Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ 904 μ.Χ.



Η άλωση της Θεσσαλονίκης από το Λέοντα Τριπολίτη
904 μ..Χ


 Ιωάννης Καμινιάτης, "Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης".
Η μετάφραση που ακολουθεί έχει αντληθεί από το βιβλίο Ιωάννης Καμινιάτης, Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, μετάφραση - εισαγωγή - σχόλια Εύδοξος Τσολάκης, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2000.

Η αρχή της πολιορκίας. Πρώτη ημέρα.

23. […] Τα ξημερώματα της Κυριακής στις είκοσι εννέα Ιουλίου του έτους 6412 (η χρονολόγηση είναι από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 904) έφθασε κάποιος λέγοντας ότι τα πλοία των βαρβάρων πλησίασαν κάπου κοντά στον αυχένα του Εκβόλου που αναφέραμε. Καθώς λοιπόν η φήμη διαδόθηκε αμέσως σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεσηκώθηκε παντού θόρυβος και σύγχυση και ταραχή, επειδή ο καθένας έλεγε και σκεφτόταν κι από κάτι διαφορετικό για το γεγονός και όλοι οπλίζονταν όπως μπορούσαν και έτρεχαν στο τείχος. Δεν είχαν σκορπιστεί ακόμα στις επάλξεις του τείχους και να! φάνηκαν και τα πλοία των βαρβάρων από τη μύτη που είπαμε, έχοντας ανοιγμένα τα πανιά τους. Έτυχε μάλιστα από μια σύμπτωση την ώρα εκείνη να φυσάει άνεμος από πίσω τους, ώστε οι περισσότεροι να φαντάζονται ότι τα πλοία δεν έρχονται πάνω στα νερά άλλά ψηλά μέσα από τον αέρα. Ήταν όπως αναφέραμε, Ιούλιος μήνας, όταν περισσότερο από τις άλλες μέρες φυσάει εδώ δια μέσου του κόλπου ο άνεμος, που ξεκινάει από τις κορυφές του Ολύμπου της Ελλάδας και έρχεται στην πόλη από το πρωί ως την ένατη ώρα κάθε καλοκαιρινή ημέρα ανανεώνοντας την ατμόσφαιρά της. Βρίσκοντας λοιπόν εκείνον ως συνεργό οι εχθροί άραξαν κοντά μας την ώρα που άρχιζε ή ημέρα. Αρχικά φθάνοντας κάπου κοντά στο τείχος, κατέβασαν τα πανιά και παρατηρούσαν με προσοχή την πόλη, πόσο μεγάλη να ήταν. Γιατί δεν επιτέθηκαν μόλις αγκυροβόλησαν, άλλά έμειναν για λίγο αδρανείς και για να πάρουν πρώτα μιαν ιδέα για τη δύναμή μας, ποια είναι. η ετοιμασία μας για πολεμικές επιχειρήσεις, και για να ετοιμαστούν γι αυτό και οι ίδιοι. Στο μεταξύ όμως έμειναν καταφοβισμένοι μη μπορώντας να συγκρίνουν εκείνα που έβλεπαν με τίποτε απ’ όσα είχαν γνωρίσει. Γιατί αντίκριζαν μια πόλη που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση και που ολόγυρα στο τείχος της είχε παραταχθεί πλήθος κόσμου. Το γεγονός αυτό τους προκάλεσε ακόμη περισσότερη κατάπληξη και δεν άρχισαν αμέσως τη μάχη, με αποτέλεσμα να πάρουμε κι εμείς λίγο θάρρος και στο διάστημα της απραξίας αυτής να πάει η ψυχή μας στον τόπο της.


24. Καθώς λοιπόν εμείς βρισκόμαστε σ’ αυτήν την κατάσταση, ο αρχηγός του βαρβαρικού στρατού αποφάσισε να περάσει μπροστά από όλο το τείχος, όσο βρέχεται από τη θάλασσα Ήταν ένας απαίσιος και παμπόνηρος άνθρωπος που οι πράξεις του ταίριαζαν με το όνομά του, που ήταν όνομα θηρίου, και δεν ήταν καλύτερος από εκείνο στην αγριάδα των τρόπων του και στην αχαλίνωτη ορμή του. Τον γνώρισες οπωσδήποτε κι ο ίδιος από τη φήμη του που έκανε περιβόητη την κακία του. Ποτέ ως τώρα κάποιος από αυτούς που ακούγονται ως ασεβείς δεν έχει φθάσει σε τέτοια μανία, ώστε να μην χορταίνει να βλέπει να χύνεται ανθρώπινο αίμα και να μην ζητάει τίποτε άλλο από τον φόνο των χριστιανών. Γιατί αν και υπήρξε κάποτε κι ο ίδιος χριστιανός και είχε αναγεννηθεί με το σωτήριο βάπτισμα και είχε διδαχτεί τα σχετικά με τη θρησκεία μας, όταν πιάστηκε από τούς βαρβάρους αντάλλαξε την ευλαβική πίστη με την ασέβεια εκείνων και τίποτε άλλο δεν φροντίζει πάντοτε να τους χαρίζει παρά να επιβεβαιώνει το όνομά του με τις πράξεις του και διαπράττοντας έργα ληστή και παραβάτη να περηφανεύεται γι’ αυτά. Αυτός λοιπόν ο ασυγκράτητος και παραβάτης Λέων τριγύριζε με το πλοίο το τείχος από τη θάλασσα, εξετάζοντάς το και μελετώντας με εγκληματική διάθεση από πού να κάνει την έφοδο και να το χτυπήσει. Τα υπόλοιπα πλοία αγκυροβόλησαν σ’ ένα σημείο στο ανατολικό τμήμα της παραλίας και ετοιμάζονταν. Οι κάτοικοι της πόλης μας οπλίζονταν κι αυτοί, μοίραζαν τις επάλξεις και πάσχιζαν να πάρουν θάρρος για τον αγώνα που τους περίμενε. Και ήταν στ’ αλήθεια ένας αγώνας και από τους σημαντικούς αγώνες ο ξακουστός· δεν ήταν αγώνας παλαιστή που θα προκαλούσε τον έπαινο των θεατών για την τακτική με την οποία ένα σώμα αντιστέκεται στον αντίπαλό του, ένας αγώνας που δεν είχε ως έπαθλο κάποια υλικά βραβεία που δίνουν πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον νικητή ούτε πάλι ή ήττα θα βύθιζε το νικημένο μόνο στην ντροπή, αλλά ή θα αναδείκνυε ως ασύγκριτο βραβείο τη σωτηρία μιας τόσο μεγάλης πόλης ή θα προξενούσε απαρηγόρητο πόνο αν η πόλη αυτή πάθαινε κάτι από όσα την απειλούσαν.

25. Αλλά όταν το θηρίο εκείνο επιθεώρησε ολόκληρο το τείχος και την είσοδο ακόμη του λιμανιού και είδε ότι είναι φραγμένη με μια σιδερένια αλυσίδα και με μερικά βυθισμένα πλοία, αποφάσισε ότι ήταν προτιμότερο να επιτεθεί στο σημείο εκείνο που κατάλαβε ότι δεν θα εμπόδιζαν την έφοδο των πλοίων ούτε οι παγίδες από τούς μονόλιθους που είχαμε ποντίσει από πριν έξω από το τείχος, ούτε ακόμη τα πλοία θα αντιμετώπιζαν κάποια ιδιαίτερη πολεμική ενέργεια από ψηλά, από το τείχος δηλαδή που είχαμε ανυψώσει. Αλλά, αφού σημάδεψε τα μέρη όπου το νερό της θάλασσας βαθαίνοντας χτυπάει στο πιο χαμηλό σημείο του τείχους, γύρισε στους συντρόφους του και ξεκίνησε τις εχθροπραξίες. Αυτοί λοιπόν σκορπίστηκαν γρήγορα με τα πλοία στα μέρη που τους υπέδειξαν, και βγάζοντας μια βαρβαρική και άγρια κραυγή όρμησαν πάνω στο τείχος προχωρώντας με τα κουπιά και χτυπώντας, για να μας πανικοβάλουν, τα δερμάτινα τύμπανα και κατατρομάζοντας εκείνους που βρίσκονταν στις επάλξεις με πολλά άλλα φόβητρα. Όσοι όμως ήταν στο τείχος έβγαλαν απαντώντας μια πιο δυνατή φωνή, επικαλούμενοι το σωτήριο όπλο το σταυρού για βοήθεια εναντίον των έχθρών· φωνή τόσο δυνατή, ώστε ακούγοντας οι βάρβαροι τον πολυάνθρωπο εκείνο και φοβερότερο από κάθε άκουσμα αλαλαγμό να ταραχτούν για μια στιγμή και να μην περιμένουν ότι θα κατορθώσουν κάτι, καθώς υπολόγισαν το πλήθος του λαού από το θόρυβο, ούτε ότι θα επιτύχουν, αντιμετωπίζοντας με ευχέρεια τόσο πολλούς που ρίχτηκαν στη μάχη, να εκπορθήσουν εύκολα μία τόσο μεγάλη πόλη που δεν μπορούσαν να την συγκρίνουν με καμιά άλλη. Για να μην φανεί όμως ότι πτοήθηκαν από την πρώτη προσβολή, όχι χωρίς φόβο ούτε πάλι με τη μανία που τους έπιασε ύστερα, αλλά με μία λύσσα ανάμεικτη με φόβο, πλησίασαν και αντιμετώπιζαν τους απέναντί τους με καταιγισμό βελών. Στη συνέχεια ξεθάρρεψαν κάπως και πάσχιζαν να πλησιάσουν πιο κοντά, σαν σκυλιά που γαβγίζουν για να πάρουν κουράγιο, και εξαγριώνονταν με τις επιθέσεις εναντίον τους από το τείχος. Γιατί και οι κάτοικοι της πόλης γνώριζαν καλά τη χρήση του τόξου, ήταν μάλιστα περισσότερο έμπειροι και επιτήδειοι σ’ αυτήν, αφού τοποθέτησαν στα σημεία εκείνα όλους τους Σκλαβήνους που είχαν συρρεύσει από τα κοντινά μέρη· γι’ αυτούς δεν υπήρχε τίποτε πιο εύκολο από το να ευστοχούν και τίποτε δεν μπορούσε να αντέξει τη δύναμη των βελών τους.


26. Έτσι όμως καθώς και η μία και η άλλη πλευρά δεχόταν και έκανε επιθέσεις και η μάχη που διεξαγόταν έμοιαζε ισόπαλη, κάποιοι βάρβαροι, πιο τολμηροί φυσικά από τους υπόλοιπους και με περισσότερο θράσος, ξεχώρισαν και αφού ρίχτηκαν από τα πλοία στη θάλασσα κατεβάζοντας μαζί τους μία ξύλινη σκάλα, την έσπρωχναν κουβαλώντας την στο νερό για ν’ ανέβουν μ’ αυτήν στο τείχος, χωρίς να δίνουν σημασία στα βέλη που τους έριχναν. Ώσπου να πλησιάσουν, σκέπαζαν κολυμπώντας τα σώματα τους στο νερό και κάλυπταν τα κεφάλια τους με ασπίδες. Όταν ζύγωσαν, αφού βγήκαν από το νερό, έδειχναν μεγαλύτερη γενναιότητα αντιμετωπίζοντας τις βολές, έχοντας μόνο τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι· ύστερα σηκώνοντας γρήγορα τη σκάλα από το νερό στις επάλξεις επιχειρούσαν ν’ ανέβουν μ’ αυτήν και να μπουν μέσα. Αλλά ο θάνατος πρόφθασε τον σκοπό τους και πριν να καλοσκεφτούν πώς θα πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους έχαναν τη ζωή τους. Μόνο που έβαλαν το πόδι τους στα σκαλοπάτια, και οι πέτρες που ρίχτηκαν σαν πυκνό χαλάζι εναντίον τους τούς αναποδογύρισαν στη θάλασσα και στο χαμό. Την ώρα εκείνη όλα τα πλοία γυρίζουν πίσω μην τολμώντας να επιχειρήσουν τίποτε άλλο παρόμοιο· χτυπούσαν μόνο από μακριά με πυκνά βέλη που σκίαζαν και τον ίδιο τον αέρα· κι αυτοί όμως δέχονταν παρόμοια επίθεση και με τα βέλη που τούς έριχναν εύστοχα και με ελάχιστες αποτυχίες, και με τα βλήματα από τα πετροβόλα που μόνο το σφύριγμά τους στον αέρα έκανε τούς βαρβάρους να τα χάνουν.

27. Γιατί και ο Νικήτας που ήδη αναφέραμε, ο απεσταλμένος του βασιλιά, γύριζε όλο το τείχος δίνοντας θάρρος στον λαό· λέγοντας «άνδρες Θεσσαλονικείς, πριν από το γεγονός αυτό είχα διαφορετική γνώμη για σας και δε σας θεωρούσα τόσο γενναίους και τολμηρούς για τις πολεμικές επιχειρήσεις, επειδή δε δοκιμάσατε ούτε και αντιμετωπίσατε παλαιότερα κάτι παρόμοιο. Τώρα όμως η κορύφωση των γεγονότων μου επέτρεψε να τρέφω για σας τις καλύτερες προσδοκίες. Γιατί βλέπω ότι όλοι έχετε σώματα γεμάτα σφρίγος και ψυχές γεμάτες θάρρος και είστε όλοι σας έτοιμοι γι’ αυτά που μας περιμένουν, εμπαίζετε τους αντιπάλους και ανατρέπετε με γενναιότητα τα σχέδια. τους. Και δεν κάνετε τίποτα που να μην είναι σωστό. Πολεμάτε λοιπόν για σας τους ίδιους που είστε άντρες ξεχωριστοί και στην όψη και στα ψυχικά σας προτερήματα, και για την υπόλοιπη πόλη που τίποτε δεν τη συναγωνίζεται σε λαμπρότητα. Αν επομένως ξεπεράσετε τον παρόντα. κίνδυνο, σας οφείλουν όλοι τον έπαινο τους· αν όμως συμβεί κάτι που δε θέλουμε, κάτι από αυτά που απειλούν οι βάρβαροι, δεν είναι δυνατόν να φανταστούμε τη συμφορά ή το μέγεθος της ντροπής. Για το λόγο αυτόν πολεμήστε γενναία φροντίζοντας για τη νίκη και για την πατρίδα και για σας τους ίδιους, και μην υποχωρήσετε μπροστά στη δύναμη των εχθρών και μην αφήσετε να διηγούνται για σας το παράδοξο ότι μιας στιγμής αδιαφορία σας κόστισε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο». Παρακινώντας το λαό με αυτά τα παρακλητικά λόγια και γεμίζοντας με πολύ θάρρος τις ψυχές όλων έκανε το γύρο του τείχους. Και ο στρατηγός, σαν να είχε ξεχάσει το δικό του ατύχημα από την πτώση που αναφέραμε προηγουμένως, παρόλο που ήταν άσχημο και του προξενούσε πόνο μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να αντέξει, όμως ανέβηκε σ’ ένα μουλάρι, όχι καβαλικευτά άλλά στο ένα πλευρό, και όσο του επέτρεπαν οι πόνοι από τα τσακισμένα του μέλη, γύριζε κι αυτός, τοποθετώντας τους πιο πιστούς ταξεώτες (μέλη μόνιμης φρουράς φρουρίου) σε κάποια σημεία του τείχους όπου χρειάζονταν, έτσι ώστε, όσο μπορούσαν οι ίδιοι και προκαλώντας κι όσους ήταν κοντά τους να τους μιμηθούν, να παίρνουν τα απαραίτητα μέτρα για τον πόλεμο.

28. Οι βάρβαροι λοιπόν αφού μας επιτέθηκαν όχι μόνο μία άλλά πολλές φορές ολόκληρη εκείνη την ημέρα, υποχώρησαν καθώς τα πλήγματα που δέχτηκαν ήταν όλο και πιο σφοδρά· με ένα πρόσταγμα εγκατέλειψαν τη μάχη από την πλευρά της θάλασσας, γύρισαν πίσω με τα πλοία και αγκυροβόλησαν σε μία παραλία που βρίσκεται ανατολικά της πόλης. Ύστερα βγήκαν από τα πλοία και χτυπούσαν πάλι με βέλη αυτούς που βρίσκονταν στο ψηλό τείχος, όπου εξέχει και κάποια πύλη που ονομάζεται Ρώμη και γειτονεύει με τη θάλασσα. Πολέμησαν εκεί ως αργά τη νύχτα, και, σαν να κουράστηκαν από την προσπάθεια, πήγαν και ησύχασαν στα πλοία κάνοντας ίσως σκέψεις πώς να μας επιτεθούν την επόμενη μέρα και ετοιμάζοντας διαφορετικά σχέδια. Εμείς πάλι, αφού πήραμε κάποια ανάσα από τη μάχη, είχαμε άλλη φροντίδα· να επαγρυπνούν αυτοί που βρίσκονταν στις επάλξεις γύρω - γύρω σ’ ολόκληρη την πόλη και να προσέχουν τους βαρβάρους, μην τύχει και στήσουν στα κρυφά κάποια νυχτερινή παγίδα η ενέδρα, φθάσουν στο τείχος και δώσουν τέλος σ’ όλα. Γιατί είναι πανέξυπνοι σε κάτι τέτοια και μόλις βάλουν κάτι στο μυαλό τους αμέσως το εφαρμόζουν χωρίς να λογαριάζουν κανένα κίνδυνο, κι έχουν την προσοχή τους στραμμένη σ’ ένα μόνο, ν’ αρχίσουν δηλαδή αυτό που σκέφτηκαν. Κι αν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους είναι αντίθετο απ’ ό,τι υπολόγιζαν, πιστεύουν ότι αρκεί η φήμη πως τόλμησαν πράγματα που ως τότε φάνταζαν αδύνατα να γίνουν. Για το λόγο αυτόν λοιπόν περάσαμε ολόκληρη εκείνη τη νύχτα επαγρυπνώντας, χωρίς να βρίσκουμε κανένα ψεγάδι στον τρόπο που πολεμήσαμε μέχρι τότε. Γιατί φθάσαμε να έχουμε τόσο θάρρος, ώστε κι ο ίδιος ο αρχηγός των βαρβάρων να τα χάσει και να προσπαθεί ύστερα να μάθει με κάθε τρόπο την αιτία, πώς αντισταθήκαμε σε κάθε επίθεση με τέτοια ανδρεία και πώς προέκυψαν τα αντίθετα απ’ αυτά που είχε ακούσει για μας κι έσβησαν οι ελπίδες του.

Δεύτερη ημέρα της πολιορκίας.

29. Όταν όμως το ξημέρωμα κήρυξε τη δεύτερη ημέρα του πολέμου και οι βάρβαροι σχεδίαζαν τώρα εναντίον μας πράγματα φοβερότερα απ’ αυτά που είχαν ήδη διαπράξει, οι στρατηγοί κατέβαλλαν πάλι κάθε φροντίδα για να δυναμώσουν το θάρρος καθενός από μας και να δείξουν και το δικό τους ζήλο. Μόλις λοιπόν οι ακτίνες του ήλιου φώτισαν τον αέρα, οι βάρβαροι βγαίνοντας από τα πλοία τους όρμησαν και πάλι στο τείχος, σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία και χωρισμένοι σε φάλαγγες οι περισσότεροι μαζεύτηκαν μπροστά στις πύλες και έβαζαν σε ενέργεια όλη την πολεμική παρασκευή τους. Άλλοι απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν τα τόξα κι άλλοι εκσφενδόνιζαν πέτρες που μπουμπούνιζαν σχίζοντας τον αέρα· άλλοι καθισμένοι στα πετροβόλα έριχναν από ψηλά πολύ πυκνό χαλάζι από πέτρες. Ο θάνατος λοιπόν που μας απειλούσε είχε πολλές μορφές και καθώς μας χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, ήταν μία φοβερή εμπειρία για όσους τους πετύχαινε. Γιατί μόνο εναντίον της πύλης που αναφέραμε, έστησαν επτά πετροβόλα σκεπασμένα από παντού που τα έφτιαξαν όταν περνούσαν από τη Θάσο, για μία παρόμοια περίπτωση. Αφού έφεραν στο τείχος απέναντι από τα πετροβόλα μερικές ξύλινες σκάλες, προσπαθούσαν να ανεβούν μ’ αυτές, όντας ασφαλείς με τις πέτρες που εκσφενδόνιζαν τα πετροβόλα· γιατί ρίχνοντας αδιάκοπα δεν άφηναν να προβάλει κανένας ψηλά από το τείχος χωρίς να πάθει κάτι. Και καθώς είχαν σηκώσει τη σκάλα στις επάλξεις του προτειχίσματος, θα είχαν πραγματοποιήσει τα σχέδιά τους, αν κάποια θεϊκή δύναμη δεν έδινε θάρρος σε μερικούς τολμηρούς άντρες να πηδήξουν κάτω στο μέρος εκείνο· αυτοί χτυπώντας με τα δόρατα τους βαρβάρους τους γκρέμισαν μαζί με τη σκάλα προς τα πίσω. Και έτσι όταν είδαν ότι και τούτο το επινόημά τους δεν έβγαλε πουθενά και το έβαλαν στα πόδια έτσι που να εγκαταλείψουν και τη σκάλα, πήραμε τόσο πολύ θάρρος ώστε και να γελάμε σε βάρος τους και να χρησιμοποιούμε τα βέλη και τις πέτρες από τα πετροβόλα με μεγαλύτερη προθυμία από την προηγούμενη ημέρα και να μην τους αφήνουμε ούτε και για λίγο να πλησιάσουν στο τείχος, παρόλο που θέριευε η μανία τους και έτριζαν σαν αγριογούρουνα τα δόντια τους και θα ήθελαν, αν ήταν δυνατό, να μάς κατασπαράξουν ζωντανούς. Πόσο φοβερό ήταν να τους ακούμε να μανιάζουν εναντίον μας! Πώς έδειχναν την υπερβολική τους οργή και ούρλιαζαν από το βάθος της ψυχής τους και πώς φανέρωναν την παραφορά τους με τούς αφρούς που έβγαζαν από το στόμα τους! Όλη εκείνη την ημέρα δε θέλησαν ούτε τροφή να πάρουν, αλλά πολεμούσαν ασταμάτητα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη και χωρίς να νιώθουν ότι έχουν σώματα που και η κούραση τα καταβάλλει και καίγονται από τον ήλιο πάνω από τα κεφάλια τους. Τούτο μόνο είχαν για φροντίδα τους, ή να εκπορθήσουν την πόλη και να χορτάσουν την οργή τους για μας ή, αν αυτό δεν γινόταν, να απαρνηθούν και τη ζωή τους και να σκοτωθούν με τα όπλα τους. Γιατί όταν η βαρβαρική οργή φουντώσει μία φορά, η αλόγιστη ορμή που την παρακινεί δε θα σταματήσει νωρίτερα, παρά την ώρα που θα δει να χύνεται ή το δικό της αίμα ή το αίμα του εχθρού της.

30. Αλλά επειδή η προσέγγιση στο τείχος δεν ήταν ακίνδυνη μάς πολεμούσαν μόνο με βέλη και πετροβόλα. Μπήκαν στη γραμμή και απομακρύνθηκαν τόσο όσο χρειαζόταν ώστε οι βολές τους να χτυπούν την πόλη χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους, καλύφθηκαν με τις ασπίδες τους και επιδόθηκαν ολοκληρωτικά στον αγώνα· στέκονταν λοιπόν σαν ανδριάντες με σώματα που ήταν καμωμένα από χαλκό ή από κάποιο άλλο πιο στέρεο υλικό, υπομένοντας μία φοβερή και ανεκδιήγητη ταλαιπωρία και πασχίζοντας ο ένας να φανεί καλύτερος από τον άλλο στον πόλεμο. Καθώς ο ήλιος έδειχνε μεσημέρι, τη στιγμή που πυρώνει με τις ακτίνες του τον αέρα πιο πολύ από τις άλλες ώρες, η μεγάλη κάψα σαν να άναψε περισσότερο τη λύσσα που ένιωθαν και ερεθίζοντας την παράλογη εκείνη ορμή τους με τις αποκοτιές τους, έβαλαν σε ενέργεια έναν διαφορετικό τρόπο πολιορκίας (και δες πώς ήταν τρομερός). Υπήρχαν τέσσερις πύλες στο ανατολικό μέρος της πόλης· σκέφτηκαν λοιπόν να βάλουν φωτιά στις δύο απ’ αυτές, και στη Ρώμη και σ’ αυτήν που λεγόταν Κασσανδρεωτική έχοντας στο μυαλό τους ότι αν μπορέσουν, καθώς θα καίγονταν οι εξωτερικές πύλες, να περάσουν μέσα από το προτείχισμα και να χωθούν κάτω από το ψηλό τείχος, δε θα έχουν κανένα φόβο για να καταστρέψουν και τις εσωτερικές πύλες και να ορμήσουν στην πόλη όλοι μεμιάς, αφού τοποθετήσουν στην απέναντι πλευρά εύστοχους και ικανούς τοξότες, έτσι που τα πυκνά βέλη να μην αφήσουν κανέναν να ξεπροβάλει από μέσα χωρίς κίνδυνο.

31. Έτσι λοιπόν έβαλαν σε ενέργεια το σχέδιο τους. Αφού βρήκαν κάποιες άμαξες, τοποθέτησαν πάνω τους ανάποδα τα πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες μας για να πιάνουν ψάρια, και επιπλέον μερικά άλλα ξύλα και σωρό από φρύγανα· αυτά τα ράντισαν με πίσσα και θειάφι, χώθηκαν κάτω από τις άμαξες και γύριζαν τους άξονες τους και τις προχωρούσαν με τα χέρια, έως ότου έφθασαν ως τις ίδιες τις πύλες. Ύστερα βάζοντας φωτιά στο υλικό αυτό και βαδίζοντας προς τα πίσω σκεπασμένοι με τις ασπίδες υποχώρησαν προς τους τοξότες και κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους χωρίς να το καταλάβουμε. Γιατί η φωτιά αγκάλιασε το υλικό και φουντώνοντας περισσότερο από τα προσανάμματα πύρωσε την εξωτερική επιφάνεια των πυλών που ήταν ολόκληρη επενδυμένη με σίδερο, και μετοχετεύοντας την πύρινη γλώσσα προς το εσωτερικό κατάφερε να κάψει ολοκληρωτικά τις πύλες, ώστε ύστερα από λίγο να σωριαστούν κάτω και να μας κάνουν να παραλύσουμε όλοι μας τελείως. Μόνο που έγινε γνωστό σ’ ολόκληρη την πόλη το κάψιμο των πυλών, ήταν σαν να πέρασε από τις καρδιές όλων μας κάποιο ξίφος. Έτσι, γεμίσαμε αγωνία και τρόμο, άλλαξε η όψη μας και χάσαμε μεμιάς κάθε ελπίδα. Τώρα όσοι πριν από λίγο πηδούσαν στα τείχη και αντιστέκονταν στους εχθρούς και παρακινούσαν ο ένας τον άλλον να αγωνιστούν πολεμώντας, φαίνονταν στ’ αλήθεια πιο αδύναμοι κι από τους λαγούς. Το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή εκείνο το σχέδιο πέτυχε, έκανε τις ψυχές όλων να μαντεύουν το τέλος. Μόλις όμως κάηκαν οι εξωτερικές πύλες, εμείς ασφαλίσαμε γρήγορα τις εσωτερικές μ’ ένα νεόκτιστο τειχίο, προνοήσαμε να μεταφέρουμε νερό στις επάλξεις σε κάποια σκεύη και παραφυλάγαμε πότε τυχόν θα ορμήσουν και σ’ αυτές οι εχθροί για να μπορέσουμε να τα βάλουμε με τη φωτιά όταν και πάλι επιχειρήσουν τα κακούργα σχέδιά τους, και να προστατεύσουμε τις πύλες από την επιβουλή τους. Πράγμα που εκείνοι το κατάλαβαν και δεν έβαλαν πια σ’ ενέργεια παρόμοια κακόβουλα σχέδια· επρόκειτο όμως με κάποια άλλα φοβερότερα και σκληρότερα να επιτύχουν την καταστροφή μας, από την οποία δε θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε με κανέναν τρόπο από ’δω και πέρα, επειδή ήταν πια μπροστά μας και ξεπερνούσε κάθε σχέδιο μας. Όταν ωστόσο με τον τρόπο αυτόν έσβησε η φωτιά, την υπόλοιπη μέρα μας χτυπούσαν με τα πετροβόλα και τα τόξα ως την ώρα που το σκοτάδι της νύχτας διαδέχθηκε το φως και αναγκάστηκαν, παρόλο που δεν το ήθελαν, να διακόψουν τις προσπάθειες.

Νυχτερινές προετοιμασίες.

32 Ύστερα, μόλις σταμάτησαν να πολεμούν, μπήκαν στα πλοία, ησύχασαν για λίγο και άρχισαν το έργο που είχαν με πανουργία σκεφθεί από νωρίτερα. Κι αυτό ήταν να κάνουν μια προσπάθεια τέτοια ώστε αν με αυτή κατόρθωναν να καταλάβουν την πόλη, θα ήταν όλα καλά, επειδή τίποτε άλλο από εκείνα που βοηθάνε την πολιορκία δεν είχε τις δυνατότητες του συγκεκριμένου σχεδίου, και μάλιστα όταν ή μάχη γίνεται από τη θάλασσα και δεν μεσολαβεί κάποια ξηρά που να διακόπτει το κακόβουλο σχέδιο. Αν όμως και τούτο όπως και οι προηγούμενες ενέργειές τους δεν τους βοηθούσε σε τίποτα, θα εκτελούσαν εκείνους που τους παρακίνησαν για την επιχείρηση αυτή και τους παραπλάνησαν να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, κι έτσι θα ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Πήραν λοιπόν αυτήν την απόφαση στην αρχή ακόμη της νύχτας και έβαλαν σε εφαρμογή το περίπλοκο και πολύμορφο εκείνο σχέδιο τους. Άναψαν παντού φώτα και τοποθέτησαν τα πλοία τους ανά δύο, το ένα δίπλα στο άλλο, και έδεσαν τις πλευρές του ενός με του άλλου με κάποια γερά παλαμάρια και σιδερένιες αλυσίδες για να μην απομακρύνονται εύκολα· έπειτα σήκωσαν με τα ξάρτια που κρέμονται στον αέρα από την πλώρη τα ξύλα που βρίσκονται στη μέση, αυτά που οι ναυτικοί τα λένε κατάρτια. Ύστερα κρέμασαν πάνω τους, κάπου στη μέση τους, ψηλά με τα σκοινιά που είναι κουλουριασμένα στην πλώρη, τα πηδάλια και των δύο πλοίων, έτσι που το πλατύ μέρος των πηδαλίων να ξεπερνάει στη διάμετρο τα πλοία, και πραγματοποίησαν με τον τρόπο αυτόν ένα παράξενο και αλλόκοτο τέχνασμα. Γιατί όταν, καθώς είπα, κρεμάστηκαν στον αέρα τα πηδάλια, έβαλαν πάνω σ’ αυτά, στηρίζοντας τα, μερικά μακριά ξύλα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο· και αφού με το διαβολεμένο αυτό σχέδιο δημιούργησαν στον ενδιάμεσο χώρο ένα δάπεδο και έφραξαν καλά τα άκρα από παντού με σανίδες και στερέωσαν τις άκρες των τιμονιών που βρίσκονταν προς το μέρος της πρύμνης με άλλα πιο δυνατά δεσίματα, κατασκεύασαν λοιπόν με το επινόημα μερικούς πύργους πιο χρήσιμους από εκείνους που υπήρχαν στη στεριά πάνω στο τείχος. Πάνω σ’ αυτούς ανέβασαν ένοπλους βάρβαρους, όσους ξεχώριζαν για τη δύναμη των σωμάτων τους και τον τολμηρό τους χαρακτήρα, για να επιχειρήσουν εναντίον μας την ύστατη, την τελευταία κακόβουλη ενέργειά τους. Τούς έδιναν λοιπόν την εντολή άλλοι άπ’ αυτούς να ρίχνουν με τα τόξα εναντίον όσων στέκονταν μέσα από το τείχος, κι άλλοι να πετούν πέτρες μεγάλες όσο μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους· σ’ άλλους, εξοπλισμένους με ένα είδος φωτιάς, κι αυτής τεχνητής, που την είχαν βάλει από πριν σε μερικά πήλινα σκεύη, έδιναν την εντολή να τη ρίχνουν σ’ εκείνους που έστεκαν απέναντί τους. Και όλα τούτα ήταν γι’ αυτούς χρήσιμα και αποτελεσματικά, επειδή οι ενέργειές τους δε γίνονταν στο ύψος του εδάφους, άλλά καθώς, χάρη στο διαβολικό τους τέχνασμα, στέκονταν ψηλότερα από το κτίσμα του τείχους, κάθε κακόβουλη ενέργειά τους απέβαινε χρήσιμη γιατί την πραγματοποιούσαν από ψηλά.

Τρίτη ημέρα της πολιορκίας. Η άλωση.

33. Καθώς οι ασεβείς πραγματοποίησαν όλα τα σχέδιά τους εκείνη τη νύχτα, στο μεταξύ όμως καμιά από τις ενέργειές τους δεν πέρασε απαρατήρητη επειδή, όπως είπαμε, είχαν πολλά φώτα και η παραλία όπου κουβέντιασαν και πήραν τις αποφάσεις τους ήταν κοντά, μείναμε κατάπληκτοι και καταφοβισμένοι και δεν ξέραμε με ποιον τρόπο να παραμείνουμε ασφαλείς στη συνέχεια. Όλος ο κόσμος —μπορούσες να το δεις— ήταν ταραγμένος και τα είχε χαμένα, καθώς κινδύνευε η ζωή τους και δεν γνώριζαν τι να πράξουν. Κανένας δεν φρόντιζε πώς να αντιμετωπίσει τον επικείμενο κίνδυνο, άλλά γυρόφερνε στο μυαλό του πώς και με πόσο πόνο θα πεθάνει. Δεν ήταν πια εύκολο ούτε ασφαλές να φύγει κάποιος, επειδή οι βάρβαροι βρίσκονταν γύρω - γύρω στο τείχος και στέκονταν μπροστά στις πύλες. Ο προφανής κίνδυνος πάλι δεν τους άφηνε περιθώρια να περιμένουν. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας τριγύριζαν στο τείχος σαν χαμένοι, μη ξέροντας από το μέγεθος της συμφοράς τι να κάνουν. Μερικοί όμως που δεν είχε σβήσει τελείως μέσα τους το φιτίλι της ανδρείας αποφάσισαν καθώς περίμεναν τους βαρβάρους, να ετοιμάσουν από πριν στο τείχος κάποια πράγματα για την απόκρουση του εχθρού. Αυτά ήταν πίσσα, δαδιά και άσβέστης και μερικά άλλα με τα οποία φουντώνουν γρήγορα οι φλόγες, που τα έβαλαν σε πήλινα σκεύη για να τα χρησιμοποιήσουν εξακοντίζοντας τα ανάμεσα στους εχθρούς, όταν τυχόν θα εφορμούσαν τα πλοία, ώστε να μην πετύχουν τίποτε και μ’ αυτήν τους την επιχείρηση. Καθώς όμως και αυτά ήταν έργα και σκέψεις ανθρώπων που τα είχαν χαμένα και το φως της ημέρας σκόρπιζε πια το νυχτερινό σκοτάδι, να λοιπόν και τα πλοία όπως ήταν αρματωμένα, χωρίστηκαν και πλησίασαν σε πολλά σημεία του τείχους δείχνοντας σ’ όλους ένα πρωτοφανές και παράδοξο θέαμα. Γιατί κάθε τους ζευγάρι έφερε πάνω του την τεχνητή εκείνη κατασκευή από τους ξυλόχτιστους πύργους που ξεπερνούσε κατά πολύ το ύψος του τείχους, και πάνω τους βαρβάρους που χοροπηδούσαν σαν αγριεμένοι ταύροι και μας φοβέριζαν όλους με καταστροφή.


Τότε λοιπόν, τότε κάποιοι από το λαό της πόλης καταφρονώντας το θάνατο που ήταν αναπόφευκτος και κρεμόταν, για να το πω έτσι, πάνω από τα κεφάλια τους, ρίχτηκαν στον αγώνα και μεταβάλλοντας την κορύφωση του κινδύνου σε επίδειξη ανδρείας στάθηκαν πολεμώντας γενναία στη μάχη και καθένας έκανε ό,τι μπορούσε. Γιατί δεν επέτρεπαν να πλησιάζουν τελείως τα πλοία, άλλά αφενός με τα πυκνά βέλη και αφετέρου με τα αναμμένα αντικείμενα τα εμπόδιζαν να έρθουν κοντά στο τείχος και να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Όσοι όμως κυριεύτηκαν από δειλία και δεν άντεχαν ούτε να βλέπουν το κακό που τους περίμενε χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, αφού αποτραβήχτηκαν σιγά σιγά από το τείχος, έφευγαν προς τις άκρες της πόλης και έδιναν έτσι κι άλλο θάρρος στους εχθρούς. Κι αυτοί μόλις είδαν ότι σε κάποιο σημείο το κτίσμα του τείχους ήταν περισσότερο διαλυμένο, εκεί που είχαμε στήσει από πριν τους ξύλινους πύργους, και κατάλαβαν ότι και το νερό της θάλασσας σ’ εκείνο το μέρος πήγαινε σε βάθος, έφεραν εκεί ένα ζευγάρι πλοία απ’ αυτά που είχαν ενώσει και το έσπρωχναν σιγά σιγά με τα κουπιά ως τη στιγμή που έφθασαν κοντά στις ίδιες τις επάλξεις πλησιάζοντάς τες με την πλώρη των πλοίων. Ύστερα, καθώς όσοι ήταν πάνω στους ξύλινους πύργους επιχειρούσαν να τους χτυπήσουν με πέτρες, οι βάρβαροι που στέκονταν πάνω στις κατασκευές που είπαμε έβγαλαν μιαν άγρια και δυνατή κραυγή κι έριξαν και πέτρες που δεν ήταν δυνατό από τον όγκο τους να τις κρατούν στα χέρια τους άλλά πάρα πολύ μεγάλες και που κανένας δεν μπορούσε ν’ αντέξει την ορμή τους, κι έριξαν φωτιά από τον αέρα με τους σιφώνες και εξακόντισαν μέσα στο τείχος και κάποια άλλα σκεύη κι αυτά γεμάτα φωτιά· προκάλεσαν έτσι τέτοια έκπληξη και φόβο σ’ εκείνους που ήταν στους πύργους, ώστε να πηδήξουν γρήγορα κάτω και να τρέξουν να φύγουν και να εγκαταλείψουν έρημο ολόκληρο το διάδρομο που περιέτρεχε το τείχος. Όταν είδαν ότι το σχέδιο τους πραγματοποιήθηκε (γιατί όλοι τους, σαν φύλλα από τον άνεμο, έπεφταν στο έδαφος, κι όχι από τις σκάλες άλλά όπως τους ανάγκαζε ο φόβος), άφησαν στις επάλξεις κάποιον τολμηρό βάρβαρο και φυσικά πιο ορμητικό από τους υπόλοιπους, Αιθίοπα στο χρώμα. Αυτός λοιπόν στριφογυρίζοντας το μαχαίρι που κράταγε στα χέρια του και πηδώντας πάνω στο τείχος στεκόταν και παρακολουθούσε τη φυγή του πλήθους, αν ήταν οριστική κι όχι για να τους ξεγελάσει. Γιατί υποπτεύονταν βέβαια μήπως οι κάτοικοι τής πόλης έχουν στήσει κάποια ενέδρα στους δρόμους με την οποία, όπως αυτοί θα ήταν χωρισμένοι σε πολλές ομάδες, θα τους εξόντωναν με δόλιο τρόπο· και στο μεταξύ δίσταζαν να μπουν έτσι ξαφνικά στην πόλη και να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους. Καθώς όμως με τα στριφογυρίσματα του βαρβαρικού μαχαιριού άστραφτε ο αέρας και φανέρωνε πέρα για πέρα την είσοδο των εχθρών (ήταν η τρίτη ώρα της ημέρας), τότε όλοι βλέποντας ότι έγινε το κακό έτρεχαν άλλος εδώ κι άλλος εκεί, όπως τους οδηγούσε ο θάνατος. Κι εκείνος στεκόταν μπροστά τους και δεν τους άφηνε πια κανέναν τρόπο για να τον αποφύγουν. Ύστερα, μόλις οι βάρβαροι είδαν ότι ερήμωσε ολόκληρο το τείχος κι ότι εξαιτίας της ασυγκράτητης φυγής του κόσμου ήταν ασφαλείς, βγαίνοντας γρήγορα από τα καράβια και πηδώντας μέσα από τις επάλξεις κι ανοίγοντας τις πύλες έκαναν γνωστό και στα άλλα πλοία το τέλος των επιχειρήσεων· κι εκείνα έσπευσαν να αγκυροβολήσουν κοντά στις πύλες, κι έστειλαν στην πόλη τους βαρβάρους που είχαν γυμνά τα σώματα τους, κάλυπταν μόνο με ένα μικρό πανί την περιοχή γύρω από τα γεννητικά τους όργανα, κρατώντας στα χέρια τους τα μαχαίρια. Αυτοί μπήκαν μέσα και σκότωσαν αμέσως όσους βρήκαν να τριγυρνούν ακόμα στο τείχος, είτε επειδή φοβήθηκαν και δεν μπορούσαν να κινηθούν καθώς από το φόβο παρέλυσε το σώμα τους, είτε πάλι επειδή είχαν τραυματιστεί πέφτοντας, όπως αναφέραμε, και δεν μπορούσαν πια να φύγουν· ύστερα σκορπίστηκαν στους μεγάλους δρόμους. Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρωχνόταν μη έχοντας που να σωθεί πού να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια· να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να κρέμεται ο ένας από τον άλλον, να δίνει ο ένας στον άλλον τον πιο θλιβερό και τελευταίο ασπασμό. Αν ανάμεσα τους βρισκόταν και κάποιος πατέρας ηλικιωμένος, πέφτοντας στον λαιμό του παιδιού του θρηνούσε γοερά μη αντέχοντας το χωρισμό, άλλά σφίγγοντας το κορμί του γιου του καθώς, προτού να τρυπηθεί από το ξίφος, τον πλήγωνε ο πατρικός του πόνος, θρηνούσε τη μοίρα του…



Σημειώσεις.

Πρόκειται για τον Λέοντα Τριπολίτη. Καταγόταν από την Αττάλεια και. εξισλαμίστηκε όταν αιχμαλωτίστηκε. Είναι γνωστός ως Τριπολίτης επειδή είχε εγκατασταθεί στην Τρίπολη τής Συρίας. Το 904 επικεφαλής ναυτικής δύναμης λεηλατεί τα παράλια τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο δρουγγάριος των πλωίμων Ευστάθιος δεν τόλμησε να τον αντιμετωπίσει και ο Λέων φθάνει ως τα στενά του Ελλησπόντου. ‘Ο πρωτοασηκρήτις Ιμέριος που αντικατέστησε τον Ευστάθιο απέφυγε να αντιμετωπίσει τον Λέοντα που ναυλοχούσε στη Θάσο. Έτσι ο Λέων ανενόχλητος έρχεται, πολιορκεί και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Αργότερα (Οκτώβριος 911), στη Σάμο, ο λογοθέτης Ιμέριος, ναύαρχος όντας των ‘Ρωμαίων, ηττήθηκε από τον Λέοντα. Τέλος το 921 922, ο τελευταίος βρίσκεται στη Λήμνο. Εκεί του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά ο πατρίκιος και δρουγγάριος των πλωίμων Ιωάννης Ραδηνός, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά η δύναμη του εξωμότη και να σωθεί μόνον αυτός.

Ο Ιωάννης Καμινιάτης γράφει το βιβλίο Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, κατόπιν "παραγγελίας" κάποιου Γρηγορίου που γνώρισε τον καιρό που περίμενε στην Τρίπολη της Συρίας για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων.

Με τον όρο Σκλαβήνοι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τα διάφορα σλαβικά φύλα που είχαν με άδεια εγκατασταθεί στα εδάφη της αυτοκρατορίας

Ο Νικήτας ήταν στρατηγός. Είχε προηγηθεί ο Πετρωνάς, ο οποίος είχε φέρει και την αγγελία της επικείμενης πολιορκίας και πρώτος οργάνωσε την άμυνα της πόλης ρίχνοντας στο Θερμαϊκό κόλπο λαξευμένους τάφους, για να εμποδιστούν τα πλοία να πλησιάσουν στα τείχη. Ακολούθησε ο στρατηγός Λέων Χατζιλάκης που σταμάτησε το έργο του Πετρωνά και διέταξε να ολοκληρωθεί το χτίσιμο του παραθαλάσσιου τείχους. Δυστυχώς τραυματίστηκε πέφτοντας από το άλογό του.

Η πύλη Ρώμη ήταν ή πρώτη πύλη από τη θάλασσα προς τα πάνω στο ανατολικό τείχος, δίπλα στον Λευκό Πύργο.

Η Κασσανδρεωτική πύλη ήταν η δεύτερη πύλη του ανατολικού τείχους, ύστερα από την πύλη Ρώμη.

Σιφώνες ήταν τα εργαλεία με τα οποία εκτόξευαν το "υγρό πυρ".

ΥΓ: από το πολύτιμο αρχείο του κ.Μαυράκη Γεώργιου. Τον ευχαριστώ για την αμέριστη υποστήριξη του!


Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Κρήτες , 29- Μαίου-1453 , οι τελευταίοι μαχητές της Πόλης



Στην είσοδο του χωριού Καλλικράτης στα Σφακιά συναντά ο επισκέπτης μια πλάκα που τον πληροφορεί ότι το χωριό χρωστά το όνομα του στο Μανούσο Καλλικράτη αρχηγό σώματος εθελοντών που το Μάρτη του 1453 ξεκίνησε να βοηθήσει στην άμυνα της Πόλης. Το τι απέγιναν αυτοί οι εθελοντές, μας πληροφορεί ο Γεώργιος Φρατζής στο «Χρονικό» :



«Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους Χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 7 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν, αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το Σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους».



Απόσπασμα από το Χρονικό του Γεωργίου Φραντζή

…καὶ ἐγκρατεῖς πάντων ἐγένοντο, ἄνευ δὲ τῶν πύργων τῶν λεγομένων Βασιλείου, Λέοντος καὶ Ἀλεξίου, ἐν οἶς ἑστήκεισαν οἱ ναύται ἐκεῖνοι οἱ ἐκ τῆς Κρήτης. Αὐτοὶ γὰρ γενναίως ἐμάχοντο μέχρι καὶ τῆς ἕκτης καὶ ἑβδόμης ὥρας καὶ πολλοὺς Τούρκους ἐθανάτωσαν καὶ τοσοῦτον πλῆθος βλέποντες καὶ τὴν πόλιν δεδουλομένη πᾶσαν, αὐτοὶ οὐκ ἤθελον δουλωθῆναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἔλεγον ἀποθανεῖν κρεῖττον ἢ ζῆν. Τοῦρκος δέ τις τῷ ἀμηρᾷ ἀναφορὰν ποιὴσας περὶ τῆς τούτων ἀνδρείας, προσέταξεν ἵνα κατέλθωσιν μετὰ συνηβάσεως καὶ ὦσιν ἐλεύθεροι αὐτοί τε καὶ ἡ ναῦς αὐτῶν καὶ πᾶσα ἀποσκευή, ἥν εἶχον. Καὶ οὕτως γενόμενον, πάλιν μόλις ἐκ τοῦ πύργου τούτους ἔπεισαν ἀπελθεῖν.








Το 1919, στη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους, βρέθηκε ένα  χειρόγραφο που είχε γραφτεί από κάποιο μοναχό Καλλίνικο λίγα χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης ( το 1460 ). Ο μοναχός Καλλίνικος εξιστόρησε την αποστολή των Κρητών μαχητών στην Κωνσταντινούπολη, εκ μέρους του ανήμπορου λόγω πολεμικών τραυμάτων μοναχού Ιερώνυμου, που στην πραγματικότητα ήταν ο Πέτρος Κάρχας (ο Γραμματικός) διοικητής της μονάδας των Κρητών μαχητών.



Το χειρόγραφο της Μονής Βατοπεδίου.

«Την δεκάτην πέμπτην μηνός Μαρτίου θʼ ενιαυτού κζʼ Ινδικτιώνα, τον καιρόν, όπου ο Σουλτάνος Μουχαμέτης ήρχισε να περιζώνει με τα φουσάτα του τη Μεγάλη Πόλη μας, δια να την πάρη, ο παλαιός Δρουγγάριος, Μανούσος Καλλικράτης, μέγας καραβοκύρης, αρχηγός των Σφακιών και άρχοντας του Σελίνου, ηλικίας τότε ογδοήντα χρόνων, οι δυό γυιοί του ήσανε σκοτωμένοι τρεις χρόνους πριν εις θαλασσοπόλεμον με Σαρακηνούς, επήρε άξαφνα Βασιλικόν μήνυμα, χρυσόβουλον, όπου του έλεγε να υπάγη το ογρηγορώτερον με τα καράβια του και με όσους εμπόρει περισσότερους άντρας εις την Βασιλεύουσαν, όπου εκιντύνευε.

Το μήνυμα το επήγε εις τον Μανούσον ο Βενετός πλοίαρχος Αρμάντος συγγενής του άρχοντα της Βενετίας.

Ο Καπετάν-Μανούσος επήρε τότες τέσσερις δρόμωνεις και ένα διάρμενον, οι τρεις δρόμωνες ήταν χτήμα εδικόν του και εκυβερνούνταν ο εις, ο μεγαλύτερος, από τον ίδιον, ο άλλος από τον Καπετάν-Γρηγόρη, γυιόν του Σήφη Μανιάκη, από Ασκύφου, όπου επιάστη από Σαρακηνούς και εγδάρθη ζωντανός εις Γαύδον και ο άλλος από τον Καπετάν- Πέτρο τον Γραμματικόν, αυτό της Κυδωνίας.

Τούτος, επισυνώ πριν ήταν μοναχός εδώ, εις το Αγιον Ορος και είχε μαθημένα καλά τα αρχαία Γράμματα, τον ονόμαζαν Γραμματικό ενώ το καθεαυτό παρανόμι του ήταν Κάρχας.

Ο τέταρτος δρόμωνας ήτον χτήμα του Καπετάν-Αντρέα, του Μακρή, από την Πάτμο και εκυβερνούνταν από τον ίδιον.

Τούτος ήταν γιος του Καπετάν-Γιαννίκου, του Μακρή, από το Ρέθεμνον, όπου ήταν παντρεμένα από την Πάτμον και είχε δυο παιδιά, τον Αντρέα και τη Ζουμπουλιώ και όπου τριάντα χρόνους πριν εσκοτώθη, δια να γλυτώση την Σάμον από τον φοβερόν Κουρσάρον Χουσεϊνην, όπου με εικοσιδιό γαλέρες ήταν έτοιμος να την κουρσέψη, αν δεν επρολάβαινε ο Μακρής να τον χτυπήση και βουλίζοντας του δέκα καράβια να σκοτώση και τον ίδιον εις το ρεσάλτο, όπου του έκαμε εις το καράβι.

Τα καράβια εξεκίνησαν και τα πέντε ομάδι εις τση δεκαοχτώ Μαρτίου από το λιμάνι της Σούδας.

Εως τα Δαρδανέλλια εταξείδεψαν χωρίς να συναπαντήσουν Αγαρηνον. Οταν όμως επερνούσαν κάτω από την Καλλίπολι, οι Τούρκοι τα εμπομπάρδισαν από το φρούριον ετούτο και έκαμαν μιαν μικρήν εζημίαν εις το διάρμεον.

Αλλά ο μεγάλος και τρομερός κίνδυνος τους ανάμενε μέσα εις την Προποντίδα όταν τα καράβια έπλεγαν δίπλα από το Προκονήσι.

Τότες εφάνηκαν ξαφνικά εμπρός των πάνω από εξήντα Αγαρηνά πλοία μικρομέγαλα, που ήρχονταν από την Αρτάκην, όπου ήσαν πηγαιμένα δια τάρταλα και σκλάβους και προπάντων δια γυναίκες.

Τα Τουρκικά καράβια επερικύκλωσαν τότες τα εδικά μας όπου δια μεγαλύτερη σιγουριάν τα έκαμαν τούτα Σταυρόν και ένας πόλεμος φοβερός ήρχισε αναμεταξύ τωνε, όπου εβάσταξε πλειά από δέκα ώρες.

Οι Τούρκοι εις το διάστημα τούτο έκαμαν δώδεκα γιουρούσια, με σκοπό να πάρουν τα καράβια μας, αλλά δεν το επέτυχαν.

Διότι οι εδικοί μας τους εγκρέμιζαν κάθε φορά στη θάλασσα και τους έπνιγαν.

Μα ως τόσο οι δρόμωνες μας, που είχαν ούλοι πιστόλια γερά τους εβούλισαν ίσαμε δέκα μικρά καράβια-φούοστες τα περισσότερα όταν σαν αλαφρά και γοργοκίνητα, έμπαιναν πάντα εμπρός.

Εις τση δέκα τούτες ώρες του πολέμου οι πνοιγμένοι και σκοτωμένοι Τούρκοι εξεπέρασαν τους χίλιους.

Μα και οι εδικοί μας έχασαν ίσαμε εξακόσους άντρες, όπου εσκοτώθηκαν εις τα χείλια των καραβιών, ενώ επολεμούσαν.

Οι εδικοί μας έχασαν ακόμη και ένα καράβι-το δρομώνι που εκυβερνούσεν ο Γρηγόρης-όπου το επιστονάρησε ένα μεγάλο πλοίο των Τούρκων, χωρίς όμως να πνιγεί ούτε ένας, διότι ο Γρηγόρης κάνοντας γρήγορο ρεσάλτο εις το πλοίο, που τον επιστονάρησε και σφάζοντας τους άντρες που ήσαν μέσα, το επήρε αμέσως.

Εμπρός εις το μέγα πλήθος των Αγαρηνών καραβιών, θα εχάνονταν το δίχως άλλο ούλοι οι Ρωμαίοι και τα καράβια τωνε, διότι την τελευταία στιγμή ο Αρχηγός των Τούρκων, ένας ονόματι Μουσταφάς, εδιάταξε να αφίσουν τα γιουρούσια και να βάλουν φωτιά να κάψουν τα Κρητικά Καράβια. Και ήθελαν όντως τα κάψει, όπου ήταν και το ευκολότερον, παρά να τα πάρουν, αν ο γενναιότατος Δρουγγάριος, Καπετάν-Μανούσος Καλλικράτης και εφτά νέοι πολέμαρχοι-μέσα σε τούτους ήταν και ο γυιός του Σπεσακονικόλα, ο Κωσταντής, -όπου και είναι Αγία η μνήμη τωνε εις αιώνα τον άπαντα, δεν αναλάβαιναν να θυσιαστούν ετούτοι με δυό καράβια, για να βαρδάρουν τα τρία άλλα και τους δώσουν τον καιρόν να φύγουσιν όταν ήρθε η νύχτα.

Εις τον σωσμόν των τριών τούτων καραβιών εβοήθησε πρώτα πρώτα ο Μεγάλος Θεός των Χριστιανών και η Αγία Θεοτόκος, έπειτα η μεγάλη γενναιότης του Δρουγγαρίου, όπου έκαμε και το σχέδιο, κατόπιν ένας άγριος και φοβερός σίφουνας που εξέσπασεν κείνη την ώρα, και τέλος το Τούρκικο πλοίο, όπου εκυρίεψεν ο Γρηγόρης και όπου εμπέρδεψε τον Μουσταφά μέσα στη νύχτα και τον έκαμε να νομίση ότι και τα τρία καράβια που εξεμάκρυναν από τʼ άλλα και εφεύγασι προς τον Βόσπορο ήσανε Τουρκικά.

Ως τόσο τα δύο άλλα όπου έμειναν με τον Καλλικράτη και τα εφτά παιδιά, κάνοντας ψεύτικο Πόλεμο με τση σκευές, εδυνάμωναν στο Μουσταφα την ιδέα πως οι Ρωμαίοι ήσαν ούλοι εκείνοι και έτσι τούτος αντί να κυνηγήσει εκείνους που έφευγαν, εστράφηκεν μόνο προς τα δύο καράβια πασχίζοντας να τα αποκάμη με τη φωτιά καθώς και το κατόρθωσε στο τέλος.

Οταν οι δυό δρόμωνες μας μαζί με το Τουρκικό πλοίο έφθασαν εις την Πόλη την αυγή της άλλης ημέρας, και εμπήκαν μέσα εις τον Κεράτιον χωρίς κανένα εμπόδιο, διότι ο άγριος σίφουνας είχε σκορπισμένη εδώ κι εκεί την Τούρκικη Αρμάδα, ο Μεγάλος Δομέστικος των Κάστρων εχώρισε τους πολεμάρχους σε δύο τούρμες και τη μια, με αρχηγούς τον Ανδρέαν, τον Γρηγόρη και τον Γραμματικόν, έβαλε να φυλάξη τους τρεις Πύργους-του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου,-και την άλλη τούρμα να φυλάξη την Ωραία Πύλη, που είναι κάτω από τους πύργους αυτούς, με αρχηγό, τον Καπετάν Παυλή. Και τους λαβωμένους που ήσαν πλειά από τους μισούς, τους έμπασε μέσα εις τα Σπιτάλια δια θεραπείαν.

Κατόπιν όμως και όταν εμέστωσε καλά ο Πόλεμος, ο Καπετάν-Παυλής εκλήθη να βοηθήση στη μάχη της Πύλης του Αγίου Ρωμανού όπου η μεγάλη μπορμπάρδα του Ουγγαρέζου έκανε θραύσι και στους άντρας και στα κάστρα.

Εκεί ο Καπετάν-Παυλής και οι περισσότεροι άντρες του σκοτώθηκαν την παραμονή που έπεσεν η Πόλη μαζί με τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, που έπεσε κι αυτός, πολεμώντας, σαν απλός στρατιώτης.

Ολίγον πρωτήτερα είχε τραυματισθή βαριά στο ίδιο μέρος, όπου αναγκάστηκε μάλιστα να φύγη από την μάχη, και ο Γενικός Αρχηγός των Οπλων, ο Γενβέζος Ιωάννης Ιουστινιάνης, ένας σπουδαίος Πολεμιστής, που μετά το τραύμα του έζησε μόνον δύο μέρες.

Από τα βόλια της μεγάλης μπομπάρδας είχαν σκοτωθή σε προηγούμενας μάχας, μαζί με πολλούς άλλους και οι Αρχηγοί της Τούρμας των Πύργων, ο Καπετάν-Ανδρέας και ο Καπετάν-Γρηγόρης. Ελεος στην ψυχή τωνε!

Στο αναμεταξύ οι Τούρκοι είχαν ανοίξει πολλά κρυφά λαγούμια,-υπονόμους-για να μπουν μέσα από αυτά όλα τα λαγούμια τα εξουδετέρωνε ένας σπουδαίος Γερμανός μηχανικός, ονόματι Τράντης, τον οποίον κάθε φορά εβοηθούσε εις την ανατίναξι η εδική μας τούρμα.

Και, όταν έπεσεν η Πόλη και οι Τούρκοι εμπήκαν μέσα, ως διακόσες χιλιάδες περίπου. Ταχτικοί και Αταχτοι, άλλοι από την Κιρκοπορτα και άλλοι από το ρήγμα του Αγ. Ρωμανού, και όλοι οι Πολέμαρχοι εγκατάλειψαν τας θέσεις των, δια να σωθούν, εις τα πλοία ή οπουδήποτε αλλού, μονάχα η τούρμα της Κρήτης, όσοι εζούσαν, με αρχηγόν τον Καπετάν-Γραμματικόν, αν και τραυματισμένον κι αυτόν σε πολλά μέρη του κορμιού του, εσκέφτηκε, ότι θα ήταν καλύτερον να μείνη στα πόστα της και να εξακολουθήση να πολεμά, μέχρις ότου σκοτωθούν ούλοι παρά να παραδώσουν τα όπλα.

Και όταν προς το βράδυ πλέον ο Σουλτάνος είδε και εκατάλαβεν, ότι εμείς δεν είχαμεν σκοπόν να παραδοθούμε, έστειλεν ένα Πασά με δυό αξιωματικούς, που ο ένας εκρατούσε λευκή σημαία και ο άλλος ήταν δραγουμάνος, και μας είπε: - Οτι, επειδής λέγει ο Σουλτάνος εκτιμά την αντρειά μας, μας αφίνει ελεύθερους να φύγωμε για το νησί μας με τα όπλα μας και με ένα από τα καράβια μας. Τότες αλάβωτοι και λαβωμένοι, το όλον εκατόν εβδομήντα, εκατεβήκαμεν από τους πύργους μας, με τα άρματά μας και εμπήκαμεν εις ένα δρομώνι, που μας έδωκαν.

Και όταν εβγαίναμε από το λιμάνι είχεν ειδοποιηθή ο Τούρκικος Στόλος να μη μας πειράξη. Και επειδής όλοι οι Καπεταναίοι ήσανε σκοτωμένοι και εγώ, ο Γραμματικός, βαριά λαβωμένος δεν ημπόρουν να κυβερνήσω, ανάθεσα εις ένα γενναίον άνδρα τον Παναγή Χαλκούσην, από τον Χάντακα, να κυβερνήση αυτός το καράβι.

Οταν όμως εβγήκαμεν από τα Δαρδανέλλια και εγώ είδα πως δεν ήταν δυνατόν νʼ ανθέξω, ως πού να φθάσωμεν εις Κρήτη διότι ίσως θα εκάναμεν και οχτώ και δέκα μέρες ακόμη, δια να φθάσωμεν, επειδής ο Βορριάς είχε αρχίσει ως τόσο να γυρίζη στο Λεβάντε, ζήτησα από τον Καπετάν-Χαλκούσην να βάλη πλώρη στο Αγιον Ορος και να με αφίσει εμένα εκεί, στο μοναστήρι του Βατοπεδίου, όπου ήξερα, ότι υπήρχε πάντα γιατρός, δια να περιποιηθή τση πληγές μου. Και αυτό και έγινε. Και εδώ εις την Μονήν όπου ο Γραμματικός επήρε και πάλι το μοναχικό σχήμα, με το όνομα Ιερώνυμος, έγινε καλά, χάρις εις την βοήθειαν του Θεού και του καλού γιατρού και έζησεν ακόμη οχτώ έτη, χωλός μεν από τον ένα πόδα, αλλά χωρίς αυτό να τον εμποδίζει εις τα καθήκοντα του, ως ιερέως.

Επειδής όμως είχεν εξασθενήσει η όρασίς του και το δεξιό του χέρι έτρεμεν από ένα τραύμα που είχε πάρει εκεί, ανέθεσεν εις εμέ, τον συμπατριώτην και Μοναχόν εις την ιδίαν Μονήν, να γράψω εγώ την παρούσαν ιστορίαν, προς δόξαν και αιώνιον μνημόσυνον όλων των γενναίων ανδρών της Κρήτης που αγωνίσθηκαν και απέθαναν δια την Πίστην του Χριστού και την πατρίδα και να την υπογράψω εγώ αντί αυτού.»



+Καλλίνικος, Μοναχός της Μονής Βατοπεδίου Αγίου Ορους εξ Ανωπόλεως Σφακίων

ΥΓ: Ευχαριστώ θερμά τον καλό μου φίλο και συνάδελφο κ.Μαυράκη Γεώργιο. Το κείμενο και η φωτογραφία είναι προϊόν δικής του έρευνας

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

PALLIDA MORS SARACENORUM


Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ

7 ΜΑΡΤΙΟΥ 961



ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Το έτος 815μ.Χ απέτυχε στην Ισπανία επαναστατικό κίνημα κατά του εμίρη Al Hakam της δυναστείας των Ομμεϋάδων, αναγκάζοντας τον αρχηγό της επανάστασης Abu Hafs(Αποχάβος των Βυζαντινών) να καταφύγει στην Αίγυπτο μαζί με τους υποστηρικτές του. Εκμεταλλευόμενοι τους εμφυλίους εντός του Αραβικού κόσμου κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια το 816. Σε μια από τις πειρατικές επιδρομές τους έφτασαν ως τη Κρήτη και χαρακτηριστικά δήλωσαν "Ιδού η γη όπου σ'αυτήν ρέει μέλι και γάλα" (Σκυλιτζής Ι., Χρονογραφία σελ.56). Το 824-5 ο εμίρης Al Mamun ανεκατέλαβε την πόλη αναγκάζοντας τον δαιμόνιο Abu Hafs να εγκαταλείψει τη χώρα και να αποβιβαστεί στη Κρήτη, πιθανόν κοντά στα Μάταλα. Η απουσία του αυτοκρατορικού στόλου που ήταν εμπλεγμένος σε εμφύλιες διαμάχες τους έδωσε την ευκαιρία να κατακτήσουν συστηματικά το νησί ως το έτος 828. Μετά από μια ανεπιτυχή και πρόχειρα οργανωμένη προσπάθεια ανακατάληψης από τους Βυζαντινούς υπό τους πρωτοσπαθάριους Φωτεινό και Δαμιανό, οι Άραβες οχυρώνουν μια τοποθεσία με ισχυρό τείχος και τάφρο και την ονομάζουν Αλ-Χαντάκ δηλαδή το σημερινό Ηράκλειο। Από τότε ξεκινάει η πειρατική τους δράση που δεν είχε σκοπό την υποδούλωση άλλων νησιών, απλώς την απόσπαση λύτρων ή λείας από διερχόμενα εμπορικά πλοία.
Δύο ακόμη προσπάθειες απελευθέρωσης του νησιού, υπό τον στρατηγό Κρατερό και τον στρατηγό Ωορύφα κατέληξαν σε αποτυχία. Το γεγονός όμως που άλλαξε τις ισορροπίες στη σύγκρουση ήταν η άλωση και εξαπονδρισμός της Θεσσαλονίκης από τους Σαρακηνούς υπό τον εξομώτη Λέων Τριπολίτη το 904μ.Χ.. Μετά από μια παραπλανιτική πορεία προς τη Κωνσταντινούπολη, ο αραβικός στόλος κινήθηκε προς την ανυπεράσπιστη και με χαμηλά ναυτικά τείχη πρωτεύουσα της Μακεδονίας και προξένησε μεγάλες καταστροφές έπειτα από πολιορκία μόλις δύο ημερών.
Ήταν πλέον φανερό πως η Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπρεπε πάση θυσία να επανακαταλάβει τη μεγαλόνησο αλλά οι συνεχείς εσωτερικές έριδες καθυστερούσαν την ανάληψη αυτής της παράτολμης εκστρατείας θέτοντας έτσι πιο γερά τα θεμέλια της εξουσίας των Σαρακηνών στη Κρήτη αλλά και στο Νότιο Αιγαίο, θέτωντας έτσι τη ναυτική εμπορική δραστηριότητα στο αρχιπέλαγος σε θηλειά.
Το 959 μ.Χ. ανεβαίνει στον θρόνο της Πόλης ο Ρωμανός Β', ο πρώτος σύζυγος της περίφημης Θεοφανούς της Φόνισσας, καρπός του γάμου τους ήταν ο σπουδαίος αυτοκράτορας Βασίλειος ο Β' ο Βουλγαροκτόνος. Ο Ρωμανός αποφασίζει να αναλάβει δράση απέναντι στους Άραβες και επιλέγει τον Νικηφόρο Φωκά, μέλος γνωστής οικογένειας στρατιωτικών, ως Δομέστικο των σχολών της Ανατολής. Την επόμενη χρονιά ο Αυτοκράτορας μαζί με τον στρατηγό ετοιμάζουν μία κολοσσιαίων διαστάσεων αρμάδα αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πυροφόρα χελάνδια, χίλιοι δρόμωνες και 307 "καματηρά" (πλοία εφοδιοπομπής)! Ένας άνευ προηγουμένου τεράστιος στόλος αποτελούμενος από εκατοντάδες χιλιάδες πολεμιστές. Οι αραβικές πηγές αναφέρουν στόλο επτακοσίων καραβιών με 72 χιλιάδες πεζούς και 5 χιλιάδες ιππείς. Ακόμα και αν ισχύουν οι μετριοπαθείς εκτιμήσεις των αράβων ιστορικών, το μέγεθος του στόλου και του στρατού ήταν ικανό να προκαλέσει πανικό σε οποιοδήποτε βασίλειο της εποχής. Ο στόλος πέρασε από αρκετά νησιά του Αιγαίου αλλά στη Σαντορίνη σταμάτησε επειδή οι Βυζαντινοί ναυτικοί δεν ήξεραν τη διαδρομή νοτιότερα! τόσος ήταν ο φόβος που ενέπνεαν οι Σαρακηνοί πειρατές που οι κυβερνήτες των αυτοκρατορικών πλοίων δεν τολμούσαν εδώ και πολλά χρόνια να προσεγγίσουν την Κρήτη. Τελικά τη λύση την έδωσαν Καρπάθιοι ναυτικοί που οδήγησαν τη πανστρατιά του Φωκά στη νησίδα Δία στις ακτές του νησιού.



Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ


Από τη νησίδα ο Φωκάς έστειλε κατασκοπευτικά σκάφη ενώ περίμενε ολοκληρο τον στόλο να καταφθάσει. Οι Σαρακηνοί αιφνιδιάστηκαν από το μέγεθος του εκστρατευτικού σώματος αλλά γρήγορα αναθάρρησαν και έλαβαν θέσεις στις ακτές για να εμποδίσουν την απόβαση. Καθώς δεν υπήρχε κάποιο μεγάλο λιμάνι στη περιοχή για να υποστηρίξει τη δύσκολη επιχείρηση, ο Φωκάς αφού έφτασαν όλα τα πλοία, τα εξόπλισε με επικλινείς σανίδες ώστε να διευκολυνθεί η έξοδος των στρατιωτών από αυτά. Τα πληρώματα διετάχθησαν να κωπηλατήσουν προς τη στεριά και μόλις έφτασαν σε κοντινή απόσταση πλήθος τοξευμάτων κατευθύνθηκε προς τους αμυνόμενους Άραβες. Όλες οι κλίμακες των πλοίων κατέβηκαν στη στεριά σχεδόν ταυτόχρονα κάνοντας αδύνατη τη προσπάθεια των Σαρακηνών να εμποδίσουν την απόβαση.
Συντεταγμένες οι βαριά οπλισμένες φάλαγγες των Βυζαντινών χωρίστηκαν στα τρία και βάδισαν εναντίον των εχθρών. Τους έτρεψαν με σχετική ευκολία σε φυγή. Όσοι διεσώθηκαν, κατέφυγαν στο οχυρό του Χάνδακα. Οι δυνάμεις του Νικηφόρου Φωκά στρατοπέδευσαν έξω από τη πόλη, τη περικύκλωσαν με πασσάλους και έφτιαξαν και δική τους τάφρο για να αποφύγουν τον αιφνιδιασμό από κάποια νυκτερινή επίθεση των Αράβων. Αυτός εξάλλου ήταν και ο τρόπος πολέμου των Αράβων απέναντι στους σιδερόφρακτους στρατούς τόσο του Βυζαντίου όσο και της Δύσης. Ένα πλέγμα ανταρτοπολέμου, ενεδρών και πολέμου φθοράς. Έτσι είχαν αντιμετωπίσει και τις προηγούμενες προσπάθειες των Βυζαντινών με μεγάλη επιτυχία. Ο νέος αυτός όμως στρατηγός της Αυτοκρατορίας ήταν διαφορετικός από τους προηγούμενους. Εμπειροπόλεμος και αποφασισμένος για την επικράτηση, αλλά και υπομονετικός, συνετός και καρτερικός. Είδε πως το τείχος της πόλης είναι μεγάλο και ισχυρό και πως μια κατά μέτωπο επίθεση τόσο νωρίς θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα την απώλεια πολλών δικών του στρατιωτών. Έτσι απέκλεισε την πόλη αλλά και διέταξε ναυτικό αποκλεισμό ολόκληρου του νησιού καθώς ο μεγάλος αριθμός πλοίων του το επέτρεπε. Παράλληλα έστελνε ισχυρές δυνάμεις σε όλη τη Κρήτη για να αποκαταστήσουν τη Βυζαντινή κυριαρχία στο νησί. Έδινε πολλές συμβουλές για επαγρύπνιση καθώς ο κίνδυνος αιφνιδιαστικής επίθεσης ήταν μεγάλος. Οι στρατηγοί του άκουσαν τις συμβουλές του εκτός από τον Νικηφόρο Παστιλά που με ένα άγημα Βαράγγων γλεντούσαν μετά από κάποια νίκη και δέχθηκαν ξαφνική επίθεση και κατεκόπησαν όλοι από τους Αγαρηνούς.
Ο ηγέτης των Σαρακηνών της Κρήτης Abd al Aziz ibn Schu 'ab (Κουρουπής για τους Βυζαντινούς), έστειλε μηνύματα για βοήθεια στους ομόθρησκους του ηγέτες. Οι εμφύλιες έριδες μέσα στον αραβικό κόσμο έκαναν αδύνατη οποιαδήποτε σοβαρή προσπάθεια αντιμετώπισης του κινδύνου. Η Αίγυπτος έστειλε μικρές δυνάμεις που αντιμετωπίστηκαν εύκολα και ο εμίρης του Χαλεπίου έστειλε 30 χιλιάδες ιππείς στη Μικρά Ασία ως αντιπερασπισμό αλλά και αυτοί αναχαιτίστηκαν από τον Λέων Φωκά, αδερφό του Νικηφόρου.
Ο Βυζαντινός αρχιστράτηγος έδωσε πολύ σημασία στον ψυχολογικό πόλεμο. Βομβάρδιζε τα τείχη καθημερινά περισότερο για κλονισμό του ηθικού των πολιορκημένων παρά για των οχυρώσεων. Παράλληλα οι κατάσκοποι του εντόπισαν ένα μέρος του τείχους που ενώ ήταν χτισμένο πάνω σε πέτρα, όπως και όλο το τείχος άλλωστε, κάτω από τη πέτρα υπήρχαν ψαμμολιθικά στρώματα. Εκεί έστειλε σκαπάνεις για να υπονομεύσουν τους αμυντικούς πύργους της πόλης. Σιγά σιγά και υπομονετικά ετοίμαζε τον στρατό του για την τελική έφοδο.
Με αυτές τις ενέργειες αλλά και με στρατιωτικά γυμνάσια περνούσε ο χειμώνας τ
ου 960-961 ο οποίος ήταν πολύ βαρύς. Τα εφόδια της πανστρατιάς εξαντλήθηκαν σύντομα και το ηθικό κλονίστηκε. Η προσωπική παρέμβαση και το κύρος του Νικηφόρου Φωκά απέτρεψαν τη διάλυση του εκστρατευτικού σώματος. Ο παρακοιμώμενος (κάτι σαν πρωθυπουργός) του αυτοκράτορα αγόρασε τεράστιες ποσότητες σιταριού. Το μισό σιτάρι το πούλησε στη μισή τιμή ώστε να ρίξει τις ανεβασμένες τιμές των κερδοσκόπων και το άλλο μισό το έστειλε στη Κρήτη ώστε να ανεφοδιαστεί ο στρατός που βρισκόταν στα όρια της πείνας.
Οι Σαρακηνοί αποφάσισαν να κάνουν ηρωική έξοδο εκείνη την εποχή. Χίλιοι πεντακόσιοι ιππείς και τριάντα έξι χιλιάδες πεζοί πραγματοποίησαν επίθεση φανατισμένοι από τα λόγια του εμίρη τους. Ξύρισαν τα κεφάλια τους και βάδισαν εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού με έκδηλο τον θρησκευτικό φανατισμό που χαρακτήριζε τις αραβικές στρατιές της εποχής. Ο Νικηφόρος είχε πληροφορηθεί μέσω κατασκόπων την επικείμενη επίθεση και σχε
δίασε ένα λαμπρό σχέδιο. Έστησε τέσσερις ενέδρες και όταν οι Σαρακηνοί επιτέθηκαν, ο στρατός του προσποιήθηκε υποχώρηση οδηγώντας έτσι τους αντιπάλους στην ενέδρα. Όταν ο έκλεισε ο κλοιός των Βυζαντινών η μάχη είχε μετατραπεί σε σφαγή! Ο Κουρούπης έκλεισε τις πύλες του Χάνδακα ώστε να αναγκάσει τους πολεμιστές του να αγωνιστούν μέχρι τέλους. Ύστερα από επτά αποτυχημένες επιθέσεις αναγκάστηκε να ανοίξει δίοδο να μπουν οι στρατιώτες του μέσα ώστε να μη χαθεί ολόκληρος ο στρατός του και αναγκαστεί να παραδώσει το οχυρό του εκείνη τη μέρα.
Στις 7 Μαρτίου αποφάσισε να πραγματοποιήσει την τελική του έφοδο. Τα τείχη είχαν υπονομευτεί κατάλληλα και βομβαρδιστεί ανηλεώς από τους καταπέλτες. Ο αντίπαλος στρατός είχε αποδεκατιστεί κατά την ηρωική του έξοδο και πλέον δεν επαρκούσε για την αποτελεσματική άμυνα του Χάνδακα. Έφερε όλο τον στρατό του μπροστά από τα τείχη και παρέταξε τις φάλαγγες σε πυκνή τετραγωνική διάταξη. Τέλεσε τις απαραίτητες χριστιανικές λειτουργίες (ως βαθιά θρησκευόμενος και ο ίδιος) και ξεκίνησε την επίθεση. Τότε έγινε κάτι που ανέβασε περισσότερο το ηθικό του στρατού. Μια Σαρακηνή μάγισσα ανέβηκε πάνω στα τείχη και έριχνε κατάρες στους στρατιώτες του Βυζαντίου. Ένας επιδέξιος τοξότης βγήκε μπροστά από τους συμπολεμιστές του και με τη πρώτη βολή τη γκρέμισε από τις οχυρώσεις!
Το σύνθημα δόθηκε και οι μηχανικοί έβαλαν φωτιά στα τούνελ και το τείχος κατακρημνίστηκε, αφήνοντας μια μεγάλη δίοδο στους πολιορκητές να μπουν στην πόλη. Οι Σαρακηνοί μαζεύτηκαν στο άνοιγμα ώστε να εμποδίσουν την είσοδο των ανδρών του Νικηφόρου Φωκά αλλά δεν κατάφεραν να αντέξουν για πολύ ώρα. Ήταν απλώς λιγοστοί στον αριθμό πλέον. Όταν οι στρατιώτες μπήκαν εντός της πόλης ξεκίνησαν οι οδομαχίες που πολύ σύντομα μετατράπηκαν σε άγρια σφαγή του πληθυσμού. Μόνο η παρέμβαση του αρχιστράτηγου σταμάτησε το μακελειό. Χιλιάδες άραβες σκοτώθηκαν ενώ πάρα πολλοί αιχμαλωτίστηκαν είτε για να πουληθούν ως σκλάβοι, είτε για να ανταλλαχθούν με χριστιανούς αιχμαλώτους. Ο Κουρούπης και ο γιος του Ανεμάς αιχμαλωτίστηκαν και αυτοί και στόλισαν τον θρίαμβο του Φωκά στη Κωνσταντινούπολη. Αργότερα ο Ανεμάς θα γινόταν ένας πολυνίκης και πιστός στρατηγός της Αυτοκρατορίας!
Μετά από 137 χρόνια η Κρήτη επέστρεψε στην αγκαλιά του Βυζαντίου.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η ανακατάληψης της Κρήτης ήταν θεμελιώδους σημασίας για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Το πολύτιμο θαλάσσιο εμπόριο άρχισε να ανθίζει και πάλι λειτουργώντας ως σημαντική πηγή πλουτισμού των δημόσιων ταμείων. Οι εκκαθαρίσεις στο νησί και ο "επαναχριστιανισμός" του πληθυσμού ήταν οι πρώτες προτεραιότητες του στρατηγού. Ως πραγματικός πιστός έδωσε αρκετά λεφτά από τα λάφυρα στον φίλο του και πνευματικό του Αθανάσιο Αθωνίτη που ίδρυσε το πρώτο μοναστήρι στο Άγιο Όρος τη μονή της Μεγίστης Λαύρας. Έτσι ξεκίνησε ένας θεσμός που αποτελεί σημείο αναφοράς τόσο για τους Ορθόδοξους χριστιανούς αλλά και για όλες τις υποδιαιρέσεις της Χριστιανοσύνης.
Πριν προλάβει να τελειώσει την αναδιοργάνωση του νησιού, κλήθηκε επειγόντως στη πρωτεύουσα ώστε να αναλάβει το ανατολικό μέτωπο που δοκιμαζόταν σκληρά από τους άραβες. Μετά από πολλές επιτυχίες κατάφερε να τους περιορίσει σημαντικά. Στις 15 Μαρτίου 963 ο αυτοκράτορας Ρωμανός Β΄ απεβίωσε σε ηλικία μόλις 26 χρονών. Τότε ο Νικηφόρος επέστρεψε εσπευσμένα και πάλι στη Κωνσταντινούπολη όπου δήλωσε μπροστά στη Σύγκλητο πίστη στα δύο παιδιά του Ρωμανού τον Κωνσταντίνο 8ο και τον Βασίλειο Β΄(Βουλγαροκτόνο). Αναγκάστηκε όμως από τον στρατό του να αναλάβει τις τύχες της αυτοκρατορίας αφού αναγορεύτηκε αυτοκράτορας στις 2 Ιουλίου 963μ.Χ. Νυμφεύτηκε τη Θεοφανώ και εξεστράτευσε εκ νέου εναντίον των Αράβων. Όσο έλειπε στη πρωτεύουσα άφησε στο μέτωπο τον ανιψιό του και μετέπειτα δολοφόνο του αλλά και σύζυγο της Θεοφανούς αλλά και αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Έναν λαμπρό στρατιωτικό αλλά σκοτεινό και αδίστακτο χαρακτήρα.
Ο Νικηφόρος Φωκάς, ως σταυροφόρος αυτοκράτορας συνεχίζοντας στο δρόμο που χάραξε ο Ηράκλειος, ανέκτησε όλη τη Μικρά Ασία αλλά και πολλές περιοχές στη Μεσοποταμία και απείλησε όσο κανένας άλλος τους Άραβες αφού τους εξανάγκασε σε αμυντικό αγώνα διαρκείας. Μέσα σε έξι μόνο χρόνια βασιλείας έθεσε τις βάσεις ώστε οι δύο διάδοχοι του, Τσιμισκής και Βουλγαροκτόνος να παγιώσουν τη δύναμη της κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ο αντίκτυπος των επιτυχιών του ήταν τέτοιος ώστε οι Δυτικοί που συνήθως λοιδορούσαν τους Βυζαντινούς του απέδωσαν τον τίτλο "PALLIDA MORS SARACENORUM" δηλαδή ο Ωχρός Θάνατος των Σαρακηνών. Μετά τη δολοφονία του το 969μ.Χ. από τη σύζυγο του Θεοφανώ και τον ανιψιό του Τσιμισκή αγιοποιήθηκε και πάνω στον τάφο του ο Μητροπολίτης Μελιτηνής χάραξε επάνω σε πέτρα :
Τον ανδράσι πριν και τομώτερον ξίφους

Πάρεργον ούτος και γυναικός και ξίφους.

Ος τω κράτει πριν γης είχεν όλον κράτος,

ώσπερ μικρός γης μικρόν ώκησε μέρος.

Το πριν σεβαστόν, ως δοκώ, και θηρίοις,

ανείλεν η σύγκοιτος έν δοκούν μέλος.

ο μηδέ νυξί μικρόν υπνώττειν θέλων

εν τω τάφω νυν μακρόν υπνώττει χρόνον.

θέαμα πικρόν! Αλλ' ανάστα νυν, άναξ,

και τύπτε πεζούς, ιππότας, τοξοκράτας,

το σον στράτευμα, τας φάλαγγας, τους λόχους.

Ορμά καθ' ημών ρωσική πανοπλία,

Σκυθών έθνη σφύζουσιν εις φονουργίας,

λεηλατούσι παν έθνος την σην πόλιν,

ους επτόει πριν και γεγραμένος τύπος

προ των πυλών σος εν πόλει Βυζαντίου.

Ναι, μη παρόψει ταύτα˙ ρίψον τον λίθον

τον σε κρατούντα, και λίθοις τα θηρία

τα των εθνών δίωκε˙ δως δε και πέτρας

στηριγμόν ημίν αρραγεστάτην βάσιν.

ει δε ου προκύψαι του τάφου μικρόν θέλεις,

καν ρήξον εκ γης έθνεσιν φωνήν μόνην˙

ίσως σκορπίσεις ταύτη και τρέψει μόνη.

Ειδ' ουδέ τούτο, τω τάφω τω σω δέχου

Σύμπαντας ημάς˙ ο νεκρός γαρ αρκέσει

Σώζειν τα πλήθη των όλων χριστονύμων,

Ώ πλην γυναικός τα δ' άλλα Νικηφόρος




Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Το τέλος της Μακεδονίας





Γ΄ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ


Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΥΔΝΑΣ

22 ΙΟΥΝΙΟΥ 168 π.Χ.


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Ο Δέυτερος Μακεδονικός Πόλεμος (200-196π.Χ.) έληξε με τον θρίαμβο της Ρώμης και των Ελλήνων συμμάχων της επί του Φιλίππου του Ε΄ στις Κυνός Κεφαλές το 197π.Χ. Με αυτή τη νίκη οι Ρωμαίοι διασφάλισαν τον περιορισμό της Μακεδονίας εντός της επικρατείας της και τον περαιτέρω πολιτικό και στρατηγικό κατακερματισμό του Ελληνικού κόσμου. Το Μακεδονικό βασίλειο είχε ακόμη πολλές αντοχές και ήταν πρακτικά αδύνατον για τη Ρώμη να το κατακτήσει αλλά μετά από αυτή την ήττα είχε στρωθεί ο δρόμος για την οριστική επικράτηση των Λατίνων.
Ο πανούργος Φίλιππος ξεκίνησε το σχέδιο αναδιοργάνωσης του κράτους του σχεδόν αμέσως μετά το πέρας του πολέμου. Έχτισε νέες πόλεις μακριά από τους κεντρικούς οδικούς άξονες ώστε να μη γίνονται αντιληπτές οι κινήσεις του από τους αντιπάλους και μυστικά προετοίμαζε τον νέο του στρατό. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει το σχέδιο του καθώς απεβίωσε στην Αμφίπολη το 179π.Χ. Στον θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του Περσέας αφού πρώτα εξόντωσε τον αδερφό του και συνδιεκδικητή Δημήτριο.
Ο Περσέας υπήρξε πολύ δραστήριος. Συνέχισε το εξοπλιστικό πρόγραμμα του πατέρα του αλλά διαφοροποιήθηκε στην εξωτερική πολιτική καθώς ξεκίνησε ένα πανελλήνιο κίνημα κατά των Ρωμαίων επιζητώντας έτσι νέα σύγκρουση με τις λεγεώνες. Η σύγκρουση αυτή δεν άργησε να έρθει. Η φιλολαϊκή πολιτική του Περσέα κίνησε την υποψία μεταξύ των Ελλήνων ηγεμόνων της περιοχής και τόσο ο Ευμένης Β΄της Περγάμου όσο και η Αιτωλική Συμπολιτεία προσκάλεσαν τη Ρώμη σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο εναντίον της Μακεδονίας. Το διαχρονικό σαράκι του Ελληνισμού ξεκίνησε να κατατρώει ακόμη μια φορά τη σάρκα του έθνους.
Το 171 π.Χ. ξεκίνησε ο νέος Μακεδονικός Πόλεμος με έναν θρίαμβο τον Μακεδονικών όπλων επί των Ρωμαίων υπό τον Πόπλιο Λίκινο Κράσσο στη μάχη του Καλλίνικου κοντά στη Λάρισα. Σε αυτή τη μάχη δεν υπήρξε σύγκρουση φάλαγγας-λεγεώνας καθώς συγκρούστηκαν μόνο οι προφυλακές των στρατών (πελταστές και λοιποί ελαφρά οπλισμένοι) και το ιππικό. Η υπεροχή του ιππικού των Εταίρων ήταν τέτοια που η ρωμαϊκή στρατιά υπέστη πανωλεθρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει καθώς ήταν βέβαιο πως η λεγεώνα χωρίς την κάλυψη του ιππικού και όντας καθηλωμένη από τις φάλαγγες του Περσέα θα βρισκόταν περικυκλωμένη από τους Μακεδόνες ιππείς.
Οι Ρωμαίοι θορυβημένοι από τη πανωλεθρία έστειλαν στην Ελλάδα τον ικανότερο στρατηγό τους τον Λεύκιο Αιμίλιο Παύλο, έναν άντρα που είχε προσφέρει πολλά στη Ρώμη και έχαιρε της εκτίμησης όλου του αρχαίου κόσμου. Ταυτόχρονα έστειλαν στην Ήπειρο τον Λεύκιο Αινίκιο Γάλλο για να εξουδετερώσει τους Ηπειρώτες συμμάχους της Μακεδονίας. Όπως θα καταφανεί στο τέλος αυτή η κίνηση ίσως ήταν και η κρισιμότερη του πολέμου, παράδειγμα της στρατηγικής οξυδέρκειας του Αιμίλιου Παύλου που ουσιαστικά είχε στον έλεγχο του ολόκληρη τη πολιτική της Ρώμης στα χρόνια του πολέμου.
Ο Περσέας απέτυχε να υπερασπιστεί τόσο τους συμμάχους του στην Ήπειρο όσο και στη Θεσσαλία και αναγκάστηκε να προσφύγει σε καθαρά αμυντική στρατηγική εντός της Μακεδονίας. Έστησε το στρατόπεδο του στη βόρεια όχθη του ποταμού Ενιπέα (ακριβώς κάτω από το σημερινό Λιτόχωρο), για να εμποδίσει τη διάβαση του από τις λεγεώνες του Αιμίλιου Παύλου. Ο έμπειρος στρατηγός είδε πως ο Περσέας είχε φερθεί με σύνεση και απέφυγε τη βίαιη διάβαση του ποταμού. Αντίθετα έστειλε ισχυρή στρατιωτική δύναμη στο πέρασμα της Πέτρας ανάμεσα στον Όλυμπο και τα Πιέρια Όρη αιφνιδιάζοντας τη Μακεδονική φρουρά της περιοχής και εξασφαλίζοντας μία ασφαλή δίοδο στη πεδιάδα της Κατερίνης. Ο Μακεδόνας βασιλιάς απογοητευμένος, απέσυρε το στρατόπεδο του από την οχυρή θέση για να μη βρεθεί περικυκλωμένος. Κατέφυγε στη βόρεια όχθη του ποταμού Αίσωνα όπου και στρατοπέδευσε λίγο νότια της σημερινής Κατερίνης. Ο Ρωμαίος Ύπατος αντίθετα στρατοπέδευσε στους λόφους πάνω από το πεδίο της μάχης για να αποφύγει προφανώς τις επιδρομές των Μακεδόνων πρόδρομων ιππέων.



Η ΜΑΧΗ

Ο βασιλιάς της Μακεδονίας είχε στη διάθεση του 30 χιλιάδες φαλαγγίτες, 9 χιλιάδες ελαφρά οπλισμένους και 4 χιλιάδες ιππείς. Παρέταξε τους άντρες τους με το κλασικό "Μακεδονικό σχήμα" που υιοθέτησε ο Φίλιππος ο Β΄ και τελειοποίησε ο Μέγας Αλέξανδρος. Οι φαλαγγίτες στη μέση της παράταξης χωρισμένη σε δύο τμήματα. Αριστερά οι χαλκασπίδες και δεξιά οι αργυρασπίδες. Στο αριστερό τμήμα της παράταξης υπήρχε ιππικό με τη προσθήκη πολλών πελταστών και
τοξοτών. Τόσο οι άντρες όσο και τα άλογα αυτά είχαν εκπαιδευτεί στην αντιμετώπιση ελεφάντων (Πολύαινος,Στρατηγήματα) καθώς οι Ρωμαίοι διέθεταν 20 περίπου θηρία στις τάξεις του στρατού τους. Στα δεξιά το βασιλικό ιππικό μαζί με το εξαιρετικό σώμα των Εταίρων ιππέων. Απέναντι του ο Ρωμαίος Ύπατος διέθετε 23.800 λεγεωνάριους, 9.600ελαφρά οπλισμένους και 4.200 ιππείς. Χώρισε το πεζικό του σε δύο λεγεώνες με τους "ψιλούς" έμπροσθεν της παράταξης. Στα αριστερά παρέταξε τους ελέφαντες με λίγο ιππικό και αρκετούς ελαφρά οπλισμένους ενώ στα δεξιά το μεγαλύτερο μέρος του ιππικού επιφορτισμένο με τη δυσκολότερη αποστολή, να αντιμετωπίσει δηλαδή του Μακεδόνες Εταίρους!
Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο ζήτημα των ενισχύσεων ως μισθοφορικό σώμα που έλαβε ο Περσέας από τους Βαστέρνους, τρομεροί και πολεμοχαρείς Γαλάτες, λίγο πριν από τη μάχη. Οι 20 χιλιάδες αυτοί υψηλόσωμοι πολεμιστές φάνταζαν ως ιδανικοί σύμμαχοι για τους Μακεδόνες στρατιώτες καθώς η όψη τους και μόνο ήταν αποκαρδιωτική για τον οποιονδήποτε εχθρό. Η αμοιβή που ζήτησαν όμως οι Γαλάτες ήταν πολύ υψηλή και λίγο πριν από τη μάχη αποχώρησαν δίχως να λάβουν μέρος στο πλευρό των Μακεδόνων. Η σύγκρουση ξεκίνησε στις 3 το απόγευμα γεγονός που προσδίδει αληθοφάνεια στον ισχυρισμό πως η μάχη ξεκίνησε από τυχαίο γεγονός. Οι Μακεδόνες διάβηκαν τον Αίσωνα ποταμό και πλησίασαν απειλητικά τη ρωμαϊκή παράταξη. Το τείχος από τις σάρισες έμοιαζε αδιαπέραστο για τους λεγεωνάριους. Και όντως ήταν! Το δεξί μέρος της ρωμαϊκής παράταξης άντεξε στη προέλαση της φάλαγγα κυρίως λόγω της δράσης των ελεφάντων που παρά την εκπαίδευση των Μακεδόνων φαίνεται να έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη καθήλωση των Ελλήνων χαλκασπίδων. Στο αντίθετο άκρο της παράταξης οι αργυρασπίδες, χωρίς κανένα εμπόδιο στο δρόμο τους, σάρωσαν τη ρωμαϊκή παράταξη που παρά τον αρχικό ηρωισμό ξεκίνησε να υποχωρεί άτακτα προς τους λόφους. Ο Αιμίλιος Παύλος εξοργίστηκε με την υποχώρηση και όρμησε ανάμεσα στους άνδρες του ξορκίζοντας τους να παραμείνουν στις θέσεις τους.
Η κατάσταση όμως άλλαξε άρδην μετά τη μεταφορά του πεδίου μάχης στους λόφους πριν το στρατόπεδο. Το ανισόπεδο πλέον σημείο εμπόδιζε τους φαλαγγίτες να είναι ο ένας δίπλα στον άλλον, δημιουργώντας έτσι μεγάλα κενά στην ελληνική παράταξη. Καθοριστικό ρόλο επίσης έπαιξε και η δράση του ρωμαϊκού ιππικού που με αυτοθυσία έπεσε πάνω στη φάλαγγα καθυστερώντας τη καταδίωξη του ηττημένου πεζικού. Οι Ρωμαίοι ιππείς υπέστησαν τρομακτικές απώλειες αλλά έδωσαν χρόνο στη Λεγεώνα να ανασυνταχθεί αλλά διέσπασαν περαιτέρω τη συνοχή της φάλαγγας. Μεγάλο ερωτηματικό αποτελεί η απουσία από τις περιγραφές των αρχαίων συγγραφέων κάποια δράση του επίφοβου σώματος των Εταίρων ιππέων. Αν οι Μακεδόνες ιππείς επέδραμαν κατά των Ρωμαίων καβαλάρηδων τότε σίγουρα θα τους είχαν τρέψει σε φυγή και ολόκληρη η αριστερή πτέρυγα της Ρωμαϊκής παράταξης θα είχε καταρρεύσει. Η καταδίωξη της υποχωρήσας λεγεώνας από τους Εταίρους θα ήταν μετά το ζητούμενο καθώς και η μεταβολή των αργυρασπίδων προς τα αριστερά για να συνδράμουν τους σκληρά δοκιμαζόμενους χαλκασπίδες.
Τίποτα από αυτά όμως δε συνέβηκε και η σφοδρή αντεπίθεση της λεγεώνας απέναντι στην αποδιοργανωμένη φάλαγγα ξεκίνησε. Οι μεμονωμένες μάχες που ακολούθησαν ευνοούσαν τους λεγεωνάριους λόγω του οπλισμού τους. Η μεγαλύτερες ασπίδες τους καθώς και το μακρύτερο ξίφος τους το gladius υπερτερούσαν κατά πολύ της μικρής ασπίδας και του ξιφίδιου ( περισσότερο μεγάλο μαχαίρι παρά ξίφος) που ήταν οπλισμένοι οι Μακεδόνες. Οι επίφοβες σάρισες τους ήταν πλέον άχρηστες αφού η οπλιτική παράταξη είχε διασπαστεί. Αλλά το χειρότερο δεν είχε συμβεί ακόμη. Το ιππικό των Εταίρων παρακολουθούσε χωρίς να παρεμβαίνει τη σφαγή των συμπατριωτών του και ο βασιλιάς Περσέας αποχώρησε από το πεδίο της μάχης αφήνοντας τους στρατιώτες του στην τύχη τους!
Οι αργυρασπίδες τράπηκαν σε άτακτη φυγή ενώ οι χαλκασπίδες στο αριστερό άκρο της παράταξης συνέχισαν να πολεμούν με απαράμιλλο ηρωισμό. Κυκλώθηκαν από ολόκληρη πλέον τη ρωμαϊκη παράταξη και έπεσαν μέχρις ενός, 5 χιλιάδες άντρες χωρίς να παραδώσουν τα όπλα τους, πιστοί στους όρκους που είχαν δώσει. Ο Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος διέταξε καταδίωξη του εχθρού αφού εντελώς απρόσμενα του δόθηκε η ευκαιρία να εκμηδενίσει τον στρατό της Μακεδονίας σε μία μόλις μάχη. Οι Ρωμαίοι πρόλαβαν τους Μακεδόνες που υποχωρούσαν στη θέση Λουλουδιές του Κίτρους Πιερίας και η σφαγή που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο σε σκληρότητα και βαρβαρότητα. Η μάχη παρά την αρχική θετική έκβαση για τον Περσέα, κατέληξε σε θρίαμβο της Ρώμης.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Μετά τη μάχη ο Περσέας προσπάθησε να διαφύγει στη Μ.Ασία για να διεκδικήσει ξανά τον θρόνο του, κάτι που είχαν κάνει στο παρελθόν οι πρόγονοι του Αντίγονος Γονατάς και περισσότερο ο Δημήτριος Πολιορκητής. Δεν τα κατάφερε όμως και συνελήφθη στη Σαμοθράκη. Σύρθηκε αιχμάλωτος στην Ιταλία όπου και πέθανε ατιμασμένος. Η πόλη της Πύδνας έπειτα από σύντομη πολιορκία έπεσε και μαζί της έπεσε και ολόκληρη η Μακεδονία που αποτελούσε πλέον επαρχία της Ρώμης. Ο δρόμος για την κατάκτηση του Ελληνικού κόσμου είχε ανοίξει διάπλατα για τη νέα υπερδύναμη της εποχής! Τα λάφυρα που μάζεψε ο Αιμίλιος Παύλος και έστειλε στη Ρώμη ήταν τόσα πολλά που, όπως λέγεται, για εκατόν πενήντα χρόνια οι Ρωμαίοι πολίτες δεν πλήρωναν φόρους καθώς η αιώνια πόλη μπορούσε να συντηρηθεί από τα Μακεδονικά χρήματα!
Τα λάθη του Περσέα αμέτρητα αλλά κανείς δε μπορεί να του καταλογίσει ευθύνες καθώς όπως φαίνεται έπεσε θύμα μιας απίστευτης προδοσίας. Το μεγαλύτερο του λάθος είναι η άφεση των Ηπειρωτών συμμάχων στην τύχη τους. Ο νέος βασιλιάς υστερούσε σε θέματα της λεγόμενης "Υψηλής Στρατηγικής" έναντι του γηραιού Ρωμαίου στρατηγού και απέτυχε να ενισχύσει τους συμμάχους του ώστε να αποφύγει την ήττα τους. Αυτή η ήττα των Ηπειρωτών έδωσε το έναυσμα στον Αιμίλιο Παύλο να εισέλθει μέχρι μέσα στη Μακεδονική επικράτεια καθώς τα νώτα του ήταν πλέον καλυμμένα. Επιπλέον η πρόχειρη φύλαξη του στενού της Πέτρας ήταν ένα μεγάλο σφάλμα στρατηγικής. Έδωσε τη δυνατότητα στον εχθρό να πλευροκοπήσει τη παράταξη του και να επιλέξει πλέον αυτός τον τόπο και χρόνο της σύγκρουσης. Το άλλο μεγάλο λάθος του ήταν τακτικής φύσεως, δηλαδή κατά τη διάρκεια της μάχης. Η αργυρασπίδες μετά τη πρώτη κρούση και φυγή των Ρωμαίων, τους ακολούθησαν σε
ανισόπεδο έδαφος που δεν ταιριάζει σε οπλιτικό πόλεμο, έκανε δηλαδή το ίδιο λάθος που έκανε και ο πατέρας του στις Κυνός Κεφαλές. Έπρεπε να διατάξει τη παύση της προέλασης και την ενίσχυση των χαλκασπίδων στο αριστερό άκρο που δοκιμάζονταν σκληρά. Οι Εταίροι ιππείς (οι ευγενείς δηλαδή) δε συμμετείχαν στη μάχη προφανώς αφού είχαν έρθει σε μυστική συμφωνία με τους Ρωμαίους. Η φιλολαϊκή πολιτική του Περσέα είχε φέρει κοντά του όλους τους Έλληνες πλην των πλουσίων γαιοκτημόνων που είδαν την επιρροή και την πε
ριουσία τους να μειώνονται πολύ και προφανώς ήθελαν να τον ξεφορτωθούν. Το θέμα των Γαλατών πολεμιστών χρήζει και αυτό ιδιαίτερης μελέτης. Πολλοί κακίζουν τον τελευταίο Μακεδόνα βασιλιά και τον χαρακτηρίζουν ως φιλάργυρο που δεν πλήρωσε τους μισθοφόρους να πολεμήσουν στο πλευρό του. Δεν αναλογίζονται όμως τον συλλογισμό που μπορεί να είχε ο Περσέας καθώς αν οι βάρβαροι μπορούσαν να αντιληφθούν πόσος χρυσός υπήρχε στα ταμεία του τότε είναι βέβαιο πως την επόμενη χρονιά θα έπρεπε να αντιμετωπίσει μία δική τους εισβολή! Ο Περσέας προτίμησε να ρισκάρει τον πόλεμο με τους
Ρωμαίους παρά να προκαλέσει μια Γαλατική εισβολή στη Μακεδονία. Το μόνο μεμπτό στη συμπεριφορά του Περσέα ήταν η φυγή του από το πεδίο της μάχης. Η θέση του ήταν δίπλα στους Μακεδόνες του, ή να θριαμβεύσει ή να σκοτωθεί πολεμώντας!


"Μηδεν δεινότερον και φοβερότερον εωρακέναι φάλαγγος Μακεδονικής."
Λεύκιος Αιμίλιος Παύλος, 168 πΧ











Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ




Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ

19-21 ΙΟΥΝΙΟΥ
1913


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΣΙΟ

Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος έχει λήξει με την ολική επικράτηση των συμμάχων έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εδαφικές απώλειες των Τούρκων έναντι ,των Βουλγάρων των Ελλήνων, των Σέρβων αλλά και των Μαυροβουνίων είναι τεράστιες καθώς η μόνη περιοχή που ελέγχουν στην Ευρώπη είναι η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της. Η σύμπνοια που επέδειξαν τα Γενικά Επιτελεία των τεσσάρων χωρών καθώς και η σταθερή πολιτική που ακολούθησαν οι πολιτικές ηγεσίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος του πολέμου.
Η Συνθήκη του Λονδίνου που τερμάτισε τη σύγκρουση, καθόρισε τα σύνορα και τις σχέσεις μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών, δεν προέβλεπε όμως τη διαμοίραση των εδαφών μεταξύ των νικητών, φέροντας έτσι στα σπλάχνα της τους σπόρους την νέας μεγάλης σύγκρουσης, αυτή τη φορά μεταξύ των πρώην συμμάχων. Η Ελλάδα με τη Σερβία είχαν συμφωνήσει στη κατανομή των εδαφών με βάση τις κτήσεις του στρατού της κάθε χώρας. Η Σερβία με τη Βουλγαρία είχαν ξεχωριστή συμφωνία διανομής που όμως δυναμιτίστηκε από την ανακύρηξη της Αλβανίας (από Ιταλία και Αγγλία) ως ανεξάρτητου κράτους. Η Σερβία που , με βάση τις συμφωνίες, ανακτούσε τον έλεγχο στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας και αποκτούσε σταθερή πρόσβαση στην Αδριατική, είχε πλέον περιορισμένα εδαφικά κέρδη και δεν αναγνώριζε πλέον τη συμφωνία με τους Βούλγαρους. Επιθυμούσε να ισορροπήσει την απώλεια εδαφών στα δυτικά με την απόκτηση νέων προς την ανατολή.
Οι διαφορές της Βουλγαρίας με την Ελλάδα ήταν ακόμη πιο περίπλοκες. Χωρίς καμία συμφωνία για τη διανομή εδαφών και με πρόθεση για κυριαρχία στη Μακεδονία και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, οι δύο κατ'ανάγκη σύμμαχοι ήταν έτοιμοι για μια νέα αντιπαράθεση. Είχε προηγηθεί η σύγκρουση αντάρτικων μονάδων μερικά χρόνια νωρίτερα εντός της Οθωμανικής τότε επικράτειας με κυρίαρχη τη λυσσαλέα μάχη στον βάλτο των Γιαννιτσών. Η Βουλγαρία επιθυμούσε την επιστροφή στη συνθήκη του Αγ.Στεφάνου του 1878 και η Ελλάδα στην απελευθέρωση όσο περισσότερων εδαφών που κυριαρχούσαν ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Οι Έλληνες και οι Σέρβοι συνασπίστηκαν ακόμη μία φορά για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική απειλή που μετά τη κατάρρευση των Τούρκων ήρθε και πάλι στο προσκήνιο. Οι στρατοί και των τριών χωρών ήταν έτοιμοι, εμπειροπόλεμοι και με ακμαίο ηθικό. Ο νέος επερχόμενος πόλεμος δε θα έμοιαζε σε καμία περίπτωση με τον προηγούμενο που οι Τούρκοι οπισθοχωρούσαν εύκολα. Η κάθε σπιθαμή εδάφους θα κερδιζόταν με πεισματικό αγώνα και πολύ αίμα!

Η ΜΑΧΗ
Χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου, ούτε καν προειδοποίηση, οι Βουλγαρικές ένοπλες δυνάμεις επιτέθηκαν τη νύχτα της 16ης προς 17ης Ιουνίου 1913 ταυτόχρονα στις προφυλακές του Ελληνικού και Σερβικού στρατού. Η ταυτόχρονη αυτή επίθεση εναντίον δύο αντιπάλων φανέρωνε την υπεροψία των Βουλγάρων επιτελών καθώς και το ριψοκίνδυνο του όλου εγχειρήματος τους. Για τη προσβολή του ελληνικού στρατού η Βουλγαρία διέθεσε τη 2η Στρατιά υπό τον στρατηγό Ιβανώφ που ήταν αναπτυγμένη στις θέσεις Δοϊράνη-Κιλκίς-Λαχανάς-Ελευθερούπολη। Η δύναμη των Βουλγάρων ήταν γύρω στις εκατό χιλιάδες άντρες χωρισμένοι σε 59 τάγματα πεζικού και 14 ίλες ιππικού, υποστηριζόμενοι από 175 πυροβόλα.Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχε προλάβει τις εξελίξεις και τις προηγούμενες μέρες είχε προωθήσει και παρατάξει τον στρατό σε κατάλληλες θέσεις τόσο για να αποκρούσει την αναμενόμενη (λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης στρατού στα σύνορα) βουλγαρική επίθεση, όσο και για να περάσει στην αντεπίθεση ώστε να ελευθερώσει την ανατολική Μακεδονία και να την εντάξει στον εθνικό κορμό। Εκατόν δέκα εφτά χιλιάδες άντρες, χωρισμένοι σε 73 τάγματα πεζικού και 7 ίλες ιππικού, υποστηριζόμενοι από 176 πεδινά και ορεινά πυροβόλα είχαν αναπτυχθεί ακολουθώντας μια υποδειγματική, ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, κινητοποίηση.
Η πρώτη επίθεση των Βουλγάρων εκδηλώθηκε στη βόρεια πλευρά του Παγγαίου κοντά στην Ελευθερούπολη. Η προφυλακή του ελληνικού στρατού οπισθοχώρησε με ασφάλεια. Το περίεργο αυτής της σύγκρουσης είναι πως ενώ ο Βουλγαρικός στρατός ξεκίνησε τη μάχη αυτή η πρώτη επίθεση ήταν και η μοναδική! Ο Ελληνικός στρατός βρισκόταν σε τέτοιο επίπεδο ετοιμότητας και κινητοποίησης που αντεπιτέθηκε αμέσως αναγκάζοντας τους αντιπάλους σε στατική άμυνα. Η επίθεση των Ελλήνων ήταν σφοδρή και σε όλο το μέτωπο ταυτόχρονα καθώς οι επιτελείς του στρατού έδειξαν υψηλά επίπεδα επαγγελματισμού που εξασφάλισαν άριστη εποπτεία του πεδίου μάχης καθώς και διοικητικής μέριμνας.
Οι 2η, 3η, 4η, 5η μεραρχίες ξεκίνησαν από τη γραμμή Λητή-Αγιονέρι με κατεύθυνση το Κιλκίς. Η 6η από Άσσηρο και η 1η από Προφήτη κατευθύνθηκαν προς Λαχανά. Στη δεξιά πλευρά η 7η από Αρεθούσα προέλασε προς Νιγρίτα και από τη δεξιά η 10η από γέφυρα Γουμένιτσας (Αξιός ποταμός) προς λίμνη Αρτζάν. Στις 8 το πρωί της 19ης Ιουνίου οι τέσσερις μεραρχίες που προωθούνται προς τη κατάληψη του Κιλκίς έρχονται σε επαφή με τις αμυντικές δυνάμεις των Βούλγαρων που βρίσκονται στη πρώτη αμυντική γραμμή Πέρινθος-Μαυρονέρι-Νέο Γυναικοχώρι. Η μάχη γενικεύεται και παρά τις απώλειες από τα πυκνά πυρά των αντιπάλων, οι ελληνικές μονάδες απωθούν τους αντιπάλους και τους αναγκάζουν να οπισθοχωρήσουν. Το μεσημέρι πραγματοποιείται η επίθεση στη προωθημένη αμυντική τοποθεσία του Λαχανά με τα ίδια αποτελέσματα. Παρά τις μεγάλες απώλειες, οι Έλληνες ανάγκασαν τους Βούλγαρους να οπισθοχωρήσουν στη κύρια αμυντική τους θέση. Οι μεραρχίες στα άκρα της παράταξης (7η και 10η) επικράτησαν και ανέτρεψαν οριστικά την αντίσταση των εχθρών στη στενωπό Σκεπαστού και στο Αρτζάν.
Την επόμενη μέρα οι μάχες συνεχίστηκαν με την ίδια σφοδρότητα. Οι Βούλγαροι αντιστεκόταν πεισματικά στις λυσσαλέες επιθέσεις του ελληνικού στρατού. Τα εδαφικά κέρδη ήταν πενιχρά. Τα πυκνά πυρά των Βουλγάρων καθώς και η έλλειψη επαρκούς κάλυψης πυροβολικού του ελληνικού στρατού, ανάγκασε το πεζικό να καθηλωθεί στις θέσεις του. Η μόνη αλλαγή στο μέτωπο ήταν η κατάληψη της Νιγρίτας από την 7η μεραρχία. Μία κίνηση υπερκερασμού όλης της αμυντικής παράταξης του Βουλγαρικού σχεδιασμού που από μόνη της όμως δεν θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα. Το κύριο σώμα στρατού θα έπρεπε να προωθηθεί πάση θυσία ώστε η κίνηση της 7ης να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Στις 3:30 το πρωί της 21ης Ιουνίου 1913 ξεκίνησε η γενικευμένη επίθεση κατά της πόλης του Κιλκίς. Οι μεραρχίες 3η, 4η, 5η μάχονται στα περίχωρα της πόλης κάτω από τις συνεχείς βολές του αντίπαλου πυροβολικού. Η 2η μπαίνει στην ίδια την πόλη και τα συντάγματα 1ο και 7ο καταλαμβάνουν τη πρώτη αμυντική γραμμή των Βουλγάρων στις 4:10 το πρωί. Η επίθεση συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και με τρομακτικές απώλειες και από τις δύο πλευρές και με εφόρμηση εφ'όπλου λόγχης, καταλαμβάνεται και η δεύτερη αμυντική γραμμή μέχρι τις 5:00 το πρωί. Το 3ο σύνταγμα εμπλέκεται στη μάχη πλέον και αποκρούει τις σφοδρές αντεπιθέσεις των αντιπάλων και με συντονισμένες επιθέσεις η πόλη καταλαμβάνεται στις11:00 το πρωί. Μέσα σε λίγη ώρα η ελληνική σημαία κυματίζει περήφανα στον λόφο του Αγ.Γεωργίου και ο Βουλγαρικός στρατός υποχωρεί αλλά με σχετική τάξη.
Στη τοποθεσία του Λαχανά οι εξελίξεις ήταν παράλληλες με αυτές του Κιλκίς. Με τη λόγχη οι Έλληνες στρατιώτες κατεδίωξαν τους Βούλγαρους από τα χαρακώματα τους, με βαριές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Μέχρι της 16:00 το απόγευμα η οχυρή τοποθεσία του Λαχανά βρισκόταν στα χέρια του ελληνικού στρατού. Η υποχώρηση των Βουλγαρικών σωμάτων προς Σέρρες και Δοϊράνη ήταν μαζική και παραλίγο θα είχε μετατραπεί σε άτακτη φυγή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η περήφανη αυτή νίκη των Ελληνικών όπλων ήταν η σημαντικότερη σε όλη τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πόλεμου. Οι υπερόπτες Βούλγαροι αναγκάστηκαν να διακόψουν οποιαδήποτε περαιτέρω σκέψη για επιθετικές κινήσεις και πέρασαν στην άμυνα τόσο στο Ελληνικό όσο και στο Σερβικό μέτωπο. Παρά τις τρομακτικές απώλειες, το ηθικό του στρατού εξυψώθηκε και η συνέχιση του πολέμου φάνταζε ως κάτι το αυτονόητο σε όλο τον Ελληνισμό. Οι απώλειες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές τρομακτικές λόγω της αγριότητας της σύγκρουσης. Από τη Ελλάδα σκοτώθηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης 8.652 άντρες και από τη Βουλγαρία σκοτώθηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης 6.971, αιχμαλωτίστηκαν 6 χιλιάδες και χάθηκαν 12ο πυροβόλα όπλα.
Τα λάθη της Βουλγαρικής ηγεσίας αμέτρητα! Ξεκίνησαν πόλεμο σε δύο μέτωπα λόγω υπεροψίας χωρίς να παραδειγματιστούν από τις νίκες των δύο πρώην συμμάχων τους απέναντι στον Οθωμανικό στρατό. Αν είχαν επιλέξει να πολεμήσουν τη κάθε μία χώρα ξεχωριστά, ίσως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. Ακόμη ένα λάθος ήταν προφανώς και οι εκτιμήσεις τους για τον αριθμό των Ελλήνων στρατιωτών που μαζεύτηκαν στα σύνορα. Η έλλειψη σωστού δικτύου πληροφοριών τους στοίχισε τη σημαντική αυτή μάχη αλλά και ολόκληρο τον πόλεμο.
Οι Έλληνες επιτελείς επέδειξαν απαράμιλλο επαγγελματισμό καθώς με μεγάλη ανδρεία στο πεδίο της μάχης μαζί με τους άντρες τους. Ο αριθμός των οκτώ νεκρών διοικητών σωμάτων μαρτυρεί την αφοσίωση των Ελλήνων αξιωματικών. Η πρωτοφανής κινητοποίηση στρατευμάτων στα σύνορα αλλά και η υποδειγματική εκτέλεση του σχεδίου μάχης ήταν τα στοιχεία που έδωσαν τη σημαντική αυτή νίκη στην Ελλάδα.
Μελανό σημείο στην Ελληνική στρατηγική ήταν η απογοητευτική επίδοση του πυροβολικού. Όπως και στη μάχη του Σαρανταπόρου (1912), τα ελληνικά πυροβόλα δεν παρείχαν επαρκεί κάλυψη στις μονάδες πεζικού με αποτέλεσμα, πολλές φορές αυτές να ακινητοποιούνται από τα πυκνά πυρά των αμυνομένων και να δέχονται βαριές απώλειες. Ακόμη ένα σημείο που υστέρησε η Ελληνική διοίκηση είναι η έλλειψη πρωτοβουλίας που επέδειξε η 7η μεραρχία μετά τη κατάληψη της Νιγρίτας. Αν ο διοικητής λάμβανε εντολή ή ενεργούσε από μόνος τ
ου και έκλεινε τις γέφυρες του Στρυμόνα, καθιστώντας αδύνατη τη διαφυγή του βουλγαρικού στρατού, τότε η παράδοση και η αιχμαλωσία 100 περίπου χιλιάδων αντρών θα ήταν γεγονός! Αυτό βέβαια θα ήταν και το τέλος του Β' Βαλκανικού πολέμου.




Ο στρατηγός Ιβανώφ , Στρατάρχης των βουλγαρικών δυνάμεων, γράφει στα απομνημονεύματά του: "Ήμασταν σε θέση να αντισταθούμε για τόσο καιρό, γιατί ο εχθρός ήταν αδέξιος, δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση, δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις αδυναμίες μας .... Νόμιζα ότι είχα προβλέψει τα πάντα, ότι είχα μαντέψει τα πάντα, τα πάντα, εκτός απο την ελληνική τρέλα ".





Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ


Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ 20ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1453


Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑΣ


ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΧΙΛΙΕΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΒΡΟΥΜΕ ΑΠΕΙΡΑΡΙΘΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΗΡΩΙΣΜΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΝΙΚΕΣ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ..
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ


Στις 6 Απριλίου 1453 ο νεαρός σουλτάνος των Οθωμανών Μωάμεθ ο Β' πολιόρκησε στενά τη πρωτεύουσα της κατ'όνομα μόνο Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Κωνσταντινούπολη. Με πανίσχυρο στρατό διακοσίων χιλιάδων περίπου αντρών και οπλισμένος με το νέο υπερόπλο της εποχής , το κανόνι, φάνταζε σίγουρος νικητής της μεγάλης αυτής σύγκρουσης. Τα τείχη της Πόλης ήταν ισχυρά μεν αλλά παλαιά και όχι κατάλληλα για να αντέξουν βομβαρδισμό.Καμία πολιορκία της Κωνσταντινούπολης όμως δε θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα αν δεν πραγματοποιούταν ταυτόχρονα και ναυτικός αποκλεισμός. Τα πολλά λιμάνια της Πόλης ήταν ικανά να εξυπηρετήσουν μεγάλο αριθμό εμπορικών και πολεμικών πλοίων που θα μπορούσαν να ανεφοδιάζουν τη Βασιλεύουσα με τρόφιμα, όπλα και άντρες για πολλούς μήνες καθιστώντας την οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια άνευ ουσίας.
Για αυτό τον λόγο ο Σουλτάνος είχε ναυλοχήσει έναν τεράστιο στόλο τριακοσίων περίπου καραβιών, διαφόρων τύπων και μεγέθους. Τα πληρώματα ήταν καλά εξοπλισμένα και εκπαιδευμένα, καθώς και φανατισμένα, με μοναδικό σκοπό να απωθήσουν οποιοδήποτε πλοίο έσπευδε να ανεφοδιάσει τους πολιορκημένους. Ο τουρκικός στόλος βρισκόταν υπό την καθοδήγηση του ναυάρχου Μπαλτόγλου, ενός έμπειρου ναυτικού και έμπιστου του ίδιου του σουλτάνου। Τα ναυτικά τείχη της Πόλης καθώς και η αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου δεν έδινε ελπίδες σε οποιαδήποτε ναυτική προσβολή της πόλης, οπότε ο ρόλος του ναυτικού ήταν απλώς υποστηρικτικός του ενόπλου αγώνα στη στεριά.
Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης καθώς και οι υπερασπιστές της πόλης προσδοκούσαν και όχι άδικα σε βοήθεια από τη Δύση καθώς, λόγω του μεγάλου κινδύνου, οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες αναγνώρισαν τη πρωτοκαθεδρία του Πάπα της Ρώμης ως αρχηγού της Χριστιανοσύνης. Χερσαία επέμβαση ήταν απαγορευτική για τους Ευρωπαίους καθώς εκτός της Ουγγαρίας, κανένα άλλο κράτος δεν βρισκόταν κοντά στη περιοχή των Βαλκανίων. Η μόνη βοήθεια θα μπορούσε να έρθει από τη θάλασσα. Και αυτό το γνώριζαν και οι πολιορκητές.

Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ

Τα τριακόσια πλοία του σουλτάνου φάνταζαν ως ένα αδιαπέραστο τοίχος για οποιαδήποτε προσπάθεια ανεφοδιασμού της Κωνσταντινούπολης από τη Δύση. Τρεις Γενουάτες πλοίαρχοι όμως ο Μαυρίκιος Καττανέου, ο Δομίνικος του Νοβαραίου και ο Βαπτιστής του εκ Φελλιτσιάνου, αψηφώντας τον κίνδυνο, πλησίασαν στη περιοχή με απώτερο σκοπό να ανακουφίσουν τους πολιορκημένους. Όλο το Μάρτιο καθώς και μεγάλο μέρος του Απριλίου ήταν αναγκασμένοι να περιμένουν στη Χίο λόγω δυσμενών ανέμων. Στις 15 του μηνός όμως ξεκίνησε ένας δυνατός νότιος άνεμος, κατάλληλος να "γεμίσει" τα πανιά των πλοίων και να τα οδηγήσει απευθείας στη Κωνσταντινούπολη. Αυτά τα πλοία ενώθηκαν με μεγάλο φορτηγό πλοίο του αυτοκρατορικού στόλου γεμάτο σιτάρι υπό τον έξοχο καπετάνιο Φλαντανελά. Ο στολίσκος των τεσσάρων αυτών ευμεγέθων πλοίων κατευθυνόταν πλέον προς τον Βόσπορο μέσα στη καρδιά της τουρκικής ναυτικής παράταξης.
Το μέγαλο πλεονέκτημα των Οθωμανών ήταν ο μεγάλος αριθμός των σκαφών τους, ενώ των Χριστιανών το μέγεθος και η ποιότητα των πλοίων καθώς και το αξιόμαχο των πληρωμάτων. Η νίκη όμως των Οθωμανών φάνταζε εύκολη λόγω της χαώδους διαφοράς σε πλοία και άντρες. Ο στολίσκος αυτός, με βάση τη ψυχρή λογική, δεν ήταν ικανός να αποτελέσει ούτε τη προφυλακή ενός μεγαλύτερου στόλου που θα ερχόταν να λύσει τη πολιορκία και να σώσει τη Βασιλεύουσα. Και ως προφυλακή τον εξέλαβαν το πρωί της 20ης Απριλίου τόσο οι
κάτοικοι της πόλης όσο και οι Τούρκοι.
Στις εννέα το πρωί ο στολίσκος έφτασε στην Πόλη και μέχρι τις δέκα οι ναύτες των Χριστιανικών πλοίων μπορούσαν να διακρίνουν με συγκίνηση την εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Τους είδαν πλέον τόσο οι φύλακες των θαλασσίων τειχών της Κωνσταντινούπολης όσο και οι προφυλακές του Οθωμανικού ναυτικού προκαλώντας τους αρχικά πανικό καθώς νόμιζαν πως ακολουθεί μεγάλος στόλος από την Εσπερίαν.
Μεγάλος ενθουσιασμός επικράτησε τότε στη Πόλη. Μεγάλος αριθμός πολιτών ανέβηκαν στα τείχη αλλά και στις στέγες ψηλών κτηρίων, γέμισαν τις αποβάθρες για να μπορέσουν να θαυμάσουν τα τέσσερα αγέρωχα πλοία που ήταν ότι πιο ελπιδοφόρο είχαν δει ίσως σε ολόκληρη τη ζωή τους! Ο στολίσκος όμως ήταν ορατός και από το δεξί άκρο του τουρκικού στρατού.
Ο σουλτάνος θορυβημένος από την άφιξη των Ιταλικών πλοίων και του αυτοκρατορικού φορτηγού, διέτρεξε έφιππος όλο το στρατόπεδο του πεζικού και έφτασε μέχρι τον πρόχειρο ναύσταθμο διατάζοντας το ναύαρχο Μπαλτόγλου να επιτεθεί αμέσως στον στολίσκο και να τον εμποδίσει πάση θυσία να περάσει την αλυσίδα του Κεράτιου κόλπου και να εισέλθει με ασφάλεια στη πόλη. "Αν δεν το κατορθώσεις, μη γυρίσεις ζωντανός" φέρεται να είπε ο Μωάμεθ ο Β΄ στο ναύαρχο του.
Ο τουρκικός στόλος κινητοποιήθηκε πολύ γρήγορα κωπηλατώντας αντίθετα στον άνεμο, κάτι πολύ επίπονο για τους ναυτικούς. Φρικτές κραυγές και αναρίθμητα τύμπανα σκέπασαν τον ουρανό πάνω από τον Βόσπορο καθώς οι Οθωμανοί προσπαθούσαν να προκαλέσουν τρόμο στους αντιπάλους τους. Τα χριστιανικά πλοία όμως κινούταν με ούριο άνεμο στα ιστία τους με μεγάλη ορμή και έφτασαν σχετικά εύκολα μέχρι την ακρόπολη του Μεγάδημητρίου στις παρυφές του Κεράτιου. Εκείνη τη στιγμή βρέθηκαν ακριβώς απέναντι από τον Οθωμανικό στόλου που είχε επικεφαλή τον ίδιο το ναύαρχο, ο οποίος ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση για τη σύντομη και επιτυχή έκβαση της ναυμαχίας.
Μόλις οι δύο στόλοι έφτασαν σε απόσταση βολής ξεκίνησε έντονος ακροβολισμός και από τις δύο μεριές. Βέλη, πέτρες αλλά και βολές από πυροβόλα όπλα κατάκλυσαν το πεδίο της ναυμαχίας. Οι χριστιανοί όμως ήταν όλοι τους εξοπλισμένοι με αλυσιδωτούς

θώρακες και λόγω του μεγαλύτερου μεγέθους των πλοίων τους, βρισκόταν ψηλότερα από τους αντιπάλους τους και τους εξουδετέρωναν με σχετική ευκολία! Λόγω του ευνοϊκού ανέμου και του μεγέθους τους, τα χριστιανικά πλοία κατανίκησαν τα αντίστοιχα της πρώτης γραμμής των τούρκων που υπέστησαν πολλά δεινά μη μπορώντας να προσκολληθούν επάνω στους αντιπάλους τους.
Και ενώ ο στολίσκος βρισκόταν μερικές εκατοντάδες μέτρα από την αλυσίδα του Κεράτιου κόλπου, ξαφνικά έπαυσε ο άνεμος προς μεγάλη τέρψη τόσο του Μωάμεθ όσο και του Μπαλτόγλου. Η αιφνίδια νηνεμία ήταν ότι χειρότερο για τους Γενουάτες καθώς τους είχαν πλησιάσει περίπου εκατό κωπήλατα εχθρικά πλοία! Η ναυαρχίδα προσκολλήθηκε στη πρύμνη του αυτοκρατορικού φορτηγού πλοίου με σαφή πρόθεση να το καταλάβει και να πάρει το πολύτιμο σιτάρι για τον Οθωμανικό στρατό. Τα ιταλικά πλοία δέχθηκαν επίθεση από αναρίθμητα τουρκικά τα οποία με τη σειρά τους προσκολλήθηκαν πάνω τους και η ναυμαχία πλέον έγινε πεζομαχία!
Οι χριστιανοί, όντας καλύτερα εξοπλισμένοι και ψηλότερα από τους αντιπάλους τους, στην αρχή τους απωθούσαν εύκολα αλλά όσο περνούσε η ώρα η κόπωση τους γινόταν εμφανής. Νέοι ξεκούραστοι τούρκοι πολεμιστές έμπαιναν στον αγώνα και πολλές φορές παραλίγο να κυριευθεί το αυτοκρατορικό πλοίο. Η έγκαιρη παρέμβαση των Ιταλικών πολεμικών αποσόβησε αυτή την εξέλιξη. Οι πλοίαρχοι αποφάσισαν να δέσουν και τα τέσσερα καράβια μεταξύ τους ώστε να είναι ευκολότερη η προστασία του φορτηγού πλοίου.
Τόσο ο Μπαλτόγλου όσο και ο Έλληνας κυβερνήτης του φορτηγού Φλαντανελάς βρισκόταν στη πρώτη γραμμή καθ'όλη τη διάρκεια της μάχης, μαχόμενοι με ιδιαίτερο φανατισμό!
Το "σμήνος" των πλοίων πλησίαζε στην ακτή, έφτασε τόσο κοντά μάλιστα που ο Μωάμεθ έδινε ο ίδιος εντολές στο ναύαρχο του αλλά και στους κυβερνήτες των πλοίων του. Και ενώ η ναυμαχία κρατούσε ώρα πολύ και οι απώλειες των Οθωμανών πλήθαιναν, άρχισε μια ακατανόητη φυγή του τουρκικού στόλου. Τα πληρώματα έχασαν το θάρρος τους και οι κυβερνήτες των πλοίων διέταξαν οπισθοχώρηση. Η οργή του σουλτάνου ήταν απερίγραπτη! Άρχισε να βρίζει και να απειλεί τον Μπαλτόγλου καθώς και όλους τους αξιωματικούς του ναυτικού. Η συνοδεία του Μωάμεθ και ύστερα ολόκληρο ο στρατός άρχισε να βρίζει και να καταριέται τον στόλο μιμούμενος τον σουλτάνο.
Ο Φραντζής λέγει "Αισχυνθέτες τας ύβρεις, άκοντες και έκοντες μετά θυμού μεγάλουμετέστρεψαν αύθις τας πρώτας κατά των νηών και εμάχοντο ισχυρώς". Το δεύτερο σκέλος της μάχης κράτησε πάνω από δύο ώρες και λόγω της συνεχιζόμενης νηνεμίας, τα χριστιανικά πλοία ήταν σε δεινή θέση. Και ενώ πλησίαζε η δύση του ηλίου και η μάχη έγειρε προς το μέρος των τούρκων, ως εκ θαύματος "σηκώθηκε" ισχυρός νότιος άνεμος γεμίζοντας ακόμη μία φορά τα πανιά των χριστιανικών πλοίων! Ο Δούκας στο χρονικό του λέγει "Και αν ήτο έμπροσθεν αυτών όλος ο στόλος του βαρβάρου, θα ηδύναντο αι πέντε* εκείναι νήες να καταποντίσωσι και τα τριάκοντα τουρκικά πλοία".
Τα χριστιανικά πλοία μέσα σε λίγη ώρα βρέθηκαν μέσα στην ασφάλεια του Κεράτιου κόλπου χαρίζοντας με ανέλπιστη νίκη και ελπίδα στους πολιορκημένους!

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Μετά το πέρας της ναυμαχίας ο Μωάμεθ ράβδισε και έπαυσε το ναύαρχο του. Δήμευσε όλοι τη περιουσία του και τη μοίρασε στους γενίτσαρους. Μόνο η προσωπική ανδρεία του Μπαλτόγλου του έσωσε τη ζωή.
Οι απώλειες των δύο πλευρών δεν είναι ξεκάθαρες αλλά σίγουρα οι τουρκικές ήταν
πολλαπλάσιες από τις χριστιανικές, τόσο σε πλοία όσο και σε άντρες.
Παρά τη μεγαλειώδη αυτή νίκη, η πλάστιγγα δεν έγειρε υπέρ των πολιορκημένων, ούτε και θα μπορούσε να συμβεί άλλωστε. Το μέγεθος του στολίσκου ήταν τόσο μικρό που τόσο τα εφόδια όσο και οι άντρες που έφερε στη Κωνσταντινούπολη δε μπορούσαν να βοηθήσουν ουσιαστικά στην υπεράσπιση της πόλης.
Λίγες εβδομάδες μετά η Βασιλεύουσα έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ που έλαβε τον τίτλο "ο Πορθητής". Το φως του ελληνισμού μετανάστευσε στη γειτονική Ιταλία και δικαίως το πρώτο αίτιο για την Αναγέννηση στη κεντρική και βόρεια Ιταλία θεωρείται η πτώση της Πόλης. Ο ελληνισμός μπήκε στον σκοταδισμό της Ανατολής και το μέλλον του ήταν εξαιρετικά δυσοίωνο...


*Ο ιστορικός της άλωσης Δούκας, αφηγείται την ύπαρξη πέντε και όχι τεσσάρων πλοίων