Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλγαρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βουλγαρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ




Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΙΛΚΙΣ-ΛΑΧΑΝΑ

19-21 ΙΟΥΝΙΟΥ
1913


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΣΙΟ

Ο Α' Βαλκανικός Πόλεμος έχει λήξει με την ολική επικράτηση των συμμάχων έναντι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι εδαφικές απώλειες των Τούρκων έναντι ,των Βουλγάρων των Ελλήνων, των Σέρβων αλλά και των Μαυροβουνίων είναι τεράστιες καθώς η μόνη περιοχή που ελέγχουν στην Ευρώπη είναι η Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρα της. Η σύμπνοια που επέδειξαν τα Γενικά Επιτελεία των τεσσάρων χωρών καθώς και η σταθερή πολιτική που ακολούθησαν οι πολιτικές ηγεσίες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αποτελέσματος του πολέμου.
Η Συνθήκη του Λονδίνου που τερμάτισε τη σύγκρουση, καθόρισε τα σύνορα και τις σχέσεις μεταξύ των αντιμαχομένων πλευρών, δεν προέβλεπε όμως τη διαμοίραση των εδαφών μεταξύ των νικητών, φέροντας έτσι στα σπλάχνα της τους σπόρους την νέας μεγάλης σύγκρουσης, αυτή τη φορά μεταξύ των πρώην συμμάχων. Η Ελλάδα με τη Σερβία είχαν συμφωνήσει στη κατανομή των εδαφών με βάση τις κτήσεις του στρατού της κάθε χώρας. Η Σερβία με τη Βουλγαρία είχαν ξεχωριστή συμφωνία διανομής που όμως δυναμιτίστηκε από την ανακύρηξη της Αλβανίας (από Ιταλία και Αγγλία) ως ανεξάρτητου κράτους. Η Σερβία που , με βάση τις συμφωνίες, ανακτούσε τον έλεγχο στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας και αποκτούσε σταθερή πρόσβαση στην Αδριατική, είχε πλέον περιορισμένα εδαφικά κέρδη και δεν αναγνώριζε πλέον τη συμφωνία με τους Βούλγαρους. Επιθυμούσε να ισορροπήσει την απώλεια εδαφών στα δυτικά με την απόκτηση νέων προς την ανατολή.
Οι διαφορές της Βουλγαρίας με την Ελλάδα ήταν ακόμη πιο περίπλοκες. Χωρίς καμία συμφωνία για τη διανομή εδαφών και με πρόθεση για κυριαρχία στη Μακεδονία και κυρίως στη Θεσσαλονίκη, οι δύο κατ'ανάγκη σύμμαχοι ήταν έτοιμοι για μια νέα αντιπαράθεση. Είχε προηγηθεί η σύγκρουση αντάρτικων μονάδων μερικά χρόνια νωρίτερα εντός της Οθωμανικής τότε επικράτειας με κυρίαρχη τη λυσσαλέα μάχη στον βάλτο των Γιαννιτσών. Η Βουλγαρία επιθυμούσε την επιστροφή στη συνθήκη του Αγ.Στεφάνου του 1878 και η Ελλάδα στην απελευθέρωση όσο περισσότερων εδαφών που κυριαρχούσαν ελληνορθόδοξοι πληθυσμοί. Οι Έλληνες και οι Σέρβοι συνασπίστηκαν ακόμη μία φορά για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη Βουλγαρική απειλή που μετά τη κατάρρευση των Τούρκων ήρθε και πάλι στο προσκήνιο. Οι στρατοί και των τριών χωρών ήταν έτοιμοι, εμπειροπόλεμοι και με ακμαίο ηθικό. Ο νέος επερχόμενος πόλεμος δε θα έμοιαζε σε καμία περίπτωση με τον προηγούμενο που οι Τούρκοι οπισθοχωρούσαν εύκολα. Η κάθε σπιθαμή εδάφους θα κερδιζόταν με πεισματικό αγώνα και πολύ αίμα!

Η ΜΑΧΗ
Χωρίς επίσημη κήρυξη πολέμου, ούτε καν προειδοποίηση, οι Βουλγαρικές ένοπλες δυνάμεις επιτέθηκαν τη νύχτα της 16ης προς 17ης Ιουνίου 1913 ταυτόχρονα στις προφυλακές του Ελληνικού και Σερβικού στρατού. Η ταυτόχρονη αυτή επίθεση εναντίον δύο αντιπάλων φανέρωνε την υπεροψία των Βουλγάρων επιτελών καθώς και το ριψοκίνδυνο του όλου εγχειρήματος τους. Για τη προσβολή του ελληνικού στρατού η Βουλγαρία διέθεσε τη 2η Στρατιά υπό τον στρατηγό Ιβανώφ που ήταν αναπτυγμένη στις θέσεις Δοϊράνη-Κιλκίς-Λαχανάς-Ελευθερούπολη। Η δύναμη των Βουλγάρων ήταν γύρω στις εκατό χιλιάδες άντρες χωρισμένοι σε 59 τάγματα πεζικού και 14 ίλες ιππικού, υποστηριζόμενοι από 175 πυροβόλα.Το ελληνικό Γενικό Επιτελείο είχε προλάβει τις εξελίξεις και τις προηγούμενες μέρες είχε προωθήσει και παρατάξει τον στρατό σε κατάλληλες θέσεις τόσο για να αποκρούσει την αναμενόμενη (λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης στρατού στα σύνορα) βουλγαρική επίθεση, όσο και για να περάσει στην αντεπίθεση ώστε να ελευθερώσει την ανατολική Μακεδονία και να την εντάξει στον εθνικό κορμό। Εκατόν δέκα εφτά χιλιάδες άντρες, χωρισμένοι σε 73 τάγματα πεζικού και 7 ίλες ιππικού, υποστηριζόμενοι από 176 πεδινά και ορεινά πυροβόλα είχαν αναπτυχθεί ακολουθώντας μια υποδειγματική, ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, κινητοποίηση.
Η πρώτη επίθεση των Βουλγάρων εκδηλώθηκε στη βόρεια πλευρά του Παγγαίου κοντά στην Ελευθερούπολη. Η προφυλακή του ελληνικού στρατού οπισθοχώρησε με ασφάλεια. Το περίεργο αυτής της σύγκρουσης είναι πως ενώ ο Βουλγαρικός στρατός ξεκίνησε τη μάχη αυτή η πρώτη επίθεση ήταν και η μοναδική! Ο Ελληνικός στρατός βρισκόταν σε τέτοιο επίπεδο ετοιμότητας και κινητοποίησης που αντεπιτέθηκε αμέσως αναγκάζοντας τους αντιπάλους σε στατική άμυνα. Η επίθεση των Ελλήνων ήταν σφοδρή και σε όλο το μέτωπο ταυτόχρονα καθώς οι επιτελείς του στρατού έδειξαν υψηλά επίπεδα επαγγελματισμού που εξασφάλισαν άριστη εποπτεία του πεδίου μάχης καθώς και διοικητικής μέριμνας.
Οι 2η, 3η, 4η, 5η μεραρχίες ξεκίνησαν από τη γραμμή Λητή-Αγιονέρι με κατεύθυνση το Κιλκίς. Η 6η από Άσσηρο και η 1η από Προφήτη κατευθύνθηκαν προς Λαχανά. Στη δεξιά πλευρά η 7η από Αρεθούσα προέλασε προς Νιγρίτα και από τη δεξιά η 10η από γέφυρα Γουμένιτσας (Αξιός ποταμός) προς λίμνη Αρτζάν. Στις 8 το πρωί της 19ης Ιουνίου οι τέσσερις μεραρχίες που προωθούνται προς τη κατάληψη του Κιλκίς έρχονται σε επαφή με τις αμυντικές δυνάμεις των Βούλγαρων που βρίσκονται στη πρώτη αμυντική γραμμή Πέρινθος-Μαυρονέρι-Νέο Γυναικοχώρι. Η μάχη γενικεύεται και παρά τις απώλειες από τα πυκνά πυρά των αντιπάλων, οι ελληνικές μονάδες απωθούν τους αντιπάλους και τους αναγκάζουν να οπισθοχωρήσουν. Το μεσημέρι πραγματοποιείται η επίθεση στη προωθημένη αμυντική τοποθεσία του Λαχανά με τα ίδια αποτελέσματα. Παρά τις μεγάλες απώλειες, οι Έλληνες ανάγκασαν τους Βούλγαρους να οπισθοχωρήσουν στη κύρια αμυντική τους θέση. Οι μεραρχίες στα άκρα της παράταξης (7η και 10η) επικράτησαν και ανέτρεψαν οριστικά την αντίσταση των εχθρών στη στενωπό Σκεπαστού και στο Αρτζάν.
Την επόμενη μέρα οι μάχες συνεχίστηκαν με την ίδια σφοδρότητα. Οι Βούλγαροι αντιστεκόταν πεισματικά στις λυσσαλέες επιθέσεις του ελληνικού στρατού. Τα εδαφικά κέρδη ήταν πενιχρά. Τα πυκνά πυρά των Βουλγάρων καθώς και η έλλειψη επαρκούς κάλυψης πυροβολικού του ελληνικού στρατού, ανάγκασε το πεζικό να καθηλωθεί στις θέσεις του. Η μόνη αλλαγή στο μέτωπο ήταν η κατάληψη της Νιγρίτας από την 7η μεραρχία. Μία κίνηση υπερκερασμού όλης της αμυντικής παράταξης του Βουλγαρικού σχεδιασμού που από μόνη της όμως δεν θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα. Το κύριο σώμα στρατού θα έπρεπε να προωθηθεί πάση θυσία ώστε η κίνηση της 7ης να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Στις 3:30 το πρωί της 21ης Ιουνίου 1913 ξεκίνησε η γενικευμένη επίθεση κατά της πόλης του Κιλκίς. Οι μεραρχίες 3η, 4η, 5η μάχονται στα περίχωρα της πόλης κάτω από τις συνεχείς βολές του αντίπαλου πυροβολικού. Η 2η μπαίνει στην ίδια την πόλη και τα συντάγματα 1ο και 7ο καταλαμβάνουν τη πρώτη αμυντική γραμμή των Βουλγάρων στις 4:10 το πρωί. Η επίθεση συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και με τρομακτικές απώλειες και από τις δύο πλευρές και με εφόρμηση εφ'όπλου λόγχης, καταλαμβάνεται και η δεύτερη αμυντική γραμμή μέχρι τις 5:00 το πρωί. Το 3ο σύνταγμα εμπλέκεται στη μάχη πλέον και αποκρούει τις σφοδρές αντεπιθέσεις των αντιπάλων και με συντονισμένες επιθέσεις η πόλη καταλαμβάνεται στις11:00 το πρωί. Μέσα σε λίγη ώρα η ελληνική σημαία κυματίζει περήφανα στον λόφο του Αγ.Γεωργίου και ο Βουλγαρικός στρατός υποχωρεί αλλά με σχετική τάξη.
Στη τοποθεσία του Λαχανά οι εξελίξεις ήταν παράλληλες με αυτές του Κιλκίς. Με τη λόγχη οι Έλληνες στρατιώτες κατεδίωξαν τους Βούλγαρους από τα χαρακώματα τους, με βαριές απώλειες και για τις δύο πλευρές. Μέχρι της 16:00 το απόγευμα η οχυρή τοποθεσία του Λαχανά βρισκόταν στα χέρια του ελληνικού στρατού. Η υποχώρηση των Βουλγαρικών σωμάτων προς Σέρρες και Δοϊράνη ήταν μαζική και παραλίγο θα είχε μετατραπεί σε άτακτη φυγή.

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η περήφανη αυτή νίκη των Ελληνικών όπλων ήταν η σημαντικότερη σε όλη τη διάρκεια του Β' Βαλκανικού Πόλεμου. Οι υπερόπτες Βούλγαροι αναγκάστηκαν να διακόψουν οποιαδήποτε περαιτέρω σκέψη για επιθετικές κινήσεις και πέρασαν στην άμυνα τόσο στο Ελληνικό όσο και στο Σερβικό μέτωπο. Παρά τις τρομακτικές απώλειες, το ηθικό του στρατού εξυψώθηκε και η συνέχιση του πολέμου φάνταζε ως κάτι το αυτονόητο σε όλο τον Ελληνισμό. Οι απώλειες και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές τρομακτικές λόγω της αγριότητας της σύγκρουσης. Από τη Ελλάδα σκοτώθηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης 8.652 άντρες και από τη Βουλγαρία σκοτώθηκαν ή τέθηκαν εκτός μάχης 6.971, αιχμαλωτίστηκαν 6 χιλιάδες και χάθηκαν 12ο πυροβόλα όπλα.
Τα λάθη της Βουλγαρικής ηγεσίας αμέτρητα! Ξεκίνησαν πόλεμο σε δύο μέτωπα λόγω υπεροψίας χωρίς να παραδειγματιστούν από τις νίκες των δύο πρώην συμμάχων τους απέναντι στον Οθωμανικό στρατό. Αν είχαν επιλέξει να πολεμήσουν τη κάθε μία χώρα ξεχωριστά, ίσως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό. Ακόμη ένα λάθος ήταν προφανώς και οι εκτιμήσεις τους για τον αριθμό των Ελλήνων στρατιωτών που μαζεύτηκαν στα σύνορα. Η έλλειψη σωστού δικτύου πληροφοριών τους στοίχισε τη σημαντική αυτή μάχη αλλά και ολόκληρο τον πόλεμο.
Οι Έλληνες επιτελείς επέδειξαν απαράμιλλο επαγγελματισμό καθώς με μεγάλη ανδρεία στο πεδίο της μάχης μαζί με τους άντρες τους. Ο αριθμός των οκτώ νεκρών διοικητών σωμάτων μαρτυρεί την αφοσίωση των Ελλήνων αξιωματικών. Η πρωτοφανής κινητοποίηση στρατευμάτων στα σύνορα αλλά και η υποδειγματική εκτέλεση του σχεδίου μάχης ήταν τα στοιχεία που έδωσαν τη σημαντική αυτή νίκη στην Ελλάδα.
Μελανό σημείο στην Ελληνική στρατηγική ήταν η απογοητευτική επίδοση του πυροβολικού. Όπως και στη μάχη του Σαρανταπόρου (1912), τα ελληνικά πυροβόλα δεν παρείχαν επαρκεί κάλυψη στις μονάδες πεζικού με αποτέλεσμα, πολλές φορές αυτές να ακινητοποιούνται από τα πυκνά πυρά των αμυνομένων και να δέχονται βαριές απώλειες. Ακόμη ένα σημείο που υστέρησε η Ελληνική διοίκηση είναι η έλλειψη πρωτοβουλίας που επέδειξε η 7η μεραρχία μετά τη κατάληψη της Νιγρίτας. Αν ο διοικητής λάμβανε εντολή ή ενεργούσε από μόνος τ
ου και έκλεινε τις γέφυρες του Στρυμόνα, καθιστώντας αδύνατη τη διαφυγή του βουλγαρικού στρατού, τότε η παράδοση και η αιχμαλωσία 100 περίπου χιλιάδων αντρών θα ήταν γεγονός! Αυτό βέβαια θα ήταν και το τέλος του Β' Βαλκανικού πολέμου.




Ο στρατηγός Ιβανώφ , Στρατάρχης των βουλγαρικών δυνάμεων, γράφει στα απομνημονεύματά του: "Ήμασταν σε θέση να αντισταθούμε για τόσο καιρό, γιατί ο εχθρός ήταν αδέξιος, δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση, δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις αδυναμίες μας .... Νόμιζα ότι είχα προβλέψει τα πάντα, ότι είχα μαντέψει τα πάντα, τα πάντα, εκτός απο την ελληνική τρέλα ".





Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010

ΣΤΗ ΓΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ









Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΥ
9-10 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η στρατιωτική και οικονομική καταστροφή του πολέμου του 1897 είχε αφήσει ανεξίτηλα σημάδια τόσο στη πολιτική ζωή όσο και στη καθημερινότητα των Ελλήνων. Οι ειδεχθής όροι της συνθήκης ειρήνης μετά τον ¨Ατυχή Πόλεμο¨ ήταν δυσβάσταχτοι για την εύθραστη ελληνική οικονομία και απειλούσε την ίδια την ύπαρξη του ελληνικού κράτους.
Οι συνθήκες ωστόσο έχουν το 1912 έχουν αλλάξει σημαντικά. Η Ρωσία προωθεί τον πανσλαβισμό και δημιούργησε μια συμμαχία μεταξύ της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου με σκοπό να εκδιώξουν την παραπέουσα Οθωμανική αυτοκρατορία από τα βαλκάνια και έτσι να περιέλθει στην κυριαρχία της ο Βόσπορος και ο Ελλήσποντος. Ο οξυδερκής Βενιζέλος κατάλαβε την ευνοϊκή συγκυρία (παρά την γερμανική υποστήριξη προς τους Τούρκους) και χρησιμοποιώντας την παλαιότερη συμμαχία με τη Σερβία, κατάφερε και ενέταξε την Ελλάδα ανάμεσα στου συμμάχους. Η ευκαιρία για την απελευθέρωση της Μακεδονίας φάνταζε μοναδική. Η Μακεδονία όμως βρισκόταν στο στόχαστρο και της Βουλγαρίας που διέθετε μεγαλύτερο στρατό από την Ελλάδα και ήθελε να εκμεταλλευτεί την παρουσία σλαβόφωνων μειονοτήτων στη περιοχή. Οι Βούλγαροι όμως δέχτηκαν την Ελλάδα στη συμμαχία τόσο γιατί χρειαζόταν ένα μέτωπο στα νότια, στα μετόπισθεν του Οθωμανικού στρατού, αλλά πολύ περισσότερο το Ελληνικό Ναυτικό. Τα ελληνικά πολεμικά πλοία κατάφεραν με την επικράτηση τους στο Αιγαίο να αποτρέψουν τη μεταφορά ενισχύσεων, για λογαριασμό των Τούρκων, με στρατεύματα από την Ασία που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την ισχύ πυρός των συμμάχων.
Στις 17 Σεπτεμβρίου ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ διέταξε επιστράτευση και πολλοί Έλληνες προσήλθαν με ενθουσιασμό ως εθελοντές για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Είναι χαρακτηριστικό πως στο στρατό εντάχθηκαν ως εθελοντές 3.5000 Κρήτες, 1.500 Κύπριοι, πολλοί Αιγυπτιώτες, μετανάστες από την Αμερική, καθώς και 2.200 ευρωπαίοι υπό τον φιλέλληνα Ιταλό στρατηγό Ριτσιότι Γαριβάλδι.
Ο ελληνικός στρατός 100.000 αντρών συγκεντρώθηκε στα σύνορα με τη Θεσσαλία και αποτελείτο από 63 τάγματα πεζικού, 32 πυροβολαρχίες και 8 ίλες ιππικού. Αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος τοποθετήθηκε ο διάδοχος του θρόνου Κωνσταντίνος, με ένα λαμπρό επιτελείο στρατιωτικών ακολούθων (Δαγκλής, Παρασκευόπουλος, Μεταξάς).
Στις 5 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός διαβαίνει τη μεθόριο καταλαμβάνοντας με ευκολία τα συνοριακά φυλάκια των Τούρκων και προωθείται με ταχύτητα στη Θεσσαλία. Η πεδιάδα κατέστησε τη προέλαση του στρατού ταχύτατη καθώς όλες οι Τουρκικές μονάδες συμπτήχθηκαν βορειοδυτικά στη τοποθεσία Σαραντάπορο, μεταξύ Ελλασονας και Σερβίων, στο δρόμο που ενώνει τη Λάρισα με τη Κοζάνη. Προς τα εκεί κατευθύνθηκε ο ελληνικός στρατός επιζητώντας μια μεγάλη αποφασιστική νίκη που θα άνοιγε τον δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη!
Η ΜΑΧΗ
Ο Τουρκικός στρατός αριθμούσε 35.000 άντρες χωρισμένους σε 43 τάγματα, 35 πυροβολαρχίες και 12 ίλες ιππικού. Επικεφαλής είχε τοποθετηθεί ο Αλβανικής καταγωγής Ταξίν Πασάς. Η τοποθεσία δεν ήταν τυχαία αλλά αποτέλεσμα μελέτης της περιοχής του γερμανού στρατηγού Φον Γκολτς που δήλωνε πως τα στενά θα γινόταν ο τάφος του ελληνικού στρατού. Τα στενά ανάμεσα στα Πιέρια όρη και στα Καμβούνια όρη και είναι μια ανηφορική, επίπεδη και αδενδρή στενή κοιλάδα με ευνοϊκή οπτική επαφή του αμυνόμενου πυροβολικού έναντι οποιασδήποτε επίθεσης. Η αριθμιτική υπεροχή των Ελλήνων δεν έδινε κανένα τακτικό πλεονέκτημα εντός των στενών.
Ο Ταξίν Πασάς παρέταξε τις δυνάμεις του, όπως ήταν φυσικό, σε σταθερή άμυνα άρνησης κάθε προσπάθειας προσπάθειας προώθησης του ελληνικού στρατού. Άφησε δέκα τάγματα ως εφεδρεία και παρέταξε ένα τάγμα στο βορειότερο σημείο της τοποθεσίας στο Λιβάδι.
Οι Έλληνες επιτελείς σκέφτηκαν ένα απλό αλλά ιδιοφϋές σχέδιο. Κάθε μετωπική επίθεση θα ήταν αυτοκτονία, οπότε σχεδίασαν μια ¨χαλαρή¨ προέλαση στο κέντρο από τρεις μεραρχίες πεζικού υπό τη προστασία του ελληνικού πυροβολικού και τη διπλή υπερκέραση της οχυρής θέσης των Τούρκων αξιοπιώντας έτσι με διαφορετικό τρόπο την αριθμιτική υπεροχή που διέθεταν. Από τα αριστερά των Ελλήνων η τέταρτη μεραρχία (Μοσχόπουλος), το απόσπασμα Ευζώνων του Γεννάδη και η ταξιαρχία ιππικού του Σούτσου, έλαβαν εντολή να κινηθούν προς τους Λαζαράδες, ενώ από τα δεξιά ένα απόσπασμα Ευζώνων και η έκτη μεραρχία (Μηλιώτης) θα έκαναν τον δικό τους ελιγμό. Το σχέδιο ήταν καλό αλλά απαιτούσε συγχρονισμό της επίθεσης του κέντρου με τις δυνάμεις υπερκερασμού καθώς και με το πυροβολικό. Αυτός ο συγχρονισμός δεν επετευχθει ποτέ με αποτέλεσμα να κινδυνεύσουν οι τρεις μεραρχίες του κέντρου με αφανισμό αλλά και να καταφέρει να διαφύγει ο τουρκικός στρατός.
Στις επτά το πρωί της 9ης Οκτωβρίου ξεκίνησε η προέλαση των κεντρικών μεραρχιών με καταιγισμό πυρών από το τουρικκό πυροβολικό. Εκεί συνέβηκε το αναπάντεχο! Το ελληνικό πυρολοβικό δεν είχε τοποθετηθεί στο σωστό σημείο και δεν μπορούσε να καλύψει τη προέλαση! Αποφασίστηκε η άμεση προώθηση του πυροβολικού ώστε να μπορέσει να βοηθήσει τη προσπάθεια του πεζικού τουλάχιστον την επόμενη μέρα...
Ενώ οι τρεις μεραρχίες πεζικού συνέχιζαν την επική προέλαση τους μέσα από πυκνά εχθρικά πυρά, δεχόμενες μεγάλη πίεση, οι δυνάμεις που εκτελούσαν τον ελιγμό από τα αριστερά και κυρίως η ταξιαρχία του ιππικού ήταν άφαντες από το πεδίο της μάχης! Η μονάδα ιππικού δεν κινήθηκε καθόλου με πρωτοβουλία του γηραιού διοικητή Σούτσου που αντικαταστάθηκε αμέσως. Η βροχή δυσκόλευε τη προσπάθεια του πεζικού και όλα φαινόταν να πηγαίνουν στραβά στη πρώτη αυτή μάχη για τον Ελληνικό στρατό.
Εκεί όμως οι ικανοί στρατηγοί έδειξαν την αξία τους και βασιζόμενοι στην απαράμιλλη ανδρεία των στρατιωτών τους ανέτρεψαν τη κατάσταση. Ο στρατηγός Παρασκευόπουλος διέταξε την άμεση μετακίνηση του πυροβολικού εμπρός, ώστε να πλησιάσει στα 3 χιλιόμετρα από το μέτωπο όπου και άρχισε το βομβαρδισμό των τουρκικών θέσεων από τις έξι το απόγευμα! Παράλληλα ο μέραρχος Μοσχόπουλος κατάφερε να προωθήσει αρκετά τις δυνάμεις του ώστε να αποτελεί θανάσιμη απειλή για ολόκληρη την εχθρική παράταξη. Οι τρεις κεντρικές μεραρχίες έφτασαν στα χίλια μόλις μέτρα από τα χαρακώματα του εχθρού παρά τη βροχή και τα καταιγιστικά πυρά. Η νίκη πλησίαζε!
Τότε ο Οθωμανός δοικητής πανικοβλήθηκε και διέταξε υποχώρηση μέσα στη νύκτα. Λόγω του σκότους και της βροχής, η υποχώρηση δεν έγινε γρήγορα αντιληπτή από την ελληνική διοίκηση ώστε να προκληθούν πρόσθετες απώλειες για τους Τούρκους. Οι Τούρκοι μέσα στη βιασύνη τους άφησαν πίσω αρκετούς τραυματίες και όλο το πυροβολικό τους. Πέρασαν βιαστικά μέσα από τα Σέρβια εκτελώντας πρόκριτους της περιοχής και δεν στάθηκαν να καταστρέψουν ούτε τη γέφυρα του Αλιάκμονα, αφήνωντας την οδό προς Κοζάνη ανοικτή για το νικηφόρο ελληνικό στρατό.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το σχέδιο της μάχης ήταν καλό αλλά λιγάκι περίπλοκο για τον ελληνικό στρατό που είχε να δώσει μάχη για αρκετά χρόνια. Παρά τις δυσκολίες πάντως ο θρίαμβος των ελληνικών όπλων ήταν τεράστιας σημασίας. Όχι μόνο εξύψωσε το ηθικό των Ελλήνων αλλά άνοιξε τον δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη και ουσιαστικά σε ολόκληρη τη Μακεδονία! Αυτό το ενδεχόμενο θα διπλασίαζε την Ελλάδα σε έδαφος και πληθυσμό και θα ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να βγει η χώρα από το οικονομικό αδιέξοδο. Η ταχύτατη προέλαση όντως των Ελλήνων σε συνδυασμό με την απουσία ισχυρών Οθωμανικών δυνάμεων στη περιοχή χάρισε μια έυκολη νίκη έξω από τα Γιαννιτσά και στη συνέχεια την άνευ όρων παράδοση της Τουρκικής φρουράς της πρωτεύουσας της Μακεδονίας. Οι Τούρκοι είχαν την απειλή των Βουλγάρων κοντά στη Κωνσταντινούπολη και δε μπορούσαν να αποστείλλουν ενισχύσεις στη Θεσσαλονίκη.
Αυτές οι νίκες και η εύκολη κατάληψη της Θεσσαλίας, κεντρικής και δυτικής Μακεδονίας αλλά και της Θεσσαλονίκης, ανέβασαν το πρεστίζ της Ελλάδος στις μεγάλες δυνάμεις αλλά ήταν και η ουσιαστική αφορμή για τον επόμενο μεγάλο πόλεμο του Ελληνισμού, το Β΄Βαλκανικού με αντίπαλο αυτή τη φορά τη προστατευόμενη της Ρωσίας, Βουλγαρία που τόσο επιθυμούσε να κυριαρχήσει στη μεγαλούπολη του Βορρά.