτα προσκύνησε το όνομα του θεού του. Ο Παρμενίων ρώτησε ποιο ήταν το νόημα αυτής της απροσδόκητης συμπεριφοράς και ο Αλέξανδρος του απάντησε ότι δεν προσκύνησε τον αρχιερέα, αλλά τον θεό του. Είπε ακόμη ότι πριν ξεκινήσει την εκστρατεία και ενώ προβληματιζόταν πώς θα υποτάξει την Ασία, στην ιερή πόλη της Μακεδονίας το Δίον είδε σε ενύπνιο τον αρχιερέα με εκείνη ακριβώς την ενδυμασία να του λέει να μη χρονοτριβεί, αλλά να προχωρήσει στην Ασία άφοβα, διότι εκείνος θα του παρέδιδε το κράτος των Περσών. Επειδή λοιπόν ο αρχιερέας ήταν ο πρώτος, τον οποίο συναντούσε με αυτήν την ενδυμασία, ο Αλέξανδρος πείσθηκε ότι ο θεός των Ιουδαίων θα τον οδηγούσε στην εκπλήρωση των σκοπών του.
Επιβάλλεται να σημειώσουμε ότι ήδη μεταξύ 247 και 210 π.Χ. επί Πτολεμαίου Β΄ του Φιλάδελφου είχε αρχίσει η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τα Εβραϊκά στα Ελληνικά. Πρόκειται για τη γνωστή «μετάφραση των 72», στην οποία συμμετείχαν έξι λόγιοι από κάθε μία των 12 φυλών του Ισραήλ, κατόπιν αδείας του αρχιερέα της Ιερουσαλήμ, Ελεάζαρ. Τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οπότε έζησε ο Ιώσηπος και παρά τη Ρωμαϊκή κατάκτηση η Ελληνική γλώσσα ήταν η παγκοσμίως ομιλουμένη, ο δε Ιουδαϊσμός είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει μέσω αυτής παγκόσμια προβολή. Δεν χωράει λοιπόν αμφιβολία ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο θρησκευτικά δραστηριοποιημένος Ιουδαίος συγγραφέας, επινόησε το παραπάνω μύθευμα .
Πηγές

ΒιβλιοθήκηΔιόδωρος ΙΖ.48.6-7
Κούρτιος 4.5.11, 6.30, 8.9
Ιώσηπος ΙΑ.302-339

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Η ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΜΑΝΤΖΙΚΕΡΤ και το σήμερα




  Τον Φεβρουάριο του 1071 ο στρατηγός-αυτοκράτορας της Ελληνικής Μεσαιωνικής Αυτοκρατορίας Ρωμανός Δ’ Διογένης αποφάσισε να εκστρατεύσει ανατολικά και να δώσει την κρίσιμη μάχη ώστε να συντρίψει μια νέα απειλή εξ ανατολών, τους Σελτζούκους Τούρκους.  Νομάδες από τα υψίπεδα του Αλτάι, πρόσφατα προσηλυτισμένοι στο Ισλάμ και δεινοί έφιπποι πολεμιστές, οι Σελτζούκοι φάνταζαν μακρινή απειλή για την Κωνσταντινούπολη.  Οι επιδρομές τους όμως στην Ανατολία ήταν τόσο σφοδρές και η βαρβαρότητα που επιδείκνυαν σε κάθε χωριό, πόλη ή επαρχία τόσο μεγάλη, που η άμεση αντιμετώπιση τους είχε καταστεί πρώτη προτεραιότητα για τον Αυτοκράτορα.

  
Η κρίσιμη μάχη δόθηκε στο Μάντζικερτ.  Η εμπροσθοφυλακή του Βυζαντινού στρατού απέκρουσε με επιτυχία την πρώτη επίθεση των Τούρκων και με τον Ρωμανό ως επικεφαλή ξεκίνησε αντεπίθεση.  Η ορμή της αντεπίθεσης ήταν τέτοια που διέρρηξε το μέτωπο των αντιπάλων, τους ανάγκασε να ξεκινήσουν άτακτη υποχώρηση αλλά κάπου εκεί «κάτι» πήγε στραβά.  Το κύριο σώμα του στρατού όχι μόνο δεν ακολούθησε την καταδίωξη του εχθρού αλλά σήμανε και υποχώρηση (!) κάτι που ανάγκασε και την οπισθοφυλακή να θεωρήσει πως η μάχη χάθηκε και υποχώρησε και αυτή.  Αυτή η συμπεριφορά των αξιωματικών του κυρίου σώματος ήταν μια ξεκάθαρη προδοσία προς το πρόσωπο του Αυτοκράτορα, αποτέλεσμα της δυσαρέσκειας των αυλικών και των γραφειοκρατών της Πόλης με τον Ρωμανό.  Ήθελαν να τον ξεφορτωθούν και το έκαναν εις βάρος των κατοίκων όλης της Ανατολίας!  Με το 1/3 του στρατού του μόνο ο Διογένης έφτασε πολύ κοντά στη νίκη αλλά ο αντίπαλος του, Σουλτάνος Αλπ Αρσλάν ήταν άξιος αντίπαλος.  Κατάφερε και συγκράτησε την οπισθοχώρηση του στρατού του, τον αναδιοργάνωσε και περικύκλωσε την εμπροσθοφυλακή που είχε απομείνει μόνη της στο πεδίο της μάχης.  Αιχμαλώτισε τον αυτοκράτορα και τους άντρες τους.  
  Ο Αρσλάν φέρθηκε βασιλικά στον αντίπαλο του και τον άφησε ελεύθερο μετά από λίγο καιρό, σε αντίθεση με τους πρώην υπηκόους του.  Για να σωθεί ο Διογένης απαρνήθηκε τα επίγεια και περιβλήθηκε το μοναχικό σχήμα.  Η Αυλή όμως δε μπορούσε να του συγχωρήσει το παρελθόν του και έβαλε να τον συλλάβουν και να τον τυφλώσουν με πρωτάρη βασανιστή που δεν χρησιμοποίησε καυτές σιδερένιες βελόνες ώστε να συντομεύσει το μαρτύριο του Διογένη αλλά απλές βελόνες.  Κατάφερε και  τον τύφλωσε με την τρίτη προσπάθεια.  Σιδηροδέσμιος και με φρικτά μολυσμένα τραύματα, ο πρώην αυτοκράτορας οδηγούνταν στην Πόλη.  Ξεψύχησε όμως στη διαδρομή.  Ένας αργός και βασανιστικός θάνατος ύστερα από προδοσία….
  Μετά τη μάχη η Βυζαντινή Αυτοκρατορία άρχισε να παραπαίει.  Ολόκληρη σχεδόν η Ανατολία, μέσα σε είκοσι περίπου έτη έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων μέσω συνεχών πολέμων και ανηλεών σφαγών του πληθυσμού που αντιστεκόταν.  Οι περισσότεροι αιτιολογούν αυτή την καταστροφή ως συνέπεια της ήττας στο Μάντζικερτ, στιγματίζοντας πολύ σοφά τις ραδιουργίες της Αυλής (και του μέγιστου ανθρώπου των γραμμάτων Μιχαήλ Ψελλού) κατά του Αυτοκράτορα.  Αν δούμε όμως τα δεδομένα της μάχης με ψυχρή λογική θα αποκομίσουμε διαφορετική αντίληψη.  Οι απώλειες του Ελληνικού στρατού ήταν λιγότερες από το 1/3 του στρατεύματος (οι τουρκικές πολύ μεγαλύτερες).  Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού διέφυγε χωρίς καμία απώλεια.  Ο Αυτοκράτορας αν και αιχμαλωτίστηκε, αφέθηκε ελεύθερος και θα μπορούσε να συνεχίσει τον αγώνα κατά των Σελτζούκων.  Αυτά τα ψυχρά δεδομένα ανατρέπουν την εικόνα της δικαιολογημένης κατάρρευσης της αυτοκρατορίας στην Ανατολή.  Ποια ήταν όμως τα αίτια, τα πραγματικά αίτια;
  Στα γενικότερα αίτια κατάρρευσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εντάσσονται οι εσωτερικές έριδες, η γραφειοκρατία, οι συνεχείς εμφύλιοι πόλεμοι καθώς και η διείσδυση δυτικών πολεμιστών και εμπόρων στα εσωτερικά του κράτους.  Τα ειδικότερα αίτια της κατάρρευσης εκείνη την καταστροφική 20ετία μπορούν να εντοπιστούν σε δύο ενέργειες του διάδοχου του Ρωμανού Διογένη, Μιχαήλ Ζ’ Δούκα που είχε καταστεί υποχείριο ενός πανούργου  ευνούχου, του Νικηφόρου ή αλλιώς Νικηφορίτζη. Διαβάζοντας την Ιστορία του βυζαντινού λόγιου και χρονικογράφου Μιχαήλ Ατταλειάτη μπορεί κάποιος εύκολα να διακρίνει τις αιτίες της ραγδαίας πτώσης της δύναμης της αυτοκρατορίας :
«Εν συνεχεία άρχισαν να απευθύνονται κατηγορίες και να εγείρονται απαιτήσεις εναντίον αθώων ώστε να καταβληθούν μη χρεωστούμενα, και διεξάγονταν δίκες όπου δεν λαμβανόταν υπόψιν το δίκαιο, αλλά το κέρδος του δημοσίου και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τη γενική ή τη μερική δήμευση των περιουσιών.  Συχνές ήσαν οι κατηγορίες και πολλές οι δίκες για φορολογικά ζητήματα, με αποτέλεσμα τη δυσαρέσκεια όσων υπέφεραν και τη γενική δυσφορία». (εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.321)
«Ενώ λοιπόν, όπως το συνήθιζε πολλές φορές, δίκαζε ανθρώπους με τρόπο ανάρμοστο για βασιλιά και τους καταδίκαζε χωρίς εύλογες αιτίες, ακολουθώντας τις υποδείξεις των κακόβουλων, έφθαναν μηνύματα που έλεγαν ότι οι Τούρκοι επέδραμαν στη Χαλκηδόνα και τη Χρυσόπολη, πλησιάζοντας τότε για πρώτη φορά τόσο κοντά στη βασιλεύουσα.  Εκείνος όμως δεν θορυβήθηκε διόλου, σαν η περιοχή που υπέφερε να ήταν ξένη και παράμενε αδιάφορος» (εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.349)
  Η δίψα δηλαδή του Νικηφορίτζη για πλούτη και η εξουσία που ασκούσε στο νεαρό αυτοκράτορα ήταν τέτοιες που ο Μιχαήλ αδιαφορούσε πλήρως για την κατάσταση στην Ανατολή και η μοναδική του ασχολία ήταν η αφαίμαξη του λαού και η υφαρπαγή των περιουσιών των υπηκόων του.  Η συλλογή φόρων μέσω παράνομων και ανήθικων διαδικασιών είχε γίνει καθημερινότητα, όπως και η συνεχής επέλαση των Τούρκων στη Μικρά Ασία.  Ο Ατταλειάτης όμως εντοπίζει ακόμη έναν λόγο, ίσως πιο σοβαρό από τη φοροεπιδρομή, για την απώλεια τόσο μεγάλης περιοχής στους Σελτζούκους:
«Για τούτο και όταν πληροφορήθηκε ότι στη Ραιδεστό μεταφέρουν το σιτάρι πολλές άμαξες, που διασκορπίζονται στην περιοχή και το πουλούν εύκολα και χωρίς εμπόδια στους ξενώνες και στα καταστήματα των μοναστηριών, της μεγάλης Εκκλησίας και των ντόπιων, και έτσι εξελίσσεται η οικονομία του τόπου, φθόνησε ο άθλιος την ευτυχία του λαού και έχτισε μια αποθήκη έξω από την πόλη, ορίζοντας με βασιλικό διάταγμα να συγκεντρώνονται εκεί οι άμαξες.  Μετέτρεψε λοιπόν το εμπόριο του σιταριού, που είναι το πιο αναγκαίο αγαθό, σε μονοπώλιο, αφού κανείς δεν είχε πλέον τη δυνατότητα παρά μόνον από αυτήν την πραγματικά καταραμένη αποθήκη.   Γιατί από τότε που κατασκευάστηκε, χάθηκε η ευημερία των πόλεων και η οργή του Θεού ενέσκηψε ακόμη μεγαλύτερη στο κράτος των Ρωμαίων.  Δεν μπορούσε, όπως στο παρελθόν, όποιος ήθελε να αγοράσει το σιτάρι να συναλλάσσεται με τον πωλητή και αν δεν του άρεσε το σιτάρι ενός καταστήματος να απευθυνθεί σε άλλο ούτε διεξάγονταν πλέον οι πωλήσεις από τις άμαξες, αλλά συγκέντρωνα όλους τους καρπούς μέσα στην αποθήκη, σαν σε φυλακή, και εκεί περίμεναν οι έμποροι σιτηρών.  Αυτοί, αφού προκαταβολικά άρπαζαν το σιτάρι, το αγόραζαν στη συνέχεια και το αποθήκευαν, και κατόπιν συναγωνίζονταν να κερδίσουν για κάθε νόμισμα που δαπάνησαν τρία.  Κανείς δεν αγόραζε πλέον από τις άμαξες, ούτε οι ναυτικοί που εισήγαγαν το εμπόρευμα στη βασιλεύουσα ούτε οι κάτοικοι της πόλης, ούτε οι χωρικοί ούτε άλλος κανείς.  Η αγορά πραγματοποιούνταν από τους κερδοσκόπους της αποθήκης, με τον τρόπο που ήθελαν εκείνοι και ο διεφθαρμένος επικεφαλής τους αποθηκάριος.  Αυτός εκμεταλλευόταν όσους έφερναν στην αποθήκη το σιτάρι, παίρνοντας τους παράνομα μέρος του εμπορεύματος, και επειδή εισέπραττε μεγάλο φόρο για τα τοπιατικά, αναγκαστικά η είσπραξη από την πώληση μειωνόταν εξαιτίας των διαφόρων φορολογιών.  Η αποθήκη αυτή λοιπόν έγινε αιτία να πάρει η αδικία τεράστιες διαστάσεις και η παλιά ευημερία της πολιτείας ανατράπηκε.  Κατά το παρελθόν με ένα νόμισμα αγόραζες δεκαοκτώ μοδίους (μονάδα μέτρησης σιτηρών) σιταριού, ενώ τώρα κατέληξε να αγοράζεις μόνον έναν». «Τέτοια αδικία δεν είχε ξανασυμβεί.  Αν πληροφορούνταν ότι κάποιος πούλησε στο σπίτι του σιτάρι, από αυτό που ο ίδιος παρήγαγε, του δήμευαν την περιουσία-σαν να επρόκειτο για φονιά, βιαστή ή άλλο κακοποιό-  η οποία και διαμοιραζόταν από τον επιστάτη τη αποθήκης.»(εκδόσεις ΚΑΝΑΚΗ σελ.353-357)
  Οι συνέπειες για την Κωνσταντινούπολη και ολόκληρη την αυτοκρατορία ήταν καταλυτικές.  Ο λαός έχανε την περιουσία του από τη φοροεπιδρομή και ταυτόχρονα επιβλήθηκε μονοπώλιο στο σιτάρι (και αργότερα και σε άλλα αγαθά) ανεβάζοντας την τιμή του, μετατρέποντας αυτό το βασικό είδος διατροφής ως είδος πολυτελείας.  Η πείνα άρχιζε να μαστίζει τον πληθυσμό των πόλεων που έφτασαν σε σημείο να μην ενδιαφέρονται για τις νίκες των Τούρκων αφού είχαν έναν πιο επικίνδυνο εχθρό να αντιμετωπίσουν, τον ίδιο τους τον Βασιλιά!
  Η αυτοκρατορία δυστυχώς δε μπόρεσε να ανακάμψει ποτέ από την πρωτοφανή επίθεση της εξουσίας έναντι στον λαό.  Η βασιλεία του Αλέξιου Κομνηνού ανέκοψε τα αντιλαϊκά μέτρα αλλά η ζημιά στην Ανατολή είχε γίνει μη-αναστρέψιμη.  Η συντριπτική νίκη του Αλέξιου κατά των Τούρκων στο Φιλομήλιον το 1117μ.Χ σταμάτησε τη προέλαση των Τούρκων που είχαν κτυπηθεί και από τους Σταυροφόρους.  Ο γιος του Αλέξιου, Ιωάννης συνέχισε τους πολέμους σε Ανατολή και Δύση και πήρε μόνιμη πρωτοβουλία κινήσεων έναντι των Σελτζούκων.  Ο εγγονός του Αλέξιου, Μανουήλ Κομνηνός , ένας ακόμη αυτοκράτορας-στρατηγός συνέχισε τον πόλεμο σε όλα τα μέτωπα και τα πήγαινε περίφημα.  Οι νίκες συνεχίστηκαν μέχρι το έτος 1176 μ.Χ και την ήττα στη  μάχη του Μυριοκέφαλου, μια αναμέτρηση που θύμισε τόσο το Μάντζικερτ όσο και τη μάχη του Πύρρου στην Ηράκλεια κατά των Ρωμαίων το 280π.Χ, όπου ο Ηπειρώτης βασιλιάς έχασε όλους τους έμπιστους και ικανούς στρατιωτικούς τους διοικητές στο πεδίο της μάχης.
  Ενώ λοιπόν φαίνεται ξεκάθαρα πως τα πραγματικά αίτια της προέλασης των Τούρκων στην Ανατολία δεν είναι η νίκη τους στο Μάντζικερτ αλλά οι αντιλαϊκές/εξοντωτικές φοροεισπρακτικές πολιτικές που ακολούθησαν και σκοπό είχαν την υφαρπαγή των περιουσιών των πολιτών, ο μεγάλος μου προβληματισμός είναι άλλος.. πως οι ίδιες πολιτικές εφαρμόζονται και σήμερα…

Νίκος Τοπούζης
Ιστορικός Συγγραφέας


ΥΓ. Για αυτό το άρθρο θέλω να ευχαριστήσω  τον φίλο μου κ.Μαυράκη Γεώργιο για τις πολύτιμες συμβουλές και την καθοδήγηση του.

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΩΝ ΣΥΡΑΚΟΥΣΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΘΗΝΑΙΟΥΣ

ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΘΡΙΑΜΒΟΣ - ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΟΛΕΘΡΟΣ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Το καλοκαίρι του 415 π.Χ ο Δήμος της Αθήνας αποφάσισε να τερματίσει την εκεχειρία του Πελοποννησιακού Πολέμου με μία πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής επιχείρηση, την Σικελική Εκστρατεία. Αντικειμενικός σκοπός της εκστρατείας ήταν η κατάληψη των Συρακουσών, μιας πόλης που δεν υπολειπόταν σε πληθυσμό και πλούτο από την Αθήνα και κατόπιν ολόκληρης της Σικελίας.  Μια επιχείρηση 1300 χιλιόμετρα μακριά από τη βάση που αν πετύχαινε τον στόχο της θα καθιστούσε την Αθήνα μία μικρή αυτοκρατορία και θα έθετε τις βάσεις  για την επικράτηση της Ιωνικής πόλης σε ολόκληρη τη Μεσόγειο!

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το όλο εγχείρημα ήσαν πολλά και τα κυριότερα ήσαν τα εξής:
×   Το μέγεθος των Συρακουσών
×   Το πολίτευμα τους που ήταν δημοκρατικό
×   Το έδαφος της Σικελίας που επέτρεπε την εκτεταμένη χρήση ιππικού
×   Οι δυσκολίες στην επικοινωνία με την Αθήνα για ενισχύσεις σε άντρες και οπλισμό. 
Παρά τις δυσκολίες όμως, η Αθηναίοι κατάφεραν και αποβιβάστηκαν με επιτυχία στο νησί και προέλασαν ενάντια στις Συρακούσες.  Στην πρώτη οπλιτική σύγκρουση επικράτησαν με ευκολία των Συρακούσιων αλλά δεν μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τη νίκη τους εξαιτίας της δράσης του εχθρικού ιππικού. Οι 1200 Σικελοί ιππείς ανέκοψαν την ορμή της Αθηναϊκής φάλαγγας και επέτρεψαν στον ηττημένο στρατό των Συρακουσών να επιστρέψει στην πόλη και να αποφύγει τον αφανισμό.  Από τις πρώτες δηλαδή εβδομάδες οι Αθηναίοι έφτασαν πολύ κοντά στον στόχο τους! 
Κάπου εκεί φάνηκε και το μεγαλύτερο πρόβλημα της εκστρατείας.  Η πολυφωνία λόγω έλλειψης κεντρικής διοίκησης ως μειονέκτημα μιας αμεσοδημοκρατίας εν καιρώ πολέμου!  Οι Αθηναίοι όρισαν ως στρατηγούς τρείς άνδρες (συνήθως δύο ήταν οι στρατηγοί) πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Τον εμπνευστή της επιχείρησης, τον παράτολμο και δολοπλόκο Αλκιβιάδη, τον αναβλητικό γερασμένο Νικία που ήταν αντίθετος στην ιδέα της εκστρατείας (!) και τον Λάμαχο, τον μόνο ικανό στρατιωτικό που όμως δεν διέθετε το πολιτικό κύρος να επιβάλλει τις απόψεις του στο στράτευμα.  Λίγες εβδομάδες μετά την απόβαση και την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων ανακλήθηκε ο Αλκιβιάδης (που κατέφυγε, φοβούμενος για τη ζωή του, στη Σπάρτη) και έτσι επικεφαλής της εκστρατείας ήταν ουσιαστικά ο μεγαλύτερος πολέμιος της σε πολιτικό επίπεδο, ο Νικίας! 
Ο Νικίας
Ο γηραιός στρατηγός, αντί να εκμεταλλευτεί την οπλιτική νίκη και το σοκ που προκάλεσε αυτοί στον λαό της μεγαλύτερης Σικελικής πόλης, αποφάσισε να περάσει τον χειμώνα στην Κατάνη προσπαθώντας να μαζέψει αρκετούς ιππείς, είτε από την Αθήνα, είτε από Σικελιώτες συμμάχους, ώστε να μπορεί ανεμπόδιστα πλέον να προχωρήσει στην πολιορκία.  Η αναβλητικότητα του αυτή όμως έδωσε θάρρος στις Συρακούσες που συνειδητοποίησαν πως το ιππικό τους και μόνο μπορεί να εμποδίσει την κατάληψη της πόλης τους από τους εχθρούς!
 Αντίθετα οι Συρακούσιοι είχαν ως φυσικό ηγέτη τον στρατηγό Ερμοκράτη, έναν άντρα που παρά το αξίωμα του πολεμούσε δίπλα στους στρατιώτες του εμπνέοντας τους κάθε στιγμή.  Στις στιγμές μεγάλης απελπισίας των συμπολιτών τους, όρθωνε το ανάστημα του και απέρριπτε κάθε πρόταση συνθηκολόγησης.  Πέραν των προσπαθειών του Αλκιβιάδη να εκδικηθεί την πατρίδα του, οι άριστες σχέσεις του Ερμοκράτη με τη Σπάρτη συνέβαλαν στην καθοριστική αποστολή βοήθειας των Λακεδαιμονίων προς τις Συρακούσες στο τελευταίο μέρος της πολιορκίας.

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
 Παρά τους οκτώ μήνες εγκληματικής απραγίας στην Κατάνη, ο Αθηναϊκός στρατός διέθετε ακόμη την πρωτοβουλία κινήσεων στη Σικελία.  Οι προσπάθειες του Νικία για την απόκτηση ιππικού τελεσφόρησαν καθώς η Αθήνα έστειλε 250 έμπειρους από τις συνεχείς παρενοχλήσεις του Σπαρτιατικού πεζικού ιππείς και 30 ιπποτοξότες, καθώς και τριακόσια τάλαντα για τη στελέχωση του ιππικού σώματος. Εν τέλει, το εκστρατευτικό σώμα απέκτησε μία δύναμη 650 ιππέων, όχι ικανή για ανοικτή μάχη με τους Συρακούσιους ιππείς, αλλά υπεραρκετή για τη προστασία του πεζικού αλλά και τον κτιστών στην επερχόμενη τειχομαχία.  Ο αξιόπιστος στρατηγός Λάμαχος, ανέβασε το ηθικό των αντρών και έπεισε τον Νικία να επιτεθούν επιτέλους στον αντικειμενικό τους σκοπό.  Με ένα αξιοθαύμαστο τέχνασμα ο στρατός επιβιβάστηκε στα καράβια στην Κατάνη και αποβιβάστηκε δίπλα από τις Συρακούσες, αποφεύγοντας έτσι τις παρενοχλήσεις και τις ενδεχόμενες απώλειες.
Μετά την αποβίβαση τους, οι Αθηναίοι κατέλαβαν το οροπέδιο των Επιπολών, που τότε δεν ήταν τειχισμένο, και έστησαν το οχυρό τους.  Οι Επιπολές, που αργότερα αποτέλεσαν την πέμπτη και πολυπληθέστερη συνοικία των Συρακουσών, είναι το οροπέδιο που υψώνεται πάνω από την πόλη και όποιος το κατέχει μπορεί να ελέγχει τη ροή εφοδίων και ανθρώπων στην άτυπη πρωτεύουσα της Σικελίας.  Αυτή ήταν η δεύτερη μεγάλη ευκαιρία των Αθηναίων να κερδίσουν τον πόλεμο καθώς οι Συρακούσιοι ήταν άπειροι στις τειχομαχίες ενώ οι ίδιοι εμπειροπόλεμοι, είτε ως αμυνόμενοι (Μακρά Τείχη, οχύρωση Πειραιά) είτε ως επιτιθέμενοι με τις επιτυχίες τους στην Ποτίδαια και στην Δήλο.  Το μόνο που είχε να κάνει πλέον ο Νικίας ήταν να αξιοποιήσει όλη τη δυναμική του στρατεύματος του ώστε να περιτειχίσουν εξωτερικά τις Συρακούσες, βόρεια προς τον Τρωγίλο και νότια προς το Μεγάλο Λιμάνι.  Αυτός ο χερσαίος αποκλεισμός σε συνδυασμό με τον ναυτικό αποκλεισμό που είχε σχεδόν επιβάλλει το Αθηναϊκό ναυτικό θα ανάγκαζε τους Σικελιώτες να παραδοθούν αργά ή γρήγορα! Δεδομένου πως διέθετε πλέον το απαραίτητο ιππικό για να προστατεύει τους στρατιώτες/κτίστες τίποτε δε μπορούσε να τον σταματήσει από τον θρίαμβο………..εκτός από τον ίδιο του τον χαρακτήρα!
Το μήκος του τείχους που έπρεπε να κτιστεί μπορεί να φαντάζει μεγάλο, γύρω στα οκτώ χιλιόμετρα, αλλά όπως μας πληροφορεί στο βιβλίο/ανάλυση του ο καθηγητής Hanson ήταν εφικτό από έναν οργανωμένο στρατό και μας παραθέτει και ως παραδείγματα αντίστοιχες ενέργειες των Αθηναίων στη Νίσαια, στο Δήλιο και στην Πύλο, των Σπαρτιατών στις Πλαταιές με διπλό τείχος μέσα σε τρεις μήνες, αλλά και την περιτείχιση της Ιερουσαλήμ από τον Ρωμαίο στρατηγό Τίτο (ίσο περίπου μήκος περιτειχίσματος και ισάριθμο στράτευμα) μέσα σε λίγες μόνο μέρες(!) ως προς τεκμηρίωση.  Στον αντίποδα οι Συρακούσιοι, πολύ σωστά ξεκίνησαν να κτίζουν αντιτειχίσματα, τείχη ακριβώς κάθετα στο τείχος που προσπαθούσαν να κτίσουν οι Αθηναίοι ώστε να τους σταματήσουν.  Ήταν ένας αγώνας δρόμου μεταξύ των μηχανικών αλλά και των απλών ανθρώπων και στρατιωτών.  Ένας αγώνας που θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου. 
Οι εργασίες στο στρατόπεδο των Αθηναίων αργούσαν υπερβολικά και η πολιορκία φάνταζε να έφτανε σε τέλμα ώσπου ο Λάμαχος αποφάσισε και κατάφερε να πάρει πρωτοβουλία κινήσεων.  Ξεκίνησε μια σειρά επιθετικών κινήσεων κατά των αντιτειχισμάτων που είχαν σοβαρό αντίκτυπο τόσο στις εργασίες, όσο και στο ηθικό των Συρακούσιων.  Όμως η τύχη δεν ήταν με το μέρος των Αθηναίων καθώς ο γενναίος και πραγματιστής στρατηγός σκοτώθηκε σε μία από αυτές τις επιδρομές, τερματίζοντας έτσι την περίοδο που οι πολιορκητές είχαν τη πρωτοβουλία των κινήσεων.  Το εκστρατευτικό σώμα λοιπόν, έμεινε να διοικείται από τον μοναδικό εκ των τριών στρατηγών ήταν κατά της εκστρατείας, τον άβουλο Νικία.
Οι Αθηναίοι έλαβαν σημαντικές ενισχύσεις με τον στρατηγό Δημοσθένη επικεφαλής εβδομήντα τριηρών και πλέον των πέντε χιλιάδων αντρών  να καταφθάνει για να βοηθήσει τον Νικία και τους ταλαιπωρημένους άντρες αλλά πλέον ήταν πολύ αργά.  Ο Δημοσθένης είδε πολύ σοφά πως η κατάσταση είναι κρίσιμη και θα χειροτερεύει μέρα με τη μέρα.  Αποφάσισε λοιπόν κατά μέτωπο σύγκρουση το συντομότερο.  Η βραδινή επίθεση όμως που επιχείρησε ο Δημοσθένης κατέληξε σε τραγωδία με πάνω από δύο χιλιάδες νεκρούς για τους πολιορκητές.  Το περιτείχισμα δεν είχε τελειώσει ούτε από τη βόρεια, ούτε από τη νότια πλευρά της πόλης και έτσι μπόρεσε να μπει εντός και να βοηθήσει στην άμυνα ο Σπαρτιάτης στρατηγός Γύλιππος με σημαντικές δυνάμεις, ύστερα από τις συνεχείς παροτρύνσεις του Αλκιβιάδη για την αποστολή βοήθειας προς τις Συρακούσες.
Οι Αθηναίοι, πέραν της «ατυχίας» του θανάτου του Λάμαχου, είχαν επίσης την ατυχία να στερηθούν των υπηρεσιών του Ευρυμέδοντα.  Ενός ικανότατου στρατηγού, ήρωα για την Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, που σκοτώθηκε σε ναυμαχία έξω από τη Σικελία στη προσπάθεια του να ενισχύσει με δέκα τριήρεις και τη στρατηγική του δεινότητα τους δοκιμαζόμενους συμπολίτες του που πολεμούσαν τόσο μακριά από την πατρίδα. 
Πέραν της στρατιωτικής ενδυνάμωσης, οι ενισχύσεις από την Πελοπόννησο, ανύψωσαν και το ηθικό των Συρακούσιων που ήταν πλέον βέβαιοι για την νίκη τους και την γρήγορη λύση της πολιορκίας.  Μια τελευταία απόπειρα του Δημοσθένη απέτυχε οικτρά και έτσι οι Αθηναίοι αποσύρθηκαν από τις Επιπολές και στρατοπέδευσαν στο ακρωτήριο Πλημμύριον δίπλα στον στόλο.  Η πολιορκία λύθηκε, οι Αθηναίοι πλέον πολεμούσαν για τη ζωή τους.  Η μάχη είχε κριθεί.
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Στην επικείμενη ναυμαχία εντός του Μεγάλου Λιμανιού των Συρακουσών, ο Αθηναϊκός στόλος υπέστη συντριπτική ήττα κυρίως λόγω της μη στεγανότητας των τριηρών του (βρισκόταν στο νερό πολλούς συνεχόμενους μήνες λόγω της αδυναμίας των Αθηναίων να

 το μεγάλο λιμάνι των Συρακουσών από το οροπέδιο των Επιπολών (φωτο Νίκος Τοπούζης)
τις προστατέψουν στη στεριά) αλλά και των παγίδων που είχαν στήσει οι Σικελιώτες ναυτικοί.  Οι Ελλαδίτες οπλίτες   παρακολούθησαν με τρόμο αυτή την εξέλιξη καθώς αυτά τα πλοία ήταν η μοναδική τους σωτηρία.   Η υποχώρηση τους έγινε άτακτα και ολοκληρώθηκε με τη μάχη/σφαγή του Ασσίναρου ποταμού.  Ο Αθηναϊκός στρατός έπαψε να υφίσταται, πολλοί σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι αιχμαλωτίστηκαν για να δουλέψουν

είσοδος των λατομείων των Συρακουσών(φωτογραφία Νίκος Τοπούζης)
στα λατομεία των Συρακουσών.  Ο Νικίας και ο Δημοσθένης πιάστηκαν αιχμάλωτοι και εκτελέστηκαν.  Αντίθετα ο Ερμοκράτης έγινε ο ήρωας σωτήρας των Συρακουσών όπου ακόμη και σήμερα υπάρχει κεντρική οδός στην πόλη που φέρει το όνομα του. Η συντριπτική αυτή ήττα μπορεί να συγκριθεί μόνο με την καταστροφή του Ρωμαίου στρατηγού Κράσσου στις Κάρρες έναντι των Πάρθων και του Ναπολέοντα στη Ρωσική εκστρατεία.
 Ένα ιδιοφυές σχέδιο κατέληξε σε καταστροφή λόγω της πολυφωνίας και της έλλειψης κεντρικής διοίκησης.  Παρόλα αυτά, η Αθήνα έφτασε λίγα χρόνια αργότερα, με τη νίκη της στη ναυμαχία των Αργινουσών, πολύ κοντά στην επικράτηση επί των Σπαρτιατών.  Η πολυφωνία/πολυγνωμία όμως την οδήγησε στην εκτέλεση των ναυάρχων των Αργινουσών και στην ολοκληρωτική ήττα, λόγω έλλειψης ικανής ναυτικής διοίκησης, την επόμενη χρονιά σε ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς η οποία οδήγησε στη συνθηκολόγηση των Αθηνών. 

Νίκος Τοπούζης

Ιστορικός Συγγραφέας

Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

ΟΙ ΝΕΕΣ ΠΛΑΤΑΙΕΣ


ΟΙ ΝΕΕΣ ΠΛΑΤΑΙΕΣ
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΟΛΥΑΡΑΒΟΥ
26-28 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1826

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται στη κρισιμότερη καμπή της. Μετά τις αρχικές επιτυχίες το πανάρχαιο σαράκι των Ελλήνων, η διχόνοια, κατάφερε στον Αγώνα το κρίσιμο κτύπημα που δεν μπόρεσε ο Σουλτάνος προκαλώντας δύο συνεχόμενες εμφύλιες συρράξεις, τους πλέον έμπειρους και ικανούς στρατηγούς φυλακισμένους (ανάμεσά τους και ο Κολοκοτρώνης) και τον στόλο άπραγο. Αυτή ήταν η ευκαιρία που περίμεναν τόσο η Υψηλή Πύλη, όσο και ο νέος ικανός Αιγύπτιος με Αλβανική καταγωγή στρατηγός Ιμπραήμ Πασάς που έσπευσε στη Πελοπόννησο με τον στρατό του με απώτερο σκοπό να καταπνίξει στο αίμα την εξέγερση των Ελλήνων.

Το Αιγυπτιακό στράτευμα του Ιμπραήμ διέφερε σημαντικά από τους υπόλοιπους στρατούς της Ανατολής. Είχε εντάξει σε υψηλά αξιώματα παλαίμαχους στρατιωτικούς του Ναπολέοντα οι οποίοι είχαν προχωρήσει σε ριζική αναθεώρηση της δομής, διάταξης και τρόπου πολέμου των Αιγυπτίων. Ο πιο ενεργός Γάλλος αξιωματικός ήταν ο εξισλαμισμένος συνταγματάρχης Σεβ, γνωστότερος και ως Σουλεϊμάν Πασάς, ο οποίος σχεδίασε την εκστρατεία στην Ελλάδα. Τα τμήματα πεζικού, ιππικού και πυροβολικού απόκτησαν ευδιάκριτους ρόλους, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το τμήμα του μηχανικού και δόθηκε η απαραίτητη σημασία στους τομείς της επιμελητείας και της διοικητικής μέριμνας των στρατιωτικών μονάδων. Οι άντρες δηλαδή που επέδραμαν στην Ελλάδα υπό τις εντολές του Ιμπραήμ ήταν ένας δυτικό - ευρωπαϊκός στρατός και όχι ακόμη ένα ανατολίτικο ασκέρι!
Λόγω του ελληνικού εμφυλίου ο στόλος βρισκόταν σε απραξία και έτσι ο Ιμπραήμ κατάφερε και αποβιβάστηκε στη Μεθώνη στις 26 Φεβρουαρίου 1825 χωρίς απώλειες. Κατέλαβε τη Μεσσηνία, συνέτριψε, παρά την ηρωική αντίσταση, τις δυνάμεις του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 19 Μαΐου 1825 και στις 11 Ιουνίου κατέλαβε την Τρίπολη. Οι παρακλήσεις του Κολοκοτρώνη να καταστραφεί η πόλη για να μην βρει ο Αιγυπτιακός στρατός ασφαλές καταφύγιο στη Πελοπόννησο δυστυχώς δεν εισακούστηκαν και έτσι ο Ιμπραήμ μπορούσε εκ του ασφαλούς να οργανώνει επιδρομές σε όλη την επικράτεια της επαναστατημένης Ελλάδος. Τον Νοέμβριο του 1825 έσπευσε να βοηθήσει τον Κιουταχή στην πολιορκία του Μεσολογγίου και μετά την πτώση της πόλης με την ηρωική έξοδο στις 10 Απριλίου 1826, επέστρεψε στον Μοριά.
Εκτός από τις στρατιωτικές επιτυχίες, ανέδειξε και τις πολιτικές και ηγετικές του αρετές. Μετά την πολιτική του φόβου, έβγαλε τα προσκυνοχάρτια, μία ευφυή πολιτική αμνηστίας σε όσους είχαν ξεσηκωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Το προσκυνοχάρτι ήταν ίσως η σημαντικότερη απειλή για την Επανάσταση και αυτό φαίνεται από την στρατηγική του προσφάτως αποφυλακισμένου Κολοκοτρώνη να εχθρεύεται περισσότερο τους «τουρκοπροσκυνημένους» από τον ίδιο τον Ιμπραήμ! Χαρακτηριστική η φράση του γέρου του Μοριά: «Εις τον καιρό του προσκυνήματος εφοβήθηκα μόνο δια την πατρίδα μου, όχι άλλη φορά, ούτε εις τα αρχάς, ούτε εις τον καιρό του Δράμαλη, όπου ήλθε με τριάντα χιλιάδες στράτευμα εκλεκτό, ούτε ποτέ, μόνο εις το προσκύνημα εφοβήθηκα»
Ως χαρισματικός πολιτικός όμως ο Ιμπραήμ γνώριζε πως μια βαθιά ριζωμένη επανάσταση καταστέλλεται μόνο όταν σβήσει και η τελευταία σπίθα της. Τόσο για να ξεχαστεί από τους ντόπιους εξεγερμένους κατοίκους, όσο και από τους Ευρωπαίους που ήθελαν ένα αγκάθι στα πλευρά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τελευταία σπίθα στη Πελοπόννησο δεν ήταν απλώς σπίθα, ήταν φλόγα δυνατή! Η αρχοντική Μάνη δεν είχε πατηθεί από το νέο κατακτητή και είχε ικανό ανθρώπινο δυναμικό, επαρκή γεωργική παραγωγή, αρκετά πολεμοφόδια αλλά και ετοιμοπόλεμους άνδρες να αντέξει και να κρατήσει την Επανάσταση ζωντανή. Ήταν ένα καταφύγιο για όλους τους κατατρεγμένους και κυνηγημένους από τον Αιγυπτιακό στρατό και μοιραία αποτέλεσε τον επόμενο και κρισιμότερο στόχο της εκστρατείας του Ιμπραήμ.
Η ΜΑΧΗ
Στις 22 Ιουνίου 1826 ξεκίνησε η πρώτη προσπάθεια του Ιμπραήμ να καταλάβει τη Μάνη με επίθεση στο χωριό της Βέργας στη δυτική Μάνη. Οκτώ χιλιάδες επίλεκτοι άνδρες επιτέθηκαν εναντίον του χωριού αλλά δεν κατόρθωσαν να το καταλάβουν παρά τις εννέα εφόδους που πραγματοποίησαν. Τη νύκτα της 22ης προς 23ης του μηνός εκμεταλλευόμενος την παρουσία όλων των μαχητών της δυτικής Μάνης στη Βέργα, έστειλε με πλοία 1800 άντρες στο χωριό Διρό προσπαθώντας να υπερκεράσει την αμυντική θέση των επαναστατών. Οι εναπομείναντες κάτοικοι, γέροντες και γυναίκες, κατόρθωσαν μετά από ηρωική αντίσταση να καθηλώσουν τους εισβολείς στην παραλία. Στις 24 του μηνός, οι Μανιάτες κατάφεραν να καταδιώξουν τους Αιγύπτιους από τη Βέργα και έσπευσαν στο Διρό, όπου την επόμενη μέρα, πέταξαν ουσιαστικά τους εισβολείς στη θάλασσα!
Ο Ιμπραήμ αποσύρθηκε στη βάση του και ξεκίνησε τον σχεδιασμό της νέας εκστρατείας. Για να αποφύγει τις στενωπούς της δυτικής Μάνης και το χωριό της Βέργας, αποφάσισε να επιτεθεί στην Ανατολική Μάνη με κύριο άξονα προέλασης Γύθειο – Πασσαβάς - Αρεόπολη εκδηλώνοντας μια δευτερεύουσα επίθεση προς τα Βαρδουνοχώρια μετά τις ορεινές διαβάσεις του Ταΰγετου κοντά στη Γιάτρισσα . Μετά την κατάληψη της Αρεόπολης, αφού θα είχε διασπάσει την Μάνη στα δύο, θα επιτίθονταν και στην δυτική για να την κατακτήσει και να εκδικηθεί για την προηγούμενη συντριπτική του ήττα. Στον Πασσαβά όμως συνάντησε λυσσαλέα αντίσταση που όχι μόνο δεν μπόρεσε να κάμψει, αλλά τα στρατεύματα του υποχώρησαν άτακτα αναγκάζοντας τον να μετατρέψει τη δευτερεύουσα επίθεση σε κύρια! Η μόνη του ελπίδα ήταν να βρει τα ορεινά περάσματα του Ταΰγετου αφύλακτα και να μπορέσει να εισβάλλει επιτυχώς στη Μάνη.
Ο Ιμπραήμ έστειλε την εμπροσθοφυλακή του, αποτελούμενη από τρεις χιλιάδες άντρες, να προελάσει ταχύτατα και να καταλάβει τα χωριά Κόκκινα Λουριά – Δεσφίνα - Πολυάραβος. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής ήταν ο φανατικός και ικανός στρατιωτικός Χουσνίμπεης και οδηγός ο ντόπιος δωσίλογος Μπόσινας. Στη Δεσφίνα συνάντησαν την πρώτη ισχυρή αντίσταση από τον πύργο του Θεοδωράκη Σταθάκο και τους οικείους του. Ο Μπόσινας προσπαθώντας να πείσει τον Σταθάκο να παραδοθεί όχι μόνο δεν τα κατάφερε, αλλά σκοτώθηκε κιόλας στην προσπάθειά του αυτή κοντά στον πύργο. Οι Άραβες ξεκίνησαν αμέσως την σφοδρή επίθεση στον πύργο. Οι Έλληνες αμυνόμενοι παρά τη συντριπτική αριθμητική υπεροχή των αντιπάλων δεν παραδόθηκαν και καθυστέρησαν αρκετές ώρες την προέλαση της εμπροσθοφυλακής ώστε να προλάβουν οι υπόλοιποι Μανιάτες να ταμπουρωθούν στον Πολυάραβο. Ο Σταθάκος και οι πολεμιστές του έπεσαν όλοι ηρωικά μετά από πολύωρη μάχη, δίνοντας τον απαραίτητο χρόνο στη Μάνη να επιζήσει της εισβολής, κρατώντας ζωντανή την Επανάσταση!

Οι Μανιάτες πλέον, με ανεβασμένο το ηθικό και αρκετό χρόνο να προετοιμασθούν, οχυρώθηκαν στη θέση προφήτης Ηλίας πριν από τη στενωπό Δερβέν - Φούρκα. Παρέμεναν σε θέσεις απόκρυψης μέχρι να πλησιάσουν οι Άραβες μαχητές αρκετά κοντά και με μια ομοβροντία εξολόθρευσαν σχεδόν όλους όσους είχε στείλει ο Αιγύπτιος επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής εναντίον τους. Ο Χουσνί μπέης μόλις αναγνώρισε την ακριβή διάταξη της αμυντικής διάταξης των Ελλήνων διέταξε ολομέτωπη επίθεση εκ μέρους του συνόλου της εμπροσθοφυλακής. Και αυτή η δεύτερη επίθεση αντιμετωπίστηκε με θάρρος και αποτελεσματικά από τους Μανιάτες που με συνεχείς και εύστοχες βολές αποδεκάτιζαν τους εχθρούς τους. Αναλογιζόμενος τόσο την ανάγκη κατάληψης του Πολυάραβου, όσο και την οργή του Ιμπραήμ πασά, ο Αιγύπτιος επιτελής, διέταξε ακόμη μία επίθεση κατά του προφήτη Ηλία, την τρίτη κατά σειρά. Οι διαταγές του αυτή τη φορά ήταν σαφείς: εκδίωξη των αμυνομένων από τα ταμπούρια τους δια της λόγχης! Και αυτή η επιθετική προσπάθεια, χάριν της ανδρείας των απογόνων των αρχαίων Λακεδαιμόνιων, πνίγηκε στο αίμα αναγκάζοντας τον Χουσνί μπέη να προστρέξει στον Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος στρατηγός που επέβλεπε από μακριά την μάχη αποφάσισε να πλευροκοπήσει τις δυνάμεις των Μανιατών. Έστειλε ένα Τάγμα πεζικού και μια ορεινή πυροβολαρχία να πραγματοποιήσει κυκλωτική κίνηση και ταυτόχρονα διέταξε δύο Τάγματα πεζικού να επιτεθούν μετωπικά για να καθηλώσουν τους αμυνομένους. Η εμπροσθοφυλακή θα λειτουργούσε ως τακτική εφεδρεία στην νέα αυτή επιθετική ενέργεια. Η επίθεση εκδηλώθηκε αργά το απόγευμα και δεν πρόλαβε να γενικευθεί λόγω του σκότους. Η πρώτη μέρα τελείωσε με μικρές τακτικές νίκες των Ελλήνων.
Ενώ το βράδυ ο Ιμπραήμ προώθησε τα πυροβόλα του για να βάλλει επιτυχώς τις αμυντικές θέσεις στον προφήτη Ηλία, οι Μανιάτες οπλαρχηγοί συναντήθηκαν και αποφάσισαν να αφήσουν την πρώτη αυτή γραμμή άμυνα και να συμπτύξουν τις δυνάμεις τους στη δεύτερη θέση η οποία κάλυπτε τη Λάκκα-Στεφανάκου στην έξοδο της στενωπού Δερβέν-Φούρκα. Η σύμπτυξη έγινε μετά τις 11μ.μ με πλήρη μυστικότητα και αιφνιδίασε πλήρως τον Ιμπραήμ που στις 5:30 π.μ διέταξε γενική έφοδο, μόνο και μόνο για να βρει τον προφήτη Ηλία χωρίς υπερασπιστές. Μόλις αντιλήφθηκε τη σύμπτυξη των Ελληνικών δυνάμεων, διέταξε τον Συνταγματάρχη Οσμάν μπέη να καταδιώξει τους Μανιάτες με το Τάγμα και τη πυροβολαρχία που είχε αναλάβει την υπερκέραση του προφήτη Ηλία.
Οι προωθημένες μονάδες των Αιγυπτίων πέρασαν την στενωπό στις 7 π.μ. και δέχθηκαν καταιγισμό πυρών από τρία διαφορετικά σημεία από τους ήδη οχυρωμένους Έλληνες. Ο Οσμάν μπέης αναλογιζόμενος την κρισιμότητα της κατάστασης, αποφάσισε να εμπλέξει όλες τις δυνάμεις του στη μάχη. Ανέπτυξε τα πυροβόλα του και άρχισε να βάλλει, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Η μεγάλη κλίση του εδάφους δεν επέτρεπε αποτελεσματική χρήση του πυροβολικού. Οι Μανιάτες περίμεναν τους Αιγύπτιους να φθάσουν σε απόσταση βολής. Μόλις πλησίασαν αρκετά άρχισαν να τους κτυπάνε με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας. Παρά την γενναιότητα τους οι Άραβες και μετά από δίωρη μάχη, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Ο Ιμπραήμ βλέποντας το αδιέξοδο του εγχειρήματος, και μετά από σχολαστική εξέταση της γεωγραφίας της περιοχής, διέταξε τον Χουσνή μπέη με όλες του τις δυνάμεις να υπερκεράσει την δεύτερη αμυντική τοποθεσία των Μανιατών μέσω ενός στενού μονοπατιού, που οι ντόπιοι ονομάζουν Στενοδιάβατα. Έθεσε χρονικό όριο εκτέλεσης του κυκλωτικού ελιγμού και διέταξε επίσης τον Οσμάν μπέη να πραγματοποιήσει παραπλανητική μετωπική επίθεση κατά των αμυνομένων ώστε να τους καθηλώσει. Το σχέδιο του Ιμπραήμ ήταν απλό και ευφυές αλλά δεν απέδωσε τα αποτελέσματα που ήθελε ο Αιγύπτιος στρατηγός. Η ατραπός Στενοδιάβατα ήταν πολύ στενή και απότομη και έτσι οι δυνάμεις του Χουσνή δεν μπόρεσαν να τη διαβούν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Τους έπιασε η νύχτα και έτσι τερματίστηκαν οι επιχειρήσεις της δεύτερης μέρας των συγκρούσεων.

Οι Μανιάτες, γνωρίζοντας καλά την γη τους, είχαν σκοπούς και περιπόλους σε όλα τα γύρω υψώματα και αντιλήφθησαν γρήγορα τη νέα κυκλωτική κίνηση. Αποφάσισαν να οπισθοχωρήσουν εκ νέου, αυτή τη φορά μέσα στο χωριό Πολυάραβος. Με ανεβασμένο το ηθικό λόγων των νικών των προηγούμενων ημερών αλλά και ενισχυμένοι με νέους ξεκούραστους άνδρες από όλη τη Λακωνία, έβλεπαν με αισιοδοξία την κατάσταση. Αντίθετα οι Άραβες, εξουθενωμένοι και με πολλές απώλειες, είχαν χάσει το ηθικό τους. Ο Ιμπραήμ ήξερε πως για να διατηρήσει ελπίδες νίκης και κατάκτησης της Μάνης, θα έπρεπε την επόμενη μέρα να καταλάβει τον Πολυάραβο και να συντρίψει τους υπερασπιστές του!
Η επίθεση του ήταν σφοδρή. Οι δυνάμεις του ενήργησαν ως εξής: τέσσερα τάγματα με το σύνολο του πυροβολικού σε μετωπική επίθεση εναντίον του χωριού, ένα τάγμα με διαταγές να επιτεθεί στις βόρειο ανατολικές παρυφές του Πολυάραβου, ένα τάγμα να ανέβει στο ύψωμα Ζίζιαλι για να υπερκεράσει την τοποθεσία και ακόμη ένα τάγμα ως τακτική εφεδρεία. Αποφάσισε και χρησιμοποίησε δηλαδή επτά χιλιάδες άντρες, χωρίς να προσμετράμε τους άντρες του πυροβολικού, για να επιτεθεί σε ένα χωριό! Ο Πολυάραβος όμως ήταν ένα χωριό κτισμένο σε άριστη αμυντική τοποθεσία. Σε ψηλό ύψωμα δεν είχε κάποια ατραπό ή στενωπό για να υπερφαλαγγιστεί με ευκολία. Με ψηλά σπίτια και μαντρότοιχους σε όλη την εξωτερική περίμετρο, παρείχε ασφαλή κάλυψη για τους αμυνομένους και ταυτόχρονα έκανε εξαιρετικά επικίνδυνη οποιαδήποτε προσπάθεια προσέγγισής του.
Στις 8 π.μ. ξεκινάει η προώθηση των ταγμάτων εφόδου η οποία όμως πραγματοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς λόγω του ανώμαλου και πετρώδους εδάφους. Με μια μικρή στάση για ξεκούραση, οι επιτιθέμενοι φτάνουν μετά από τρεις κοπιαστικές ώρες σε απόσταση βολής και ξεκινάει η μάχη με πρωτοφανή σφοδρότητα. Η μάχη κορυφώνεται στις 2μ.μ όπου ο Ιμπραήμ ρίχνει στη μάχη το εφεδρικό τάγμα. Έγιναν κάποιες μεμονωμένες διεισδύσεις εντός του χωριού που αντιμετωπίστηκαν με επιτυχία από τους κατοίκους του χωριού. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο της Ελένης Αναειπόνυφης που σκότωσε έναν Αιγύπτιο που την κατεδίωκε κοντά στη βρύση της πλατείας εντός του χωριού! Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει το γεγονός στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης:
«Η Ελένη Αναειπόνυφη, βαστώσα τα δύο ανήλικα τέκνα της και καταδιωκομένη υπό τινός Αιγυπτίου, έφευγε προς το όρος του Πολυαράβου. Ο Αιγύπτιος έδραξε την συρομένην άκραν και επροσπάθει να κρατήση τοιουτοτρόπως την φεύγουσαν. Αλλ’ αυτή, αφήσασα κατά γης τα τέκνα, έδραξε την άλλην άκραν, όπου ευρίσκετο δεδεμένος ο θησαυρός της, δέκα δίστηλα. Αισθανθείσα δε ότι η ζώνη ετεντώθη, απέλυσεν αίφνης την άκραν και πεσόντα ύπτιον τον Αιγύπτιον ετραυμάτισε δια της ιδίας αυτού λόγχης και έσωσεν εαυτήν, τα τέκνα και τον θησαυρόν. »

Στις 3 μ.μ. μετά από τέσσερις ώρες λυσσαλέας μάχης, οι Μανιάτες θεώρησαν πως τόσο το ηθικό, όσο και η κούραση των Αιγυπτίων ήταν σε τέτοιο σημείο, ώστε να επιχειρήσουν έξοδο και καταδίωξη των εχθρών……και δεν έκαναν λάθος. Η έφοδος τους ήταν τρομακτική και πραγματικά σκόρπισαν τους Άραβες. Ξεκίνησε μια ανηλεής καταδίωξη μέχρι την πρώτη αμυντική τοποθεσία του προφήτη Ηλία, όπου και οι Μανιάτες σταμάτησαν την εφόρμησή τους. Άφησαν ισχυρή προφυλακή στην τοποθεσία και επέστρεψαν στον Πολυάραβο για ξεκούραση και ανασυγκρότηση. Το τάγμα των Αιγυπτίων που επιχειρούσε την παράκαμψη της τοποθεσίας, μόλις είδε την εξέλιξη της μάχης υποχώρησε συντεταγμένα προς Δεσφίνα.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Έτσι έληξε θριαμβευτικά για την Ελληνική Επανάσταση η τριήμερη μάχη του Πολυάραβου. Οι απώλειες των Αιγυπτίων ήταν 1100 νεκροί και 1400 τραυματίες ενώ των Ελλήνων ήταν 28 νεκροί και 75 τραυματίες μεταξύ των οποίων και 5 γυναίκες. Μία συντριπτική ήττα για μια σημαντική στρατιωτική φυσιογνωμία της εποχής, του Ιμπραήμ Πασά. Ο Αιγύπτιος στρατηγός αφού κατανόησε το αδύνατον του εγχειρήματος, λόγω του εδάφους αλλά και της μαχητικής αξίας των Μανιατών, αποφάσισε να οπισθοχωρήσει προς την Τρίπολη και μετά στράφηκε στη Μεθώνη για να διαχειμάσει.
Η Ελληνική Επανάσταση έμεινε ζωντανή, τόσο επιχειρησιακά όσο και στη συνείδηση των Ξένων Δυνάμεων που μετά από έναν περίπου χρόνο αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την ουδέτερη στάση τους και να συντρίψουν τον Τούρκο-Αιγυπτιακό στόλο στο Ναβαρίνο στις 8 Οκτωβρίου 1827. Και η ταπεινωτική ήττα του Ιμπραήμ έδωσε τα κατάλληλα επιχειρήματα στους φιλέλληνες ευρωπαίους διπλωμάτες αλλά και στους πραγματιστές στρατηγικούς αναλυτές της εποχής να συμφωνήσουν στην αναγκαιότητα αποχώρησης των Αιγυπτίων από την Ελλάδα και την παύση της ενίσχυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά των επαναστατημένων Ελλήνων από τον Μωχάμετ Άλι της Αιγύπτου.
Η μεγάλη και σημαντική αυτή νίκη πέρασε αναπόφευκτα και στη λαϊκή παράδοση:

Όλ’ η Ελλάς μοιρολογά, θρηνούνε χώρες και χωριά
 Απ’άκρη σ’ άκρη ένας καπνός φαίνεται σ' όλον το Μωρηά!
Τ’ είν’ το κακό πού γίνεται; Μην ήρθαν τα στερνά;
1 Στερνά : η Δευτέρα Παρουσία.
Ή ο Θεός ωργίστηκε ή ο ‘Μπραήμ περνά!
Η Μάνη η ανυπότακτη του καίει την καρδιά!
Μ' αυτός υπόσχεσι έδωκε -και ποιός θα τον πιστέψει-
Ή θαν την πάρει με καλό, ή θαν την ‘ξολοθρέψει!
«Η Μάνη θα υποταχτεί» -«Ο Ιμπραήμ το θέλει»-
Τόπε κι ο κόσμος τρόμαξε. Μα κείνη δεν τη μέλει!
Προσεύχουντ’ όλα τα τζαμιά -μη βρέξει και μη στάξει-
 
Γιατί ο ‘Μπραήμ ‘βουλήθηκε τη Μάνη να υποτάξει!
Όλοι οι Χοτζάδες εύχονται για ‘Κείνον σ’ τον Αλλάχ
Σαν νάναι ο Σουλτάνος τους, σαν νάναι Πατισάχ!
Είναι μεγάλος στρατηγός, είναι γερό μυαλό
Μ ’αυτή του η απόφαση ας τούβγει σε καλό! .....
‘Σ τη «Βέργα» πρωτοχτύπησε, μα πρώτα κει τσακίστη
Κι απ’ τις γυναίκες σ’ το «Δηρό» τ’ ασκέρι του σκορπίστη
Δεν απελπίστη ο Τουρκαλάς, το πείσμα τον θεριεύει
Κι ’απ’ του Μαλεύρη τα χωριά σ’ τη Μάνη να μπει γυρεύει!
Από μακριά γνωρίζεται σ' τ' αραβικό του άτι
Χιλιάδες έχει δώδεκα και δώδεκα μιντάτι
Σ’ όλον τον δρόμο τον Αλλάχ παρακαλά και λέει
Κι από το πείσμα το πολύ αφρομανά και κλαίει:
«Αλλάχ, εδώ την «κλεφτουριά», εδώ τους αποστάτες
Βοήθα, μην πάρουν τάρματα και πάν’ με τους Μανιάτες»
 
Στη «Λίμνη» σ’ το «Βρομόνερο» κοντά στρατοπεδεύει
Τ’ ασκέρι τ’ αναπάντηκε, μ’αυτός δεν ξεπεζεύει!
‘Σ το πρώτο τα Κονάκια να πάρει εβουλήθη
Μα τα στενά είχαν πιαστεί κι αμέσως παραιτήθη!
Τον έν απ’ τους χνηλάτες του κάτου σ’ το «Μοναστήρι»
 
Μια γυναίκα έσφαξε με ένα κλαδευτήρι
Πολλούς και δύο αρχηγούς με τα «γαλούνια πλάκα»
Οι Τουρκατζιάνοι σκότωσαν μες τ’ Άη-Γιωργιού τη λάκκα!
Βαράτε Τουρκατζιάνισσες χτυπάτε Τουρκατζάκια
Σ’ τη Μάνη δε θα ξεχαστεί τι αξίζουν τα Κονάκια!
Ένας μονάχα γλίτωσε κι έφερε το «χαμπέρι»
Εις τον ‘Μπραήμ, πως το «μικρό» εχάθηκε «ασκέρι».
Τότε το δρόμο άλλαξε απ’ την πλευρά εκείνη
Και μ’ όλο το ασκέρι του τραβά για τη «Μελτίνη»
Εις τη «Μπαρδούνια» στάθηκε, το δρόμο δε γνωρίζει
Να κάμει πίσω ντρέπεται, μα μπρος απογυρίζει
..............................................................................
Μεσάνυχτα εφτάσανε σ’ τον «Πύργο» του «Σταθάκου»
Ως το πρωί καρτέραγαν να φύγει -Μα του κάκου!
Γέρο Σταθάκος φώναξε, μόλις ο ήλιος βγαίνει:
«Στραβαραπάδες, φύγετε, ντουφέκι σας προσμένει,
 
Η Μάνη αρχίζει από ‘δω η κοσμοξακουσμένη,
Σημαία δεν προσκύνησε, ή τούρκικη ή ξένη».
Παιδιά, γυναίκες και γαμπροί έχουν καλό «καρτέρι»

Πηγή: Αρχείο Πατσουράκου

Νίκος Τοπούζης Ιστορικός Συγγραφέας