Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΟΧΙ" !


Το δεύτερον «όχι»

Κατά την πρωίαν της 6ης Απριλίου επανελήφθη η σκηνή του όρθρου της 28ης Οκτωβρίου του 1940, με μικράς διαφοράς. Κατά την 5.15' π.μ. ήχησε το εντός του κοιτώνος του προέδρου της κυβερνήσεως τηλέφωνον.
Ο καλών ανήγγειλε γαλλιστί εις την λαβούσαν το ακουστικόν κυρίαν Κορυζή ότι ο πρέσβυς της Γερμανίας επιθυμεί να επισκεφθή επειγόντως τον πρωθυπουργόν και εζήτησε να ορισθή προς τούτο ώρα. Του απήντησαν ότι ο πρόεδρος θα εδέχετο τον πρέσβυν μετά ημίσειαν ώραν.
Ο Κορυζής μαντεύων τον λόγον της επισκέψεως έσπευσε να ειδοποιήση αμέσως τον βασιλέα και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Ο πρίγκηψ Έρμπαχ έφθασεν εις την οικίαν Κορυζή κατά την ορισθείσαν ώραν ακριβώς και αφού εχαιρέτησε με τυπικήν ευγένειαν τον πρωθυπουργόν προέβη εις την λακωνικήν δήλωσιν: «Επιτρέψατέ μου να σας αναγγείλω ότι η κυβέρνησίς μου επέδωσε την στιγμήν αυτήν εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν διακοίνωσιν αντίγραφον της οποίας θα σας αναγνώσω αμέσως».


Και ανέγνωσε το ακόλουθον κείμενον:

«Από της ενάρξεως του πολέμου, του επιβληθέντος εις την Γερμανίαν δια της κηρύξεως του πολέμου εκ μέρους της Αγγλίας και της Γαλλίας, η κυβέρνησις του Ράιχ εξέφρασε πάντοτε σαφώς και απεριφράστως την θέλησίν της όπως η στρατιωτική σύρραξις περιορισθή μεταξύ των εμπολέμων κρατών, και ιδίως όπως παραμείνη εκτός πολέμου η περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου. Μετά της αυτής σαφηνείας διεκήρυξε κατ' επανάληψιν ότι θα αντετάσσετο αμέσως με όλα τα εις την διάθεσιν αυτής ευρισκόμενα πολεμικά μέσα εις πάσαν αγγλικήν απόπειραν όπως μεταφέρη τον πόλεμον και εις άλλας χώρας.
Με την καταστροφήν των αγγλικών εκστρατευτικών δυνάμεων και την εκδίωξιν των υπολειμμάτων αυτών εκ της Νορβηγίας και της Γαλλίας, η ήπειρός μας είχεν απαλλαγή τελείως των βρεταννικών στρατευμάτων. Εκ τούτου ανέκυπτε δι' όλα τα ευρωπαϊκά κράτη το κοινόν συμφέρον όπως διατηρηθή πλήρως η επιτευχθείσα απομάκρυνσις της Αγγλίας εκ της ηπειρωτικής Ευρώπης, ως το πλέον ασφαλές εχέγγυον της ευρωπαϊκής ειρήνης, και μη αφεθή ουδείς Άγγλος στρατιώτης όπως θέση πλέον πόδα επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Το πρόβλημα τούτο ετίθετο και δια τον ελληνικόν λαόν κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και δια τους άλλους λαούς της ηπείρου, και ήτο προφανές ότι η ελληνική κυβέρνησις θα προσηρμόζετο κάλλιστα προς την κατάστασιν εάν ετήρει ειλικρινή και αυστηράν ουδετερότητα. Η στάσις αυτή θα ήτο απολύτως φυσική δια την Ελλάδα και θα ανταπεκρίνετο εις τα ζωτικά αυτής συμφέροντα, και τούτο μάλιστα εκ του λόγου ότι ουδείς των εμπολέμων ηδύνατο πράγματι να έχη ζωτικόν συμφέρον όπως εμπλέξη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις του μίαν χώραν η οποία ευρίσκετο μακράν του πραγματικού θεάτρου του πολέμου. Ούτως η Γερμανία και η Ιταλία ουδέποτε ηξίωσαν άλλο τι από την Ελλάδα ειμή την τήρησιν μιας γνήσιας ουδετερότητος.
Εντεύθεν λοιπόν είναι έτι μάλλον ακατανόητον ότι παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνησις εγκατέλειψε την στάσιν ταύτην, η οποία διεγράφετο εις αυτήν σαφώς, και τοιουτοτρόπως εισήλθεν εις τον δρόμον όστις θάττον ή βράδιον ήτο φυσικόν να φέρη τον λαόν της εις φυσικούς κινδύνους. Γνωρίζομεν σήμερον ότι η Ελλάς εγκατέλειψε πράγματι την στάσιν τής ουδετερότητος από της κατά τον Σεπτέμβριον του 1939 εκρήξεως του πολέμου και έλαβε θέσιν κατ' αρχάς μυστικώς και είτα ολονέν εμφανέστερον υπέρ των εχθρών της Γερμανίας και προ παντός υπέρ της Αγγλίας. Μέχρι ποίου σημείου η ελληνική πολιτική και προ της εκρήξεως του πολέμου ήτο επηρεασμένη από τας εις τους κύκλους της ελληνικής κυβερνήσεως επικρατούσας συμπαθείας προς την Αγγλίαν, αποδεικνύει το γεγονός και μόνον ότι κατ' Απρίλιον του 1939 η Ελλάς απεδέχθη πολιτικήν εγγύησιν των Δυτικών Δυνάμεων. Κατόπιν της λίαν γνωστής πείρας της κτηθείσης εκ των αγγλικών εγγυήσεων, έδει να έχη πλήρη επίγνωσιν ότι, ενεργούσα ούτως, έθετεν αναγκαίως την χώραν της υπό την εξάρτησιν της Αγγλίας και ότι μοιραίως θα ευρίσκετο περιπεπλεγμένη εις τα ήδη υφιστάμενα τότε αγγλικά σχέδια κυκλώσεως της Γερμανίας. Η τάσις αύτη εξεδηλώθη το πρώτον εμφανώς μετά την έκρηξιν του πολέμου κατ' Οκτώβριον του 1939, όταν η ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη και να συζητήση καν το ενδεχόμενον παρατάσεως του συμφώνου φιλίας μετά της Ιταλίας, του οποίου η ισχύς εξέπνεε κατά το έτος τούτο. Κατά την ιδίαν εποχήν περιήλθον εις την κατοχήν της κυβερνήσεως του Ράιχ στοιχεία συμφώνως προς τα οποία η δια της βρεταννικής βοηθείας εγκατασταθείσα τότε εις την αρχήν ελληνική κυβέρνησις από της εγκαθιδρύσεώς της εις την εξουσίαν είχεν αναλάβει ευρείας υποχρεώσεις έναντι της αγγλικής πολιτικής. Εάν επί του σημείου τούτου υπελείπετο και η ελαχίστη ακόμη αμφιβολία, τα επίσημα έγγραφα άτινα ευρέθησαν εις την Λα Σαριτέ της Γαλλίας και τα οποία ήδη εδόθησαν εις την δημοσιότητα αποδεικνύουν κατά τον πλέον αναμφισβήτητον τρόπον την θέσιν ην έλαβε σαφώς η Ελλάς εναντίον του Άξονος από της εκρήξεως του πολέμου. Από τα επίσημα ταύτα στοιχεία του γαλλικού γενικού επιτελείου και της γαλλικής κυβερνήσεως προκύπτει η ακόλουθος εικών περί της αληθούς πολιτικής, την οποίαν ηκολούθησε μυστικώς η ελληνική κυβέρνησις:
1. Από του Σεπτεμβρίου ήδη του 1939 το ελληνικόν γενικόν επιτελείον απέστειλεν εις Άγκυραν τον συνταγματάρχην Δόβαν ίνα έλθη εις επαφήν με τον στρατηγόν Βεϋγκάν, αρχιστράτηγον του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος εν τη Εγγύς Ανατολή.
2. Την 18ην Σεπτεμβρίου 1939 ο Έλλην πρεσβευτής εν Παρισίοις Πολίτης έδωσε την διαβεβαίωσιν ότι η Ελλάς δεν επεθύμει την ανανέωσιν της μετά της Ιταλίας συνθήκης, ήτις εξέπνεε τον Οκτώβριον, ειμή μόνον “εφ' όσον μία τοιαύτη συμφωνία δεν θα ημπόδιζε τον σχηματισμόν ενός ανατολικού μετώπου”.
3. Κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου 1939 ο υφυπουργός των Εξωτερικών Μαυρουδής εδήλωσεν εις τον Γάλλον πρεσβευτήν εν Αθήναις ότι η Ελλάς όχι μόνον δεν θα ημπόδιζε μίαν αποβίβασιν των συμμάχων εις Θεσσαλονίκην, αλλά τουναντίον θα υπεστήριζεν ενεργώς αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν μόνον ότι η επιτυχία των επιχειρήσεων θα ήτο εξησφαλισμένη.
4. Η επαφή η λαβούσα χώραν κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1939 μεταξύ του εν Αθήναις Γάλλου στρατιωτικού ακολούθου και του Έλληνος αρχηγού του γενικού επιτελείου ωδήγησε την 4ην Δεκεμβρίου 1939 εις την ρητήν επιθυμίαν του ελληνικού γενικού επιτελείου, όπως γίνη έναρξις στρατιωτικών διαπραγματεύσεων, καθώς και εις την αποστολήν εις Ελλάδα του συνταγματάρχου του γαλλικού γενικού επιτελείου Μαριό.
5. Εις σημείωμα του στρατηγού Γκαμελαίν υπό χρονολογίαν 4 Ιανουαριου 1940 λέγεται ότι ο αρχηγός του ελληνικού γενικού επιτελείου κατέστησε γνωστόν ότι ήτο εις θέσιν να εγγυηθή την αποβίβασιν ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος εις Θεσσαλονίκην, υπό την επιφύλαξιν επαρκούς υποστηρίξεως δι’ αεροπορικών δυνάμεων και δια δυνάμεων αντιαεροπορικής αμύνης.

Η κυβέρνησις του Ράιχ, ήτις προ πολλού ετέλει εν γνώσει των στοιχείων τούτων, άτινα επεβάρυνον σοβαρώς την ελληνικήν κυβέρνησιν, ανέμενεν εν τούτοις με υπέρμετρον υπομονήν και μακροθυμίαν την περαιτέρω εξέλιξιν της ελληνικής πολιτικής. Ακόμη και όταν η Ελλάς έθεσεν εις την διάθεσιν του βρεταννικού ναυτικού βάσεις επί των νήσων της και η Ιταλία, η σύμμαχος του γερμανικού Ράιχ; εν όψει της στάσεως αυτής, ήτις δεν ήτο πλέον στάσις ουδετέρου κράτους, εξηναγκάσθη εις στρατιωτικήν δράσιν εναντίον της Ελλάδος, η Γερμανία διετήρησε την στάσιν της αναμονής. Ταύτην καθώριζεν η ειλικρινής ελπίς του γερμανικού λαού, όστις μέχρι τότε διεπνέετο αποκλειστικώς υπό αισθημάτων φιλίας δια τον ελληνικόν λαόν, ότι η Ελλάς θ' ανεμιμνήσκετο εν τέλει των αληθών συμφερόντων της και ότι ούτω η ελληνική κυβέρνησις, παρ' όλα όσα συνέβησαν, θα εύρισκε την ευκαιρίαν να επανέλθη εις την αληθή ουδετερότητα. Υπό το πνεύμα τούτο ο φον Ρίμπεντροπ, υπουργός των Εξωτερικών του Ράιχ, εις συνομιλίαν ην έσχε εν Φουσλ μετά του Έλληνος πρεσβευτού την 26ην Αυγούστου 1940 έδωσεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν υπό σοβαρόν τύπον την συμβουλήν όπως εγκαταλείψη την μεροληπτικώς ευμενή προς την Αγγλίαν στάσιν της. Πέραν όμως τούτου δι' επανειλημμένων δημοσίων δηλώσεων αυτού του Φύρερ η ελληνική κυβέρνησις κατέστη ενήμερος ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα ηνείχετο όπως βρεταννικαί στρατιωτικοί δυνάμεις εγκατασταθούν επί ελληνικού εδάφους. Υπενθυμίζομεν μεταξύ άλλων επί του σημείου τούτου τον λόγον τον εκφωνηθέντα υπό του Φύρερ την 30ην Ιανουαρίου 1941, εν τω οποίω αναφέρεται: “ Ίσως στηρίζουν ελπίδας επί των Βαλκανίων, αλλ' ούτε εκεί βλέπω τύχην δι' αυτούς, διότι εν πράγμα είναι βέβαιον: εκεί όπου η Αγγλία θα εμφανισθή θα της επιτεθώμεν και είμεθα αρκετά ισχυροί δια να το πράξωμεν”.
Η ελληνική κυβέρνησις περιεφρόνησε όλας αυτάς τας προειδοποιήσεις, επί πλέον δε — πρέπει ρητώς τούτο να βεβαιωθή εδώ — ουδέποτε απετάθη προς την κυβέρνησιν του Ράιχ και δια να συζητήση μόνον μετ' αυτής την δυνατότητα επανόδου της Ελλάδος εις την ουδετερότητα. Η αιτία ήτο προφανής. Η Ελλάς είχεν ήδη αφεθή να παρασυρθή πολύ μακράν εις την αγγλικήν πολιτικήν της επεκτάσεως του πολέμου και δεν ήτο πλέον κυρία των αποφάσεών της. Αύται υπηγορεύοντο μάλλον εις αυτήν τότε υπό της αγγλικής κυβερνήσεως. Τα πράγματα έφθασαν εις σημείον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις, ήτις αρχικώς, μετά την έναρξιν του κατά της Ιταλίας πολέμου, είχε περιορισθή εις την συνδρομήν βρεταννικών τεχνικών σχηματισμών αεροπορίας, υπεχρεώθη μετ' ολίγον εκ της ανάγκης των πραγμάτων να προχωρήση περαιτέρω εις την οδόν αυτήν. Ολίγον μετά την κατάληψιν της Κρήτης τα πράγματα έλαβον τοιαύτην εξέλιξιν, ώστε συγκεκροτημένοι σχηματισμοί βρεταννικών στρατευμάτων απεβιβάσθησαν εις την Ελλάδα και κατέλαβον όλα τα σπουδαία στρατηγικά σημεία. Αι δηλώσεις αι γενόμεναι από καιρού εις καιρόν υπό της ελληνικής κυβερνήσεως και δια των οποίων επεχείρει ν' αρνηθή τα γεγονότα ταύτα δεν δύνανται να κριθούν ειμή ως νέα απόδειξις της ανειλικρίνειάς της και της εξαρτήσεώς της από της Αγγλίας.
Από τίνων εβδομάδων ουδεμία πλέον δύναται να ύπαρξη αμφιβολία ότι η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήση εν Ελλάδι νέον μέτωπον κατά της Γερμανίας — του είδους της κατά τον παγκόσμιον πόλεμον εκστρατείας της εις Θεσσαλονίκην — δια να προβή εκείθεν εις μίαν τελευταίαν απόπειραν όπως φέρη τον πόλεμον εις την Ευρώπην. Από της απόψεως αυτής αι ειδήσεις, κατά τας οποίας το γενικόν επιτελείον των εν Ελλάδι δρωσών αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων αποκατέστησε σύνδεσμον μετά του εν Βελιγραδίω γενικού επιτελείου, προσλαμβάνουν ιδιαιτέραν σημασίαν. Κατά τας τελευταίας όμως ημέρας η Ελλάς κατέστη πλέον φανερόν πεδίον δράσεως των αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Επί του παρόντος οι Άγγλοι ενεργούν εκεί σοβαράς σημασίας στρατηγικάς κινήσεις και μεταφοράς στρατευμάτων, ειδήσεις δε εξ Αμερικής επιβεβαιούν ότι αγγλικός στρατός εκ 200.000 ανδρών ευρίσκεται ήδη έτοιμος προς δράσιν εν Ελλάδι.
Δια του τρόπου τούτου η Ελλάς, ήτις υπήρξε το μόνον ευρωπαϊκόν κράτος το οποίον επέτρεψεν εις τα αγγλικά στρατεύματα να θέσουν πόδα επί του ευρωπαϊκού εδάφους, ανέλαβεν έναντι της ευρωπαϊκής κοινότητος βαρείαν ευθύνην. Αναμφιβόλως ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος δια την εξέλιξιν ταύτην. Ως εκ τούτου όμως είναι ακόμη μεγαλυτέρα η ευθύνη η οποία βαρύνει την παρούσαν ελληνικήν κυβέρνησιν δια την ανεύθυνον αυτήν πολιτικήν της. Η ελληνική κυβέρνησις εδημιούργησε τοιουτοτρόπως μίαν κατάστασιν, έναντι της οποίας η Γερμανία δεν δύναται πλέον να παραμείνη αδρανής επί μακρόν. Δια τον λόγον αυτόν η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματά της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλόμενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.
Η κυβέρνησις του Ράιχ, καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη τον ελληνικόν λαόν ως τοιούτον. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγκασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους προορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι, εκδιώκουσα ταχέως τους παρεισάκτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν δια την ευρωπαϊκήν κοινότητα».

Η απάντησις της Ελλάδος

Εις την ανακοίνωσιν ήτο συνημμένον υπόμνημα περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν ανάλυσιν των περιεχομένων εις αυτήν αιτιάσεων περί παραβιάσεων της ελληνικής ουδετερότητος και περί του αριθμού των ευρισκομένων επί του ελληνικού εδάφους βρεταννικών δυνάμεων, αποκαλυπτόμενης της δράσεώς της εις την Ελλάδα γερμανικής κατασκοπείας.
Αλλά και η διακοίνωσις και το υπόμνημα ήσαν απλώς χαρτιά και λόγια δια να στηριχθή η δικαιολογία του πολέμου. Ο Χίτλερ επροσπαθούσε να εφεύρη στοιχεία εμφανίζοντα ανειλικρινή την ελληνικήν ουδετερότητα και δεν εδίσταζε να δικαιολογή και την επίθεσιν της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, ενώ εγνώριζεν ότι όλα τα εις την Αλβανίαν επεισόδια και οι ισχυρισμοί των ανθρώπων της Ρώμης ωφείλοντο εις ιταλικήν σκηνοθεσίαν. Όσον αφορά την αποβίβασιν βρεταννικών στρατευμάτων εις την Ελλάδα εγνώριζεν επίσης ότι τούτο έγινεν αφού προηγουμένως αι ιδικαί του μεραρχίαι είχαν περάσει εις την Βουλγαρίαν, ήτο δε προειδοποιημένος, ως είπομεν, ότι Βρεταννοί δεν θ' απεβιβάζοντο αν δεν διέβαινεν ο γερμανικός στρατός τον Δούναβιν φανερώνων τας επιθετικάς κατά της Ελλάδος προθέσεις. Ήτο επομένως ψεύδος ότι δεν ήθελε την επέκτασιν του πολέμου εις τα Βαλκάνια και ότι δεν τον ενδιέφερεν η Ελλάς.
Εκ της αλληλογραφίας του Χίτλερ και του Μουσσολίνι εξάγεται ότι η Γερμανία προ του ελληνοϊταλικού πολέμου ακόμη απέβλεπεν εις την χρησιμοποίησιν της Κρήτης, καταλαμβανομένης υπό ισχυρών δυνάμεων αλεξιπτωτιστών, ως γερμανικής βάσεως εξορμήσεως προς νότον και προς ανατολάς. Εις δε την από 20ής Νοεμβρίου επιστολήν του προς τον Μουσσολίνι ο Χίτλερ έγραφε κατηγορηματικώς, εξάγων συμπεράσματα από τας έως τότε απέναντι των Ιταλών ελληνικάς νίκας: «Ψυχολογικαί συνέπειαι: Είναι δυσάρεστοι, καθ' όσον η ελληνική κατάστασις βαρύνει πολύ καν δυσμενώς επί διπλωματικών προπαρασκευών, αι οποίαι ευρίσκονται εν πλήρει εξελίξει». Υποδεικνύων δε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν έγραφε καθαρά: «Πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν κάποιο είδος συνεννοήσεως με την Τουρκίαν δια να εξαλείψωμεν την τουρκικήν πίεσιν επί της Βουλγαρίας... Η Γιουγκοσλαυΐα πρέπει να πεισθή όπως παύση ενδιαφερομένη δια τας παρούσας κατευθύνσεις της και όταν τούτο θα είναι δυνατόν να ενδιαφερθή εις θετικήν συνεργασίαν μεθ' ημών προς εκκαθάρισιν της ελληνικής υποθέσεως». Γράφων δε περί των σχεδιαζομένων γερμανικών επιχειρήσεων προς εκκαθάρισιν της Μεσογείου προσέθετε:
«Τούτο θα είναι το αποφασιστικόν προοίμιον της στρατιωτικής επιχειρήσεως, ήτις αισθάνομαι ότι δεν είναι δυνατόν ν' αναληφθή προ των πρώτων ημερών του Μαρτίου και εναντίον αυτής ακόμη της Ελλάδος. Θεωρώ αναγκαίον το χρονικόν διάστημα δια τον απλούν λόγον ότι θα είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν προ της εποχής ταύτης εν Ρουμανία τοιαύται δυνάμεις, ώστε να εξασφαλισθή εν οιαδήποτε περιπτώσει η επιτυχία. Μόνον κατ’ εκείνην την εποχήν δυνάμεθα ν' αναμένωμεν επιτυχίαν εν βραχυτάτω χρόνω». Ωμολογήθη επομένως υπό του ιδίου το Χίτλερ ότι η κατά της Ελλάδος γερμανική επιχείρησις ήτο αποφασισμένη από του Νοεμβρίου του 1940, οπότε δεν είχον αποβιβασθή Βρεταννοί εις την Ελλάδα. Η γερμανική διακοίνωσις, στηριζομένη επί ψευδών, δεν διέφερεν από το ιταλικόν τελεσίγραφον παρά μόνον εις το ότι δεν ώριζε προθεσμίαν προς απάντησιν και αποδοχήν όρων, αλλά ανήγγελλεν απλώς την εισβολήν. Απορρέουσα από την γερμανικήν ιδιοσυγκρασίαν ήτο ιταμωτέρα του ιταλικού τελεσιγράφου.
Αλλ' η στάσις της ελληνικής κυβερνήσεως απέναντι του δευτέρου εχθρού, στηριζομένη όπως η τηρηθείσα απέναντι των Ιταλών επί των υπαγορεύσεων των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής τιμής, είχεν ήδη προκαθορισθή. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως απήντησεν εις τον Γερμανόν πρεσβευτήν ότι η Ελλάς υπεραμυνόμενη του εθνικού εδάφους θ' αντιτάξη αντίστασιν εις την προσβολήν των γερμανικών στρατευμάτων.
Ο Κορυζής επεκοινώνησεν αμέσως με τον βασιλέα, υπό την προεδρίαν του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις, εις την οποίαν συμμετέσχον πλην του πρωθυπουργού οι υπουργοί των πολεμικών υπουργείων και ο αρχιστράτηγος. Επηκολούθησεν υπουργικόν συμβούλιον. Ο πρωθυπουργός ανεκοίνωσε τα γεγονότα και οι υπουργοί επεδοκίμασαν την δοθείσαν εις την γερμανικήν διακοίνωσιν απάντησιν και έλαβαν γνώσιν του ακολούθου διαγγέλματος του βασιλέως Γεωργίου προς τον ελληνικόν λαόν:

«Έλληνες. Νέος εχθρός προσέβαλε σήμερον την πρωίαν την τιμήν της πατρίδος μας. Χωρίς καμμίαν προειδοποίησιν, την ιδίαν στιγμήν κατά την οποίαν επεδίδετο από την γερμανικήν κυβέρνησιν εις την ελληνικήν εν έγγραφον αναγγέλλον απλώς την ενέργειάν της, τα γερμανικά στρατεύματα εκτύπησαν τα σύνορά μας.
Ο ηρωικός μας στρατός, φρουρός ακοίμητος του ιερού μας εδάφους, το προασπίζει ήδη δια του αίματός του.
Έλληνες, ο ελληνικός λαός, ο οποίος απέδειξεν ήδη εις τον κόσμον ότι θέτει υπέρ παν άλλο την τιμήν, θα την υπερασπισθή και έναντι του νέου εχθρού μέχρις εσχάτων. Η Ελλάς, η τόσον μικρά, την οποίαν προσβάλλει σήμερον μία ακόμη αυτοκρατορία, είναι ταυτοχρόνως τόσον μεγάλη, ώστε να μη δύναται να επιτρέψη εις κανένα να την θίξη.
Ο αγών μας θα είναι σκληρός, τραχύς, αμεί¬λικτος. Δεν θα ορρωδήσωμεν προ ουδενός πόνου, δεν θα σταματήσωμεν προ ουδεμίας θυσίας. Αλλ' η νίκη μας αναμένει εις το τέρμα του δρόμου μας δια να στεφανώση μίαν ακόμη και οριστικήν φοράν την Ελλάδα. Εις το πλευρόν μας ίστανται πανίσχυροι σύμμαχοι, η Βρεταννική αυτοκρατορία με την ακατάβλητον θέλησίν της και αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής με τους ανεξάντλητους πόρους των. Εις το πεδίον της μάχης αγωνιζόμεθα αγκώνα προς αγκώνα με τους αδελφούς μας Νοτιοσλαύους, οι οποίοι χύνουν και αυτοί μαζί μας το αίμα των δια την σωτηρίαν ολοκλήρου της Βαλκανικής και της ανθρωπότητος.
Θα νικήσωμεν! Με την βοήθειαν του Θεού και την ευλογίαν της Παναγίας θα νικήσωμεν. Η ιστορία των εθνών θα γράψη ακόμη μίαν φοράν ότι η χώρα την οποίαν λαμπρύνει ο Μαραθών και η Σαλαμίς δεν υποκύπτει, δεν κάμπτεται, δεν παραδίδεται.
Όλοι μαζί, Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, υψώσατε το ανάστημά σας, σφίξατε τους γρόνθους σας και σταθήτε εις το πλευρόν μου, προασπισταί της Ελληνικής Πατρίδος, της χθεσινής, της σημερινής και της αυριανής, αντάξιοι των προγόνων σας, παραδείγματα εις τους επιγόνους σας, πρόμαχοι της ελευθερίας, της βγαλμένης από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Εμπρός τέκνα της Ελλάδος εις τον υπέρ πάντων αγώνα».

Η κυβέρνησις απηύθυνεν επίσης το εξής διάγγελμα προς τον λαόν:

«Ο πρεσβευτής της Γερμανίας επεσκέφθη σήμερον την 5.30' πρωινήν ώραν τον κ. Πρωθυπουργόν και ανεκοίνωσεν αυτώ εκ μέρους της κυβερνήσεώς του ότι ο γερμανικός στρατός θα επιτεθή κατά της Ελλάδος. Ταυτόχρονοι εκ των συνόρων πληροφορίαι έφερον πραγματοποιουμένην την γερμανικήν απειλήν. Ούτω κατά τα εξημερώματα της 6ης Απριλίου του 1941 επανελαμβάνοντο ακριβώς παρά του ετέρου μέλους του Άξονος τα γεγονότα της νυκτός της 28ης Οκτωβρίου 1940. Απέναντι της νέας ταύτης επιβουλής κατά της τιμής, της ελευθερίας και της ακεραιότητος της χώρας μας, ο ελληνικός στρατός και ο ελληνικός λαός καλούνται και πάλιν να πράξουν με δύναμιν και ευψυχίαν και σταθερότητα το απέναντι της λατρευτής πατρίδος καθήκον των με πλήρη συναίσθησιν του δικαίου των, με την ευλογίαν του Θεού και με την βοήθειαν των γενναίων και μεγάλων συμμάχων μας».


Ο αρχιστράτηγος Παπάγος εξέδωσε ταυτοχρόνως την ακόλουθον ημερησίαν διαταγήν προς τον στρατόν:

«Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται! Δια μίαν ακόμη φοράν τα ελληνικά όπλα καλούνται να υπερασπίσουν το πάτριον έδαφος. Ένας επί πλέον εισβολεύς, ένας επί πλέον αντίπαλος, ανήκων ατυχώς εις την ομάδα των αυτοκαλουμένων πεπολιτισμένων κρατών, επιχειρεί να καταπατήση τα ιερά του έθνους.
Θα αντιστώμεν και θα νικήσωμεν, όπως ενικήσαμεν και τον άλλον πολυάριθμον εχθρόν, όπως αντεστάθημεν και εις εκείνου τας ορδάς και τας περιφρονητικάς προς την προσφιλή πατρίδα μας αξιώσεις.
Θα νικήσωμεν, διότι θα πολεμήσωμεν πάλιν υπό την σημαίαν της υπερτάτης δικαιοσύνης και διότι παρά το πλευρόν μας ίσταται συμπολεμιστής και αποφασιστικός σύμμαχος ο στρατός της πανίσχυρου Βρεταννικής αυτοκρατορίας.
Θα πολεμήσωμεν αντιτάσσοντες εις την βίαν του επιδρομέως τα όπλα μας και τα στήθη μας, διδάσκοντες και τον νέον αντίπαλον ότι η Ελλάς, από την οποίαν ήντλησε τόσα πολύτιμα διδάγματα, δεν ατιμάζεται.
Μαχηταί του ιταλικού μετώπου. Εξακολουθήσατε την ένδοξον και απαράμιλλον προσπάθειαν κρατούντες πάντοτε υπό το πέλμα σας και υπό την θέλησίν σας τον αντίπαλόν σας. Προσθέσατε νέας δάφνας εις τας σημαίας σας.
Μαχηταί του γερμανικού μετώπου. Αποδείξατε ότι είσθε ισάξιοι των συναδέλφων σας του ιταλικού μετώπου. Φιλοδοξήσατε να προσθέσετε νέας ενδόξους σελίδας εις την ιστορίαν του έθνους μας.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται. Ο Θεός της Ελλάδος είναι μαζί μας. Η Θεομήτωρ Μαρία θα μας παρακολουθήση με στοργήν εις τους νέους αγώνας μας. Η αθάνατος μοίρα του έθνους, αυτή που το συνετήρησε, που το διεφύλαξε πρόμαχον των ελευθεριών και των υψηλών εκδηλώσεων του ανθρωπίνου πνεύματος, της ηθικής και του καλού δια μέσου των αιώνων, μας παραστέκει σήμερον.
Με τους Βρεταννούς αδελφούς μας εν όπλοις και εν ψυχαίς — διότι είναι αδελφοί μας πλέον και αι δύο χώραι ακολουθούν ηνωμέναι την ιδίαν φωτεινήν λεωφόρον που οδηγεί εις τον δύσκολον θρίαμβον — θα διαφυλάξωμεν την τιμήν της πατρίδος μας.
Ατενίζοντες υψηλά, αντλούντες υπεράνθρωπον θάρρος από τας ψυχάς μας, αι οποίαι διαισθάνονται πλήρως ότι μαχόμεθα πάντοτε υπέρ βωμών και εστιών, με το όπλον ανά χείρας και υπό την σκέπην του Θεού θα προχωρήσωμεν προς την νίκην. Την τελικήν πλέον, την λαμπροτέραν, την ιερωτέραν ελληνικήν νίκην, η οποία και την φοράν αυτήν — ουδείς Έλλην αμφιβάλλει — θα είναι ιδική μας».

ΠΗΓΗ: Διονυσίου Α. Κόκκινου, της Ακαδημίας Αθηνών: «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις Μέλισσα.

Από το αρχείο του κ. Γεώργιου Μαυράκη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου