Παρασκευή 20 Απριλίου 2012
ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ
Τετάρτη 18 Απριλίου 2012
Ο ΚΥΡ- ΙΩΑΝΝΗΣ
ΟΙ ΕΚΣΤΡΑΤΙΕΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΙΜΙΣΚΗ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η Βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969) σήμανε την απαρχή των επιθετικών πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων ηγετών για την ανακατάληψη των εδαφών που χάθηκαν από τη μάχη του Ιερομύακα (Yarmouk) το 636 μ.Χ. στα σημερινά σύνορα Ιορδανίας-Συρίας. Αυτή η μάχη αποτέλεσε την αρχή του τέλους της Ελληνορωμαϊκής διοίκησης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και ήταν αποτέλεσμα της ανικανότητας λόγω βαριάς αρρώστιας του Αυτοκράτορος Ηρακλείου να παραστεί στο πεδίο της μάχης.
Ο Φωκάς ως ανώτατος διοικητής των ανατολικών στρατευμάτων ανακατέλαβε το 961 μ.Χ. με μια κολοσσιαία εκστρατεία τη Κρήτη από τους Σαρακηνούς και τα έτη 962-963 με μια αστραπιαία εισβολή κατέβαλε τις δυνάμεις των Αράβων στη Κιλικία και στη βόρεια Συρία. Μετά από πολιορκία άλωσε και συμπεριέλαβε μετά από πολλά χρόνια το Χαλέπι στα όρια της Αυτοκρατορίας. Σε αυτή τη πολιορκία εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομα του ανηψιού του Φωκά και μετέπειτα Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Στις 15 Μαρτίου 963 ο Φωκάς αναγορεύεται Αυτοκράτορας έπειτα από τον ύποπτο αιφνίδιο θάνατο του Ρωμανού Β'. Επαναλαμβάνει τους αγώνες του κατά των Αράβων και εξεστράτευσε εκ νέου με 40 χιλιάδες άντρες όπου κατάτρεξε όλη τη Μεσοποταμία και Μέση Ανατολή και τελικά εκπόρθησε την Αντιόχεια, ένα μεγάλο έπαθλο αντάξιο της βασιλείας του! Ταυτόχρονα ο στρατηγός του Νικήτας ανακατέλαβε τη Κύπρο. Επάξια ο Φωκάς έλαβε τον τίτλο "Ο Χλωμός Θάνατος των Σαρακηνών, Pallida Mors Saracenorum"
Η βασιλεία του Φωκά έληξε άδοξα το 969μ.Χ. με τον επίσης ξαφνικό και ύποπτο θάνατο του και την ανάδειξη του Ιωάννη Τσιμισκή στον Αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Η πρώτη και κατεπείγουσα εκστρατεία του Τσιμισκή ήταν στη χερσόνησο του Αίμου κατά των Ρως και του μονάρχη τους Σβϋατισλάβου στη περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Μετά τον θάνατο του Φωκά και την εκστρατεία των Ρως, οι Άραβες αναθάρρησαν με πρωτοστάτη τον Δζαφάρ Ιβν Φαλλάχ της Αιγύπτου, και με πανστρατιά εξεστράτευσαν από τη Δαμασκό (στη πλειοψηφία Άραβες από την Αίγυπτο υπό τον στρατηγό Φουτούχ) και πολιόρκησαν την Αντιόχεια επί πέντε μήνες αλλά οι εσωτερικές έριδες εντός του μουσουλμανικού κόσμου ανάγκασαν τον Φαλλάχ να ανακαλέσει τον στρατό του και έτσι "σώθηκε" η υπερπολύτιμη κτήση του Βυζαντίου στη βόρεια Συρία.
Ο Τσιμισκής θορυβημένος από την εκστρατεία αυτή, μη μπορώντας όμως να ασχοληθεί ο ίδιος με τη Συρία λόγω του Ρωσικού κινδύνου από Βορρά, απέστειλε τον το γνωστό στρατηγό το θέματος της Μεσοποταμίας Νικόλαο να συνδράμει τις πόλεις που βρίσκοταν σε κίνδυνο. Οι Ελληνικές στρατιές διέτρεξαν όλη τη νότια Αρμενία, τη Μ.Ανατολή και τη Μεσοποταμία μέχρι τα όρια της Βαγδάτης, βυθίζοντας στο χάος το χαλιφάτος των Αββασιδών. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Άραβα χρονικογράφου Αβελφουδά: "Πάσα η παράλιος Συρία και αι χώραι του Ευφράτου ήσαν εκτεθειμέναι ανυπεράσπιστοι εις τα επιδρομάς των Ελλήνων, ουδενός πλέον υπάρχοντος προς απόκρουσιν αυτών, ουδενός πλέον προστατεύοντος την χώραν, ή ις ήτο γυμνής υπερασπιστών!".
Το 973 μ.Χ. μια νέα εκστρατεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων έλαβε χώρα υπό τον Αρμένιο στρατηγό Μλεχ. Ο νέος αυτός στρατός εισέβαλλε στη Μεσοποταμία με σφοδρότητα καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα του. Οι πόλεις Νίσιβης, Μαγιαφαρίκη, Έδεσσα, Μαλάτεια ερήμωσαν και ο ο βυζαντινός στρατός πολιορκούσε την Αμίδη. Τότε συνασπίστηκαν όλοι οι Άραβες της περιοχής εναντίων του Μλεχ και τον κατενίκησαν μετά από μία "σκοτεινή" μάχη κάτω από τα τείχη της πόλης. Οι άραβες χρονικογράφοι γράφουν για μια θεομηνία που έπληξε το στρατόπεδο των Βυζαντινών, πηγές που ενώ γενικά θεωρούνται αξιόπιστες, το όλο γεγονός ξενίζει τον αναγνώστη. Ο στρατός του Μλεχ αφανίστηκε, ενώ ο ίδιος ο στρατηγός με αρκετούς ανώτατους αξιωματικούς αιχμαλωτίστηκαν. Ο εμίρης της Αμίδης Αβού Ταγλίπ, αισθανόμενος τον κίνδυνο των αντιποίνων του Τσιμισκή προσπάθησε να μεσολαβήσει υπέρ του Μλεχ αλλά δεν κατάφερε να τον σώσει. Οι βυζαντινοί αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη όπου εκτελέστηκαν όλοι. Η ατυχής αυτή εκστρατεία καθώς και η σπαρακτική επιστολή του ίδιου το Μλεχ ήταν η αφορμή των δύο επικών εκστρατιών του Ιωάννη Τσιμισκή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Παλαιστίνη.
Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Μετά την υποταγή και απόσυρση των Ρώσων από τη χερσόνησο του Αίμου, ο Αυτοκράτορας Τσιμισκής ξεκίνησε ακούραστος τις προετοιμασίες για την εκστρατεία στην Ασία. Επικεφαλής του στρατού ξεκίνησε την άνοιξη του 974 μ.Χ. με προορισμό την Αρμενία, το μαλακό υπογάστριο όλων των πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο της Μεσοποταμίας και της Μ.Ανατολής είτε με τους Πέρσες, είτε με τους Άραβες. Η κατάσταση στην Αρμενία ήταν ιδιαίτερα ρευστή και ο Αρμένιος Αυτοκράτορας ήθελε να εξασφαλίσει τα νώτα του από τους ομοεθνείς του βασιλείς της Καυκάσιας χώρας. Το μέγεθος του στρατού αλλά και η φήμη του ως πολεμιστή και άξιου στρατηγού του εξασφάλισαν τη συμμαχία με τον βασιλιά Ασώδ της Αρμενίας. Μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Τσιμισκής εισέβαλε στη Μεσοποταμία αρκετά ανατολικότερα από τις συνήθεις διαδρομές εισβολής εκατέρωθεν με προφανή σκοπό να εκμηδενίσει τη δύναμη του Χαλιφάτου της Βαγδάτης, που μαζί με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου αποτελούσαν τις δύο μεγάλες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου. Ο Αρμένιος ιστορικός του 12ου αιώνα Ματθαίος ο Εδέσσης έγραψε για τη σφοδρότητα της εισβολής :" Ο Τσιμισκής, ο και Κυρ Ιωάννης καλούμενος, επιχείρησε πόλεμον κατά των μουσουλμάνων και διεκρίθη δια περηφανών νικών, πανταχού κατά την διάβασιν αυτού τον θάνατον και τον όλεθρον κατασπείρων, άρδην δε και τριακοσίας πόλεις και φρούρια καταστρέψας αφίκετο μέχρι των συνόρων της Βαγδάτης".
Πράγματι μετά τη πτώση της Αμίδης, η Βαγδάτη συγκλονιζόμενη από τις εσωτερικές έριδες δεν ηδύνατο να αντιπαρατεθεί του αυτοκρατορικού στρατού. Μια απλή προέλαση στη κοιλάδα του Τίγρη ποταμού θα ήταν ικανή να προκαλέσει τη φυγή των αρχόντων της Βαγδάτης και την κατάληψη της πόλης. Τούτο όμως δε κατέστει δυνατόν καθώς ο Τσιμισκής ανέκοψε τη πορεία του στρατού και οπισθοχώρησε, γεγονός που προκαλεί ακόμη και σήμερα τον προβληματισμό σε όλους τους ιστορικούς. Ο Λέων ο διάκονος, ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός που διηγείται την εκστρατεία αυτή ισχυρίζεται πως η έλλειψη τροφών καθώς και η ξηρασία ανάγκασαν τον Αυτοκράτορα να σταματήσει τη προέλαση του νοτιότερα. Ο "Κυρ Ιωάννης" επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη τροπαιούχος. Τα λάφυρα του ήταν πάνω από 300 μυριάδες χρυσά και αργυρά νομίσματα, πλήθος αιχμάλωτοι, πανάκριβα υφάσματα και όπλα. Ο Τσιμισκής επέστρεψε από τη πρώτη του εκστρατεία αφήνοντας τη Μεσοποταμία κυριολεκτικά σε χάος!
Οι Τούρκοι στρατηγοί υποστηριζόμενοι από τους σουνίτες συνεχώς στασίαζαν ενώ το ίδιο συνέβαινε και με τους σιίτες που λάμβαναν στήριξη από τους Πέρσες. Οι Φατιμίδες της Αιγύπτου κατείχαν όλη τη νότια Συρία. Ο εμφύλιος σουνιτών-σιϊτών έληξε με νίκη των δεύτερων ύστερα από υποστήριξη της Περσίας και θάνατο του Τουρκομάνου στρατηγού Σουβεκτεγκίν.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Την άνοιξη του 975 μ.Χ ο Ιωάννης Τσιμισκής είναι και πάλι επικεφαλής του στρατού για μια νέα εισβολή στη Μέση Ανατολή. Την ηγεσία στη Βαγδάτη την έχει καταλάβει ο ηγέτης των Φαρς (Περσών) Αδχούδ Εδδουαλέχ μετά από πολλές περιπέτειες και εσωτερικές έριδες κυρίως με τους σουνίτες Τούρκους. Το χαλιφάτο δεν ήταν σε θέση ούτε να απειλήσει αλλά ούτε και να προσφέρει πολλά κέρδη στον Αυτοκράτορα που επικεντρώθηκε σε αυτή την εκστρατεία στη Συρία και τη Παλαιστίνη. Η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική. Ένας επίφοβος εχθρός είχε αναδειχθεί, ο ηγέτης των Φατιμίδων της Αιγύπτου Μουΐζ ο λεγόμενος Κατακτητής. Είχε οργανωμένο στρατό και πληθώρα πόρων ώστε να πολεμήσει τους Έλληνες που επιζητούσαν ρεβάνς από την εποχή της ήττας στον ποταμό Ιερομύακα. Ο Μουΐζ μετά την επικράτηση του στη χώρα του Νείλου, βλέποντας τη χαώδη κατάσταση στη Βαγδάτη απέστειλε τις στρατιές του να καταλάβουν τη Παλαιστίνη και τη νότια Συρία. Ο αρχιστράτηγος των Φατιμιδών στη Συρία Μαχμούτ Ιμπραχημ εισήλθε στη Δαμασκό μετατρέποντας την βάση των επιχειρήσεων του.
Προφανής σκοπός του "Κυρ Ιωάννη" ήταν η κατάληψη της Ιερουσαλήμ αλλά και η προέλαση μέχρι την Αίγυπτο ώστε να εξουδετερώσει τη δύναμη των Φατιμίδων και να εξασφαλίσει οριστικά και τα νότια σύνορα του. Οι Αββασίδες της Βαγδάτης δεν αποτελούσαν πλέον απειλή...Για την εκστρατεία δεν είχαμε ιστορικές αναφορές μέχρι τη μετάφραση μια επιστολής του ίδιου του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή προς τον αρμένιο βασιλιά Ασώδ η οποία βρέθηκε το 1821 και μεταφράστηκε απο τον Φ.Μαρτέν και δέχτηκε και δεύτερη μετάφραση το 1852 από τον Δωρυλιέ και έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο. Θα μεταφέρω την επιστολή αυτούσια από τη μετάφραση καθώς δε μπορώ να εξιστορήσω τα γεγονότα καλύτερα από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα!:
ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ SCHLUMBERGER ΣΕΛΙΔΕΣ 316-324
« Ασώδ, Σαχηνσάχ, πνευματικόν Ήμών τέκνον, άκουσον και γνώθι τά
θαυμάσια, άπερ έποίησεν υπέρ 'Ημών ο Θεός, καί τάς θαυμαστάς Ημών νίκας,
αίτινες άποδεικνύουσιν ότι άνεξερεΰνητον το βάθος της θείας άγαθότητος. Τά
περιφανή εΰμενείας τεκμήρια, άπερ διά μέοου της Βασιλείας 'Ημών εις την
κληρονομίαν Ήμών και κατά το έτος τοϋτο έχορήγησεν, επιθυμοΰμεν να γνωστοποιήσωμεν
εις την Ένδοξότητά Σου, ώ Άσώδ, υιέ Ημών, και νά σοί άναγγείλωμεν ταύτα, οπως,
ώς Χριστιανός καί πιστός της Ημετέρας Βασιλείας φίλος, χαίρων άνυμνής την άφατον
μεγαλωσύνην τού Κυρίου ημών Ίησού Χριστού και γνώς ότι μεθ' ημών, των Χριστιανών,
αεί ό θεός, ο ευδόκησας δπως ή Ημετέρα Βασιλεία καθυποτάξη πασαν τήν Άνατολήν
των Περσών. Έμαθες πώς εκυριεύσαμεν την Νίσιβιν, πόλιν των Μουσουλμάνων, και τά
ίερά λείψανα τοΰ αγίου πατριάρχου Ιακώβου έλάβομεν και πώς ήναγκάσαμεν αυτούς ν'
άποτίσωσι τον φόρον, όν Ήμϊν ώφειλον, πολλούς αυτών αιχμαλωτίσαντες.
Ή εκστρατεία Ημών σκοπόν είχε καΐ
την τιμωρίαν της ΰπερηφανίας και τού θράσους τοΰ Έμιρ άλ Μουμενίν, ηγεμόνος των
'Αφρικανών, των καλουμένων Μαγέρ Άράπ, όστις
μετά μεγάλων δυνάμεων καθ' Ημών έχώρησε και έξέθηκε μεν το πρώτον εις κίνδυνον
τον στρατόν Ημών, αλλ' έπειτα τη άπροσμαχήτω δυνάμει και τη βοήθεια τού Θεού
ένικήσαμεν αυτούς εις έπονείδιστον τραπέντας φυγήν, ώς και οί άλλοι Ημών
εχθροί. Τότε το έσωτερικόν της χώρας αυτών καταλαβόντες έν στόματι μαχαίρας
τους λάους πλείστων επαρχιών διεπεράσαμεν μετά δέ τούτο ταχέως άναζεύξαντες έν
τοις χειμερινούς ημών κατελύσαντες σκηνώμασι.
Κατά δε τάς αρχάς Απριλίου, παρασκευάσαντες άπαν το ίππικον Ημών, έξεστρατεύσαμεν και
εισήλθομεν εις την Φοινίκη καϊ τήν Παλαιστίνην, καταδιώκοντες τους εις την
χώραν του Σάμ έπιρρεύσαντας θεηλάτους
'Αφρικανούς. Έξήλθομεν της
'Αντιοχείας μεθ' άπαντος του στρατού 'Ημών και ευθύ προχωρούντες διήλθομεν την
άλλοτε άνήκουσαν Ήμΐν χώραν, ην και αύθις υπο το κράτος 'Ημών ύπετάξαμεν, μεγάλους έπιβαλόντες
φόρους και πολλούς συλλαβόντες αϊχμαλώτους. Άφικομένους δ' εις την πόλιν της
Έμέσης οί κάτοικοι της χώρας, οίτινες υποτελείς Ήμϊν έτυγχανον, προσελθέντες ύπεδέξαντο
Ήμας μετά τιμών. Εκείθεν ήλθομεν εις Βαλβέκ, τήν και Ήλιούπολιν καλουμένην, πόλιν
ενδοξον, μεγαλοπρεπή, αφθόνησαν τροφίμων,
εύρεΐαν και ευδαίμονα· τους κατοίκους αύτης μετ’ εχθρικών έξελθόντας
διαθέσεων τα Ημετέρα στρατεύματα
εις φυγήν έτρεψαν
και έν στόματι μαχαίρας
διεπέρασαν. Μετά τινας ημέρας πολιορκήσαντε; αυτήν, πλείστους ηχμαλωτισαμεν
νεανίσκους και νεάνιδας, οί δε Ημέτεροι
μεγάλα ποσά χρυσού
και αργύρου ελαβον και άμέτρητον υποζυγίων πλήθος. Εκείθεν έξακολουθήσαντες τήν Ήμετέραν πορείαν
διηυθύνθημεν εις τήν μεγάλην πόλιν Δαμασκόν προς έκπολιόρκησιν αύτης·
άλλ' ο διοικητής αύτης,
συνετώτατος γέρων, άπέστειλεν εις την Ήμετέραν Βασιλείαν πρέσβεις πλούσια κομίζοντας δώρα και εντεταλμένους νά καθικετεύσωσιν Ήμας όπως μη
εις δουλείαν περιστήσωμεν μηδ'
απαγάγωμεν αυτούς εις αιχμαλωσίαν, ώς τους κατοίκους της
Βαλβέκ, μήτε καταστρέψωμεν τήν χώραν, ώς παρ' εκείνοις έπράξαμεν. Και έλθόντες προσήνεγκον ήμϊν
εξαίσια δώρα, πλήθος βαρύτιμων ίππων και λαμπρών ήμιόνων μετά πολυτελών φαλάρων χρυσώ και άργύρω κεκοσμημένων.
Αι τών 'Αράβων συντάξεις, αίτινες συνεποσοΰντο εις 40,000 ταχεγάν ,
διενεμήθησαν υφ' 'Ημών εις τους στρατιώτας. Οί κάτοικοι έπέδωκαν Ήμϊν και έγγραφον,
δι' οδ ύπισχνοΰντο οτι θά μένωσιν ύπο τήν Ήμετέραν κυριαρχίαν άπο γενεάς εις
γενεάν εις τους αιώνας. Διωρίσαμεν εις
τήν διοίκησιν της Δαμασκού έξοχον έκ Βαγδάτης άνδρα, Τούρκ καλούμενον,
όστις ύπο πεντακοσίων συνοδευόμενος ιππέων ήλθεν εις προσκύνησιν Ημών καϊ
ήσπάσθη τήν Χριστιανικήν πίστιν, είχε δέ
και πρότερον ήδη αναγνωρίσει το Ήμέτερον
κράτος. Ύπεχρεώθησαν δε ενόρκως και νά τελώσιν Ήμΐν διηνεκή φόρον και
άνεκραύγασαν: «Δόξα τη Βασιλεία Ημών» ! 'Επί δε τούτοις και νά καταπολεμώσι
τους ημετέρους εχθρούς. 'Επί τοϊς δροις τούτοις συνηνέσαμεν ν' άφήσωμεν αυτούς
ήσυχους. Εκείθεν διηυθύνθημεν προς την Τιβεριάδα λίμνην, ένθα Ό Κύριος Ημών
Ίησούς Χριστός το μετά πέντε άρτων και δύο ιχθύων έτέλεσε θαϋμα, και σκοπόν μεν
είχομεν νά πολιορκήσωμεν την πόλιν ταύτην, άλλ' οί κάτοικοι ήλθον την ύποταγήν αυτών
δηλούντες και κομίζοντες, ώς οί της Δαμασκού, πολλά δώρα καί ποσόν 30,000
ταχεγάν, μη υπολογιζόμενων των άλλων αντικειμένων, καί έζήτησαν νά διορίσωμεν
έπ' αυτών Ημέτε-ρον διοικητήν καί έδωκαν Ήμϊν έγγραφον, δι' ου ύπεχρεούντο νά
μένωσι πιστοί καί νά τελώσιν Ήμϊν φόρον εις τους αιώνας. Τότε άφήκαμεν αυτούς
ελευθέρους τού ζυγού της δουλείας καί άπέσχομεν του νά καταστρέψωμεν την πόλιν
αυτών καί την περίχωρον, άπηλλάξαμεν δ' αυτούς της λεηλασίας, διότι αΰτη ήν
πατρίς των αγίων αποστόλων. Ταύτα έπράξαμεν καί εν Ναζαρέτ, ένθα δ αρχάγγελος
εύηγγελίσατο την Υπεραγίαν θεοτόκον καί 'Αειπάρθενον Μαρίαν.
Προχωρήσαντες προς το δρος Θαβώρ,
άνήλθομεν ένθα μετεμορφώθη Χρίστος ό Θεός ημών. Ένώ δ’ έσταθμευομεν εκεί αφίκοντο
προς Ήμας έκ Ράμλης καί έξ 'Ιερουσαλήμ άνδρες ίκετεύοντες την βασιλείαν 'Ημών
καί το έλεος Ημών έξαιτούμενοι. Έζήτησαν δε παρ' Ημών διοικητήν, έδήλωσαν
ύποτέλειαν καί εστερξαν ν'άποδεχθώσι την Ήμετέραν κυριαρχίαν, έχορηγήσαμεν δ’
αύτοΐς δτι έπεθύμουν. Πόθος Ημών ήτο ν' άπελευθερώσωμεν τον Αγιον Τάφον του Χριστού
άπο του ονείδους τών Μουσουλμάνων. Έγκατεστήσαμεν στρατιωτικούς αρχηγούς εις
πάντα τά θέματα τά ύποταγέντα υφ'Ήμών καί γενόμενα Ήμϊν υποτελή, εις Βηθσάν,
την καί Δεκάπολιν λεγομένην, εις Γενησαρέτ
καί εις Ακραν, τήν καί
Πτολεμαίδα. Οί κάτοικοι ύπεχρεώθησαν εγγράφως νά τελώσιν Ημΐν ετησίως φόοον εις το διηνεκές και νά διατελώσιν
υπό τό κράτος Ημών.
Έντεύθεν προήλθομεν προς τήν
Καισάρειαν, πόλιν κειμένην επί τών ακτών τού Ώκεανείου Πελάγους ήν
έπορθήσαμεν καί αν οί κατάρατοι
'Αφρικανοί, οίτινες εγκατέστησαν έκεΐ
την έδραν αυτών, δεν κατέφευγαν εις τά φρούρια της παραλίας, θά έχωρούμεν, τη
βοηθεία τού θεού, εις τήν Άγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ καί θά προσηυχόμεθα επί
τών σεπτών εκείνων τόπων. Τών έν τοις
παραλίοις λαών τραπέντων εις φυγήν, καθυπετάξαμεν το άνω μέρος της χώρας καί φρούραρχον έκεΐ έγκατεστήσαμεν,
προσειλκόμεθα τους κατοίκους, τους
δ'άνθισταμένους ήναγκάζομεν νά
παραδοθώσι. ΙΙαρηκολουθήσαμεν τήν
διά της παραλίας οδόν, ήτις άγει ευθύ εϊς Βηρυτόν, διάσημον και περιώνυμον
πόλιν, προστατευομένην ύπόο έρυμνών τειχών, φέρουσαν δε νύν το όνομα Μπερούτ,
έκυριεύσαμεν δ' αυτήν μετά σφοδορότατον
αγώνα. ηχμαλωτίσαμεν χιλίους αφρικανούς, έν οΐς τον στρατηγόν τού Έμίρ άλ
Μουμενίν Νουσεϊρύ καί άλλους ανωτάτους αξιωματικούς, διεπιστεύθημεν δε τήν πόλιν ταύτην εις άρχηγόν
της Ημετέρας εκλογής. Είτα άπεφασίσαμεν
νά επελάσωμεν κατά της Σιδώνο, άλλ' οί
κάτοικοι, άμα τούτο μαθόντες, απέστειλαν προς
Ήμας τους πρεσβυτέρους αυτών, οίτινες
έλθόντες καθικέτευον τήν Βασιλείαν Ημών ζητούντες ν' άποβώσιν υποτελείς
καί ταπεινότατοι Ημών δούλοι εις τους αιώνας. επί δε ταΐς διαβεβαιώσεσι ταύταις
συνηνέσαμεν νά είσακούσωμεν τήν παράκλησιν αυτών καί νά έκτελέσωμεν τήν
έπιθυμίαν αυτών, άπητήσαμεν δέ παρ' αυτών φόρον
καί έπεβάλομεν αύτοΐς αρχηγούς
της εκλογής Ημών.
Την πορείαν Ημών έπαναλαβόντες
έχωρήσαμεν προς τήν Βύβλον, άρχαΐον και όχυρώτατον φρούριον, δπερ εζ εφόδου
έκυριεΎσαμεν ύπαγαγόντες εις δουλείαν την φρουράν αυτού. Προηλάσαμεν ούτως επί
πάσας τάς έν τη παραλία πόλεις, λεηλατούντες αύτάς και εις αίχμαλωσίαν τους
κατοίκους άπάγοντες. Ήναγκάσθημεν να διέλθωμεν στενωτάτας οδούς, δι' ων
ουδέποτε είχε διέλθει το ίππικόν, όδοΰς φρικαλέας και λίαν δύσβατους. Απηντήσαμεν
πολυάνθρωπους και εύδαίμονας πόλεις και φρούρια υπό έρυμνών τειχών και αραβικών
φρουρών προστατευόμενα, πάντα δε ταύτα έκπολιορκήσαντες άρδην κατεστρέψαμεν και
τους κατοίκους αυτών εις αίχμαλωσίαν άπηγάγομεν. Πριν ή καταφθάσωμεν προ της
Τριπόλεως άπεστείλαμεν το ίππικόν των θαματοί (θεμάτων) και των Δασχαμαδζί (;)
εις τήν πάροδον Καρερές , διότι εμάθομεν δτι οί θεόλεστοι 'Αφρικανοί είχον
καταλάβει θέσιν έν τη στενοπορεία ταύτη. συνεστήσαμεν εις τα στρατεύματα Ημών
να ένεδρεύσωσι και παρεσκευάσαμεν αύτοΐς θανατηφόρον παγίδα. Αί διαταγαί Ημών
έξετελέσθησαν. Δισχίλιοι των 'Αφρικανών
τούτων άποκαλυφθέντες ώρμησαν κατά των ημετέρων, οίτινες πολλούς αυτών
άπέκτειναν και πλείστους ήχμαλώτισαν, οΰς προσήγαγον ενώπιον της Βασιλείας
'Ημών. Έξεδηώσαμεν πασαν την έπαρχίαν Τριπόλεως, ριζηδόν τους άμ.πελώνας,
ελαιώνας και κήπους καταστρέψαντες, και πανταχού τον δλεθρον και την έρήμωσιν έσπείραμεν.
Οί έκεϊ φρουρούντες 'Αφρικανοί ετόλμησαν νά προελάσωσι καθ' ημών, άλλ’ άμα έφορμήσαντας
έξωλοθρεύσαμεν αυτούς μέχρις ενός. Έκυριεύσαμεν την μεγάλην πόλιν Δζουέλ , την και Γαβαών καλουμένην, τάς Βαλαναίας, την Σεχούν και την περίφημον Βουρζώ, και μέχρι Ράμλης
και Καισαρείας οΰτε ξηρά έμεινεν ούτε θάλασσα μή καθυζοταγείσα ΰφ' Ημών τη δυνάμει
του Ανάρχου θεού.
Αί κατακτήσεις Ημών έξετάθησαν
μέχρι της μεγάλης Βαβυλώνος , και ύπηγορεύσαμεν νόμους εις τους κατοίκους και
αιχμαλώτους αύτους κατεστήσαμεν. διότι επί πεντάμηνον μετά πολλών δυνάμεων την
χωράν διεδράμομεν, καταστρέφοντες τάς πόλεις και έρημούντες τους αγρούς, τού
Έμϊρ Άλ Μουμενίν μη τολμήσαντος νά έξέλθη εναντίον ημών, μήτε ν'άποστείλη ίππικον
προς βοήθειαν τών στρατευμάτων αύτού. άνευ δε τού ύπερβολικού καύσωνος και τών
ανύδρων εις τα περί την πόλιν ταύ-την οδών, ως ή Ένδοξότης σου γινώσκει, ή
Βασιλεία Ημών θά κατέφθανεν εις αυτήν,
διότι κατεδιώξαμεν τον ηγεμόνα τοΰτον μέχρις Αιγύπτου και κατετροπώσαμεν
αυτόν, χάρι.τι τού Υψίστου, παρ' ού το στέμμα
Ημών έχομεν.
Και νύν πασά ή Φοινίκη, ή
Παλαιστίνη και ή Συρία, άπηλλαγμέναι της τυραννίας τών Μουσουλμάνων,
ύπακούουσιν ε!ς τους Ρωμαίους. άλλα και το μέγα όρός του Λιβάνου ανεγνώρισε
τους 'Ημετέρους νόμους, πάντες δ' οί κατοικούντες έν αυτώ Αραβες παμπληθείαιχμάλωτοι
εις χείρας ημών έπεσαν, και δενείμαμεν αυτούς είς ημετέρους ιππείς. Έκυβερνήσαμεν την Άσσυρίαν μετά πραότητος, φλανθρωπίας και επιεικείας.άπεσύραμεν
δ' έκ ταύτης περί τους είκοσακισχιλίους, οΰς έγκατεστήσαμεν έν Γαβαών. Γνώθι
δτι δ θεός έχορήγησε τοις Χριστιανοίς νίκας ας ούδείς ούδέποτε ήρατο. Εΰρομεν έν Γαβαών τά
άγια σανδάλια τού Χριστού, άπερ έφόρει δτε έπεφάνη έπί γης, και την Ίεράν
Εΐκόνα, ήτις έν τη ακολουθία των καιρών έκεντήθη ύπο των Ιουδαίων, και ευθέως
άπέρρευσεν εξ αυτής αίμα και ΰδωρ. άλλά δεν εύρομεν έν αύτη τον τύπον της λόγχης.
Εΰρομεν επίσης έν τη πόλει ταύτη και την πολύτιμον κόμην τού αγίου ενδόξου
Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου. Τά άγια δε ταύτα παραλαβόντες λείψανα
άπεκομίσαμεν προς φύλαξιν έν τη Θεοφυλάκτω Ημών πόλει. Κατά δε μήνα Σεπτέμβριον
ώδηγήσαμεν εις Άντιόχειαν τον τη παντοδυνάμω τού Υψίστου προστασία περισωθέντα
στρατόν Ημών. Άνεκοινώσαμεν τά γεγονότα ταύτα εις τήν Ένδοξότητά Σου, όπως
άναγινώσκων την άφήγησιν ταύτην θαυμάζης και δοξολογής την άμετρον του Θεού
αγαθότητα και γνώς ποία και πόσα έπετελέσθησαν ανδραγαθήματα έπ' εσχάτων τών
ήμερων τούτων. Το κράτος τού Τιμίου και Ζωωποιού Σταυρού πανταχοθεν και μέχρι
περάτων της γης έξετάθη· πανταχού τών χωρών τούτων το όνομα τού Θεού υμνείται και δοξάζεται, πανταχού
μετά δόξης και μεγαλωσύνης το κράτος Μου δεσπόζει. Διό και το στόμα 'Ημών ού
παύεται άναπέμπον αΐνον τω θεώ, τώ χορηγήσαντι Ημϊν τους λαμπρούς τούτους
θριάμβους. Εύλογητός εις τους αιώνας ό Κύριος, ό Θεός τού Ισραήλ».
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η τρίτη εκστρατεία του Ιωάννη Τσιμισκή όμως στην Ασία δεν έγινε ποτέ καθώς ο Αυτοκράτορας δολοφονήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 976μ.Χ. γεγονός που πρέπει να προξένησε μεγάλη ανακούφιση στους ηγέτες τόσο των Φατιμιδών, όσο και στους Χαλίφηδες της Βαγδάτης και τους ηγέτες των Φαρς. Με τον θάνατο του χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελληνοκεντρική αυτοκρατορία να θέσει τα θεμέλια μιας reconquista στην Ανατολή που θα είχε άμεσο αντίκτυπο στη μετέπειτα Ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ελληνισμός, τα γράμματα και ο Χριστιανισμός θα είχαν ακόμη μία αναλαμπή στη πολύπαθη Μ.Ανατολή χωρίς να είναι βέβαιο πως οι Άραβες θα μπορούσαν να επανέλθουν ως επικρατούσα δύναμη στη περιοχή.
Εκτός όμως από τα πιθανά εναλλακτικά σενάρια ιστορικής εξέλιξης, με τη μελέτη των εκστρατιών αυτών βγαίνουν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για τη σημερινή κατάσταση στη Μ.Ανατολή που αν τα είχαν μελετήσει οι ηγέτες του σημερινού κόσμου θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει το γεωστρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει. Και αναφέρομαι πρωτίστως στην έλλειψη εκείνη την εποχή σταθερής και δυναμικής διοίκησης εκ μέρους της Βαγδάτης που έδωσε την ευκαιρία τόσο στους Σιίτες Πέρσες να επικρατήσουν στη Μεσοποταμία, στους Τούρκους να προσπαθούν να ελέγξουν τις εξελίξεις στη βόρεια Μεσοποταμία, καθώς και στους σουνίτες Αιγύπτιους να ελέγξουν τη Παλαιστίνη αλλά και τη νότια Συρία. Είναι ακριβώς το ίδιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο σημερινός δυτικός συνασπισμός με την απώλεια ισχυρής κεντρικής εξουσίας στη Βαγδάτη μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν.
Δυστυχώς για τους δυτικούς δεν διαθέτουν ένα χαρισματικό ηγέτη όπως τον Κυρ-Ιωάννη Τσιμισκή!
ΥΓ: Η επιστολή του Τσιμισκή είναι από το αρχείο του κ. Γιώργου Μαυράκη
Τετάρτη 11 Απριλίου 2012
ΘΛΙΒΕΡΗ ΣΥΓΚΡΙΣΗ
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ
Η μεγάλη Ελληνίδα και συγγραφέας, Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το1874 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κι ήταν το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε δυο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον γνωστό "Τρελαντώνη" του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννηση της Πηνελόπης ακολούθησαν άλλα τρία παιδιά, ο Κωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 χρόνων), ο Αλέξανδρος και η Αργίνη.
Στα 17 της χρόνια, η Πηνελόπη Μπενάκη κάνει την είσοδό της στην κοσμική ζωή της Αλεξάνδρειας. Πίσω από την επιφανειακά ανέμελη αυτή ζωή υπάρχει πάντα η σκέψη των γονιών της για τον γάμο. Γάμος, όμως, που θα είναι αποφασισμένος από αυτούς και που θα εξυπηρετεί την επιχειρηματική δραστηριότητα του πατέρα. Έτσι προκύπτει ο γάμος με τον Στέφανο Δέλτα.
Η οικογένεια Μπενάκη μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα, όπου η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη έμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το1905, όπου η Πηνελόπη γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας, η Πηνελόπη όμως δεν μπορεί να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Δραγούμη τελειώνει το 1908, όταν αυτός συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Η Δέλτα μετακόμισε στη Φρανκφούρτη το 1906 και το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο "Για την Πατρίδα", εκδόθηκε το1909. Το 1909 δημοσιεύει και το πρώτο της διήγημα στον «Λαό» της Πόλης, που εκδίδει ο Φωτιάδης. Από την επόμενη χρονιά θα αρχίσει ν' αλληλογραφεί με τον Gustave Schlumberger, τον κορυφαίο βυζαντινολόγο της εποχής της. Λίγο αργότερα θα προκύψει το βυζαντινό μυθιστόρημα, «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», καθώς και ένα ημιτελές που δημοσιεύεται πολύ αργότερα, το 1983, «Το γκρέμισμα». Το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 την εμπνέει να γράψει το "Παραμύθι χωρίς όνομα" (1911).
Το 1913, η οικογένεια Δέλτα επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και το 1916 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα, όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεχθεί δήμαρχος. Ανέπτυξαν στενή φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο και προσκαλούσαν συχνά στην εξοχική τους οικία στην Κηφισιά. Το 1918 πρωτοπηγαίνει στη Μακεδονία σε αποστολή περίθαλψης των προσφύγων.
Το 1925 η Δέλτα εκδίδει τη «Ζωή του Χριστού». Για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού έχει μακρές συνομιλίες και αλληλογραφία με τον Χρύσανθο, Μητροπολίτη Τραπεζούντος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Η δημοσιευμένη αλληλογραφία τους, αλλά και τα διάφορα σημειώματα που βρίσκονται στο Αρχείο της, καθώς και οι παρατηρήσεις στο δακτυλογράφο του κειμένου, πριν αυτό πάρει την τελική του μορφή, είναι χαρακτηριστικό αυτής της συνεργασίας. Η φιλία που συνδέει την Πηνελόπη Δέλτα με τον Μητροπολίτη είναι σημαντική και η ανέκδοτη ακόμη αλληλογραφία των δύο συμπληρώνει σε μεγάλο βαθμό τα όσα γνωρίζουμε για τη σχέση Δέλτα-Ίωνα Δραγούμη.
Την ίδια χρονιά εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της πολυομυελίτιδας, αρρώστιας που θα την ταλαιπωρήσει μέχρι το θάνατό της. Το 1929, ξεκίνησε τη συγγραφή της τριλογίας "Ρωμιοπούλες", η οποία τελείωσε το 1939. Το πρώτο βιβλίο, "Το Ξύπνημα", καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η "Λάβρα" καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το "Σούρουπο" τα έτη 1914-1920.
Εν τω μεταξύ, εκδόθηκαν άλλα τρία μυθιστορήματά της: ο "Τρελαντώνης" (1932), όπου περιγράφει τις περιπέτειες των παιδικών χρόνων του μικρότερου αδερφού της στην Αλεξάνδρεια, ο "Μάγκας" (1935), η ζωή στην Αλεξάνδρεια με τα μάτια του μικρού σκυλιού της οικογένειας, και τα "Μυστικά του Βάλτου" (1937), όπου η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.
Μετά τον θάνατο των γονιών της, το σπίτι των Δέλτα είναι πάντα ανοιχτό για τον Βενιζέλο, που τους επισκέπτεται συχνά και απροειδοποίητα. Η απόπειρα κατά του Βενιζέλου, στις 6 Ιουνίου 1933, γίνεται κατά την επιστροφή του από γεύμα στο σπίτι των Δέλτα. Η περιγραφή που κάνει η Δέλτα για το γεγονός αποτελεί και ένα συναρπαστικό πολιτικό κείμενο.
Το 1941, ο Φίλιππος Δραγούμης, εμπιστεύεται στη Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του, Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου 1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα όπου τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτονεί παίρνοντας δηλητήριο. Στην ταφή της, στον κήπο της Κηφισιάς, ιερουργεί μόνος ο παλιός φίλος Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Στην ταφόπετρά της χαράχτηκε μόνο η λέξη «Σιωπή».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΥΖΗΣ
Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για λίγους μήνες, στο διάστημα από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά έως την εισβολή των Γερμανών.
Γιος του Γεωργίου Κορυζή, παλαίμαχου πολιτικού που διετέλεσε βουλευτής και δήμαρχος Πόρου. Η μητέρα του, Αικατερίνη, το γένος Αθανασίου Μισυρλή, κατάγονταν από την Πύλο και ήταν ανιψιά του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ο Κορυζής πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στον Πόρο. Στα επτά του χρόνια έμεινε ορφανός από μητέρα, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Σπούδασε νομικά και σε πολύ νεαρή ηλικία διορίστηκε το 1903 στη Εθνική Τράπεζα, όπου σημείωσε ταχεία άνοδο στην ιεραρχία. Συνέβαλε, από το 1915, στην οργάνωση κλάδου αγροτικής πίστης στην Εθνική Τράπεζα, από την απόσπαση του οποίου προήλθε η Αγροτική Τράπεζα (1929) της οποίας διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του διοικητικού της Συμβουλίου.[1] Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, ως έφεδρος αξιωματικός του πυροβολικού, και μάλιστα παρασημοφορήθηκε. Επίσης συνέβαλε στην ίδρυση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, του οποίου διετέλεσε πρώτος πρόεδρος (1925-28). Μετά την επικράτηση του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά (4Αυγ. 1936)) ανέλαβε υπουργός Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως και παρέμεινε στη θέση αυτή επί τρία σχεδόν χρόνια (ως τις 12 Ιουλ. 1939), οπότε διορίστηκε διοικητής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Με τον θάνατο του Μεταξά, τον Ιανουάριο του 1941, ο βασιλιάς τού ανέθεσε την πρωθυπουργία της Ελλάδας (29 Ιανουαρίου 1941).
Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για λίγους μήνες, στο διάστημα από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά έως την εισβολή των Γερμανών.
Στις 6 Απριλίου του 1941, ο Κορυζής, πιστός στην παρακαταθήκη του προκατόχου του, απέρριψε το αίτημα των Γερμανών για απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα απορρίπτοντας το τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γερμανός πρεσβευτής Έρμπαχ-Σένμπεροχ και οι Γερμανοί άρχισαν αμέσως την επίθεσή τους. Μέσα σε δέκα ημέρες η Ελλάδα είχε αρχίσει να καταρρέει και η μισή χώρα βρίσκονταν ήδη στα χέρια των εισβολέων.
Στις 18 Απριλίου ο Κορυζής συμμετείχε σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Ακολούθησε κατ' ιδίαν συνομιλία του με τον βασιλιά Γεώργιο. Το τι ειπώθηκε ακριβώς σ' αυτή τη συνομιλία δεν είναι γνωστό, αν και εικάζεται ότι οι δύο άνδρες διαφώνησαν ως προς την ενδεχόμενη μετακίνηση της ελληνικής κυβέρνησης στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο. Πάντως, ο Κορυζής εξήλθε συντετριμμένος από τη συνάντησή του με τον Βασιλιά με κατεύθυνση την οικία του στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Ο Βασιλιάς ανησυχώντας για τον Κορυζή έστειλε τον διάδοχο Παύλο στην οικία του πρωθυπουργού. Ενώ ο Παύλος μιλούσε με την σύζυγο του Κορυζή ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί από τον πρώτο όροφο της οικίας. Ο Κορυζής είχε αυτοκτονήσει με δύο σφαίρες στην καρδιακή χώρα.Ο Κορυζής ήταν σύζυγος της Ελισάβετ Τσιτσάρα, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά: την Αικατερίνη, την Ελένη (Λένα, «Κυρία επί των Τιμών» της βασίλισσας Φρειδερίκης), την Ειρήνη (Ρένα, σύζυγος του εφοπλιστή Στρατή Ανδρεάδη) και τον Γεώργιο (απεβ. 1999). Τα παιδιά του δώρισαν το πατρικό τους σπίτι στον Πόρο για να γίνει αρχαιολογικό μουσείο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Παρέθεσα τις παραπάνω βιογραφίες ως παράδειγμα πατριωτισμού αλλά και αυτοθυσίας τόσο του πνευματικού όσο και του πολιτικού κόσμου κατά το κρίσιμο για την εξέλιξη του Ελληνισμού έτους 1941.
Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν πιστεύω οδηγεί σε θλιβερά συμπεράσματα στα οποία θα αφήσω να σας καθοδηγήσουν το ένστικτο και η λογική σας σκέψη.
Πηγές :
http://ellhnides.blogspot.com/
http://el.wikipedia.org/
Πέμπτη 5 Απριλίου 2012
ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΟΧΙ" !
Το δεύτερον «όχι»
Κατά την πρωίαν της 6ης Απριλίου επανελήφθη η σκηνή του όρθρου της
28ης Οκτωβρίου του 1940, με μικράς διαφοράς. Κατά την 5.15' π.μ. ήχησε το εντός
του κοιτώνος του προέδρου της κυβερνήσεως τηλέφωνον.
Ο καλών ανήγγειλε γαλλιστί εις την λαβούσαν το ακουστικόν κυρίαν Κορυζή ότι ο πρέσβυς της Γερμανίας επιθυμεί να επισκεφθή επειγόντως τον πρωθυπουργόν και εζήτησε να ορισθή προς τούτο ώρα. Του απήντησαν ότι ο πρόεδρος θα εδέχετο τον πρέσβυν μετά ημίσειαν ώραν.
Ο Κορυζής μαντεύων τον λόγον της επισκέψεως έσπευσε να ειδοποιήση αμέσως τον βασιλέα και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Ο πρίγκηψ Έρμπαχ έφθασεν εις την οικίαν Κορυζή κατά την ορισθείσαν ώραν ακριβώς και αφού εχαιρέτησε με τυπικήν ευγένειαν τον πρωθυπουργόν προέβη εις την λακωνικήν δήλωσιν: «Επιτρέψατέ μου να σας αναγγείλω ότι η κυβέρνησίς μου επέδωσε την στιγμήν αυτήν εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν διακοίνωσιν αντίγραφον της οποίας θα σας αναγνώσω αμέσως».
Ο καλών ανήγγειλε γαλλιστί εις την λαβούσαν το ακουστικόν κυρίαν Κορυζή ότι ο πρέσβυς της Γερμανίας επιθυμεί να επισκεφθή επειγόντως τον πρωθυπουργόν και εζήτησε να ορισθή προς τούτο ώρα. Του απήντησαν ότι ο πρόεδρος θα εδέχετο τον πρέσβυν μετά ημίσειαν ώραν.
Ο Κορυζής μαντεύων τον λόγον της επισκέψεως έσπευσε να ειδοποιήση αμέσως τον βασιλέα και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Ο πρίγκηψ Έρμπαχ έφθασεν εις την οικίαν Κορυζή κατά την ορισθείσαν ώραν ακριβώς και αφού εχαιρέτησε με τυπικήν ευγένειαν τον πρωθυπουργόν προέβη εις την λακωνικήν δήλωσιν: «Επιτρέψατέ μου να σας αναγγείλω ότι η κυβέρνησίς μου επέδωσε την στιγμήν αυτήν εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν διακοίνωσιν αντίγραφον της οποίας θα σας αναγνώσω αμέσως».
Και ανέγνωσε το ακόλουθον κείμενον:
«Από της ενάρξεως του πολέμου, του επιβληθέντος εις την Γερμανίαν
δια της κηρύξεως του πολέμου εκ μέρους της Αγγλίας και της Γαλλίας, η
κυβέρνησις του Ράιχ εξέφρασε πάντοτε σαφώς και απεριφράστως την θέλησίν της
όπως η στρατιωτική σύρραξις περιορισθή μεταξύ των εμπολέμων κρατών, και ιδίως όπως
παραμείνη εκτός πολέμου η περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου. Μετά της αυτής
σαφηνείας διεκήρυξε κατ' επανάληψιν ότι θα αντετάσσετο αμέσως με όλα τα εις την
διάθεσιν αυτής ευρισκόμενα πολεμικά μέσα εις πάσαν αγγλικήν απόπειραν όπως
μεταφέρη τον πόλεμον και εις άλλας χώρας.
Με την καταστροφήν των αγγλικών εκστρατευτικών δυνάμεων και την εκδίωξιν των υπολειμμάτων αυτών εκ της Νορβηγίας και της Γαλλίας, η ήπειρός μας είχεν απαλλαγή τελείως των βρεταννικών στρατευμάτων. Εκ τούτου ανέκυπτε δι' όλα τα ευρωπαϊκά κράτη το κοινόν συμφέρον όπως διατηρηθή πλήρως η επιτευχθείσα απομάκρυνσις της Αγγλίας εκ της ηπειρωτικής Ευρώπης, ως το πλέον ασφαλές εχέγγυον της ευρωπαϊκής ειρήνης, και μη αφεθή ουδείς Άγγλος στρατιώτης όπως θέση πλέον πόδα επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Το πρόβλημα τούτο ετίθετο και δια τον ελληνικόν λαόν κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και δια τους άλλους λαούς της ηπείρου, και ήτο προφανές ότι η ελληνική κυβέρνησις θα προσηρμόζετο κάλλιστα προς την κατάστασιν εάν ετήρει ειλικρινή και αυστηράν ουδετερότητα. Η στάσις αυτή θα ήτο απολύτως φυσική δια την Ελλάδα και θα ανταπεκρίνετο εις τα ζωτικά αυτής συμφέροντα, και τούτο μάλιστα εκ του λόγου ότι ουδείς των εμπολέμων ηδύνατο πράγματι να έχη ζωτικόν συμφέρον όπως εμπλέξη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις του μίαν χώραν η οποία ευρίσκετο μακράν του πραγματικού θεάτρου του πολέμου. Ούτως η Γερμανία και η Ιταλία ουδέποτε ηξίωσαν άλλο τι από την Ελλάδα ειμή την τήρησιν μιας γνήσιας ουδετερότητος.
Εντεύθεν λοιπόν είναι έτι μάλλον ακατανόητον ότι παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνησις εγκατέλειψε την στάσιν ταύτην, η οποία διεγράφετο εις αυτήν σαφώς, και τοιουτοτρόπως εισήλθεν εις τον δρόμον όστις θάττον ή βράδιον ήτο φυσικόν να φέρη τον λαόν της εις φυσικούς κινδύνους. Γνωρίζομεν σήμερον ότι η Ελλάς εγκατέλειψε πράγματι την στάσιν τής ουδετερότητος από της κατά τον Σεπτέμβριον του 1939 εκρήξεως του πολέμου και έλαβε θέσιν κατ' αρχάς μυστικώς και είτα ολονέν εμφανέστερον υπέρ των εχθρών της Γερμανίας και προ παντός υπέρ της Αγγλίας. Μέχρι ποίου σημείου η ελληνική πολιτική και προ της εκρήξεως του πολέμου ήτο επηρεασμένη από τας εις τους κύκλους της ελληνικής κυβερνήσεως επικρατούσας συμπαθείας προς την Αγγλίαν, αποδεικνύει το γεγονός και μόνον ότι κατ' Απρίλιον του 1939 η Ελλάς απεδέχθη πολιτικήν εγγύησιν των Δυτικών Δυνάμεων. Κατόπιν της λίαν γνωστής πείρας της κτηθείσης εκ των αγγλικών εγγυήσεων, έδει να έχη πλήρη επίγνωσιν ότι, ενεργούσα ούτως, έθετεν αναγκαίως την χώραν της υπό την εξάρτησιν της Αγγλίας και ότι μοιραίως θα ευρίσκετο περιπεπλεγμένη εις τα ήδη υφιστάμενα τότε αγγλικά σχέδια κυκλώσεως της Γερμανίας. Η τάσις αύτη εξεδηλώθη το πρώτον εμφανώς μετά την έκρηξιν του πολέμου κατ' Οκτώβριον του 1939, όταν η ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη και να συζητήση καν το ενδεχόμενον παρατάσεως του συμφώνου φιλίας μετά της Ιταλίας, του οποίου η ισχύς εξέπνεε κατά το έτος τούτο. Κατά την ιδίαν εποχήν περιήλθον εις την κατοχήν της κυβερνήσεως του Ράιχ στοιχεία συμφώνως προς τα οποία η δια της βρεταννικής βοηθείας εγκατασταθείσα τότε εις την αρχήν ελληνική κυβέρνησις από της εγκαθιδρύσεώς της εις την εξουσίαν είχεν αναλάβει ευρείας υποχρεώσεις έναντι της αγγλικής πολιτικής. Εάν επί του σημείου τούτου υπελείπετο και η ελαχίστη ακόμη αμφιβολία, τα επίσημα έγγραφα άτινα ευρέθησαν εις την Λα Σαριτέ της Γαλλίας και τα οποία ήδη εδόθησαν εις την δημοσιότητα αποδεικνύουν κατά τον πλέον αναμφισβήτητον τρόπον την θέσιν ην έλαβε σαφώς η Ελλάς εναντίον του Άξονος από της εκρήξεως του πολέμου. Από τα επίσημα ταύτα στοιχεία του γαλλικού γενικού επιτελείου και της γαλλικής κυβερνήσεως προκύπτει η ακόλουθος εικών περί της αληθούς πολιτικής, την οποίαν ηκολούθησε μυστικώς η ελληνική κυβέρνησις:
1. Από του Σεπτεμβρίου ήδη του 1939 το ελληνικόν γενικόν επιτελείον απέστειλεν εις Άγκυραν τον συνταγματάρχην Δόβαν ίνα έλθη εις επαφήν με τον στρατηγόν Βεϋγκάν, αρχιστράτηγον του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος εν τη Εγγύς Ανατολή.
2. Την 18ην Σεπτεμβρίου 1939 ο Έλλην πρεσβευτής εν Παρισίοις Πολίτης έδωσε την διαβεβαίωσιν ότι η Ελλάς δεν επεθύμει την ανανέωσιν της μετά της Ιταλίας συνθήκης, ήτις εξέπνεε τον Οκτώβριον, ειμή μόνον “εφ' όσον μία τοιαύτη συμφωνία δεν θα ημπόδιζε τον σχηματισμόν ενός ανατολικού μετώπου”.
3. Κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου 1939 ο υφυπουργός των Εξωτερικών Μαυρουδής εδήλωσεν εις τον Γάλλον πρεσβευτήν εν Αθήναις ότι η Ελλάς όχι μόνον δεν θα ημπόδιζε μίαν αποβίβασιν των συμμάχων εις Θεσσαλονίκην, αλλά τουναντίον θα υπεστήριζεν ενεργώς αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν μόνον ότι η επιτυχία των επιχειρήσεων θα ήτο εξησφαλισμένη.
4. Η επαφή η λαβούσα χώραν κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1939 μεταξύ του εν Αθήναις Γάλλου στρατιωτικού ακολούθου και του Έλληνος αρχηγού του γενικού επιτελείου ωδήγησε την 4ην Δεκεμβρίου 1939 εις την ρητήν επιθυμίαν του ελληνικού γενικού επιτελείου, όπως γίνη έναρξις στρατιωτικών διαπραγματεύσεων, καθώς και εις την αποστολήν εις Ελλάδα του συνταγματάρχου του γαλλικού γενικού επιτελείου Μαριό.
5. Εις σημείωμα του στρατηγού Γκαμελαίν υπό χρονολογίαν 4 Ιανουαριου 1940 λέγεται ότι ο αρχηγός του ελληνικού γενικού επιτελείου κατέστησε γνωστόν ότι ήτο εις θέσιν να εγγυηθή την αποβίβασιν ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος εις Θεσσαλονίκην, υπό την επιφύλαξιν επαρκούς υποστηρίξεως δι’ αεροπορικών δυνάμεων και δια δυνάμεων αντιαεροπορικής αμύνης.
Με την καταστροφήν των αγγλικών εκστρατευτικών δυνάμεων και την εκδίωξιν των υπολειμμάτων αυτών εκ της Νορβηγίας και της Γαλλίας, η ήπειρός μας είχεν απαλλαγή τελείως των βρεταννικών στρατευμάτων. Εκ τούτου ανέκυπτε δι' όλα τα ευρωπαϊκά κράτη το κοινόν συμφέρον όπως διατηρηθή πλήρως η επιτευχθείσα απομάκρυνσις της Αγγλίας εκ της ηπειρωτικής Ευρώπης, ως το πλέον ασφαλές εχέγγυον της ευρωπαϊκής ειρήνης, και μη αφεθή ουδείς Άγγλος στρατιώτης όπως θέση πλέον πόδα επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Το πρόβλημα τούτο ετίθετο και δια τον ελληνικόν λαόν κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και δια τους άλλους λαούς της ηπείρου, και ήτο προφανές ότι η ελληνική κυβέρνησις θα προσηρμόζετο κάλλιστα προς την κατάστασιν εάν ετήρει ειλικρινή και αυστηράν ουδετερότητα. Η στάσις αυτή θα ήτο απολύτως φυσική δια την Ελλάδα και θα ανταπεκρίνετο εις τα ζωτικά αυτής συμφέροντα, και τούτο μάλιστα εκ του λόγου ότι ουδείς των εμπολέμων ηδύνατο πράγματι να έχη ζωτικόν συμφέρον όπως εμπλέξη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις του μίαν χώραν η οποία ευρίσκετο μακράν του πραγματικού θεάτρου του πολέμου. Ούτως η Γερμανία και η Ιταλία ουδέποτε ηξίωσαν άλλο τι από την Ελλάδα ειμή την τήρησιν μιας γνήσιας ουδετερότητος.
Εντεύθεν λοιπόν είναι έτι μάλλον ακατανόητον ότι παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνησις εγκατέλειψε την στάσιν ταύτην, η οποία διεγράφετο εις αυτήν σαφώς, και τοιουτοτρόπως εισήλθεν εις τον δρόμον όστις θάττον ή βράδιον ήτο φυσικόν να φέρη τον λαόν της εις φυσικούς κινδύνους. Γνωρίζομεν σήμερον ότι η Ελλάς εγκατέλειψε πράγματι την στάσιν τής ουδετερότητος από της κατά τον Σεπτέμβριον του 1939 εκρήξεως του πολέμου και έλαβε θέσιν κατ' αρχάς μυστικώς και είτα ολονέν εμφανέστερον υπέρ των εχθρών της Γερμανίας και προ παντός υπέρ της Αγγλίας. Μέχρι ποίου σημείου η ελληνική πολιτική και προ της εκρήξεως του πολέμου ήτο επηρεασμένη από τας εις τους κύκλους της ελληνικής κυβερνήσεως επικρατούσας συμπαθείας προς την Αγγλίαν, αποδεικνύει το γεγονός και μόνον ότι κατ' Απρίλιον του 1939 η Ελλάς απεδέχθη πολιτικήν εγγύησιν των Δυτικών Δυνάμεων. Κατόπιν της λίαν γνωστής πείρας της κτηθείσης εκ των αγγλικών εγγυήσεων, έδει να έχη πλήρη επίγνωσιν ότι, ενεργούσα ούτως, έθετεν αναγκαίως την χώραν της υπό την εξάρτησιν της Αγγλίας και ότι μοιραίως θα ευρίσκετο περιπεπλεγμένη εις τα ήδη υφιστάμενα τότε αγγλικά σχέδια κυκλώσεως της Γερμανίας. Η τάσις αύτη εξεδηλώθη το πρώτον εμφανώς μετά την έκρηξιν του πολέμου κατ' Οκτώβριον του 1939, όταν η ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη και να συζητήση καν το ενδεχόμενον παρατάσεως του συμφώνου φιλίας μετά της Ιταλίας, του οποίου η ισχύς εξέπνεε κατά το έτος τούτο. Κατά την ιδίαν εποχήν περιήλθον εις την κατοχήν της κυβερνήσεως του Ράιχ στοιχεία συμφώνως προς τα οποία η δια της βρεταννικής βοηθείας εγκατασταθείσα τότε εις την αρχήν ελληνική κυβέρνησις από της εγκαθιδρύσεώς της εις την εξουσίαν είχεν αναλάβει ευρείας υποχρεώσεις έναντι της αγγλικής πολιτικής. Εάν επί του σημείου τούτου υπελείπετο και η ελαχίστη ακόμη αμφιβολία, τα επίσημα έγγραφα άτινα ευρέθησαν εις την Λα Σαριτέ της Γαλλίας και τα οποία ήδη εδόθησαν εις την δημοσιότητα αποδεικνύουν κατά τον πλέον αναμφισβήτητον τρόπον την θέσιν ην έλαβε σαφώς η Ελλάς εναντίον του Άξονος από της εκρήξεως του πολέμου. Από τα επίσημα ταύτα στοιχεία του γαλλικού γενικού επιτελείου και της γαλλικής κυβερνήσεως προκύπτει η ακόλουθος εικών περί της αληθούς πολιτικής, την οποίαν ηκολούθησε μυστικώς η ελληνική κυβέρνησις:
1. Από του Σεπτεμβρίου ήδη του 1939 το ελληνικόν γενικόν επιτελείον απέστειλεν εις Άγκυραν τον συνταγματάρχην Δόβαν ίνα έλθη εις επαφήν με τον στρατηγόν Βεϋγκάν, αρχιστράτηγον του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος εν τη Εγγύς Ανατολή.
2. Την 18ην Σεπτεμβρίου 1939 ο Έλλην πρεσβευτής εν Παρισίοις Πολίτης έδωσε την διαβεβαίωσιν ότι η Ελλάς δεν επεθύμει την ανανέωσιν της μετά της Ιταλίας συνθήκης, ήτις εξέπνεε τον Οκτώβριον, ειμή μόνον “εφ' όσον μία τοιαύτη συμφωνία δεν θα ημπόδιζε τον σχηματισμόν ενός ανατολικού μετώπου”.
3. Κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου 1939 ο υφυπουργός των Εξωτερικών Μαυρουδής εδήλωσεν εις τον Γάλλον πρεσβευτήν εν Αθήναις ότι η Ελλάς όχι μόνον δεν θα ημπόδιζε μίαν αποβίβασιν των συμμάχων εις Θεσσαλονίκην, αλλά τουναντίον θα υπεστήριζεν ενεργώς αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν μόνον ότι η επιτυχία των επιχειρήσεων θα ήτο εξησφαλισμένη.
4. Η επαφή η λαβούσα χώραν κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1939 μεταξύ του εν Αθήναις Γάλλου στρατιωτικού ακολούθου και του Έλληνος αρχηγού του γενικού επιτελείου ωδήγησε την 4ην Δεκεμβρίου 1939 εις την ρητήν επιθυμίαν του ελληνικού γενικού επιτελείου, όπως γίνη έναρξις στρατιωτικών διαπραγματεύσεων, καθώς και εις την αποστολήν εις Ελλάδα του συνταγματάρχου του γαλλικού γενικού επιτελείου Μαριό.
5. Εις σημείωμα του στρατηγού Γκαμελαίν υπό χρονολογίαν 4 Ιανουαριου 1940 λέγεται ότι ο αρχηγός του ελληνικού γενικού επιτελείου κατέστησε γνωστόν ότι ήτο εις θέσιν να εγγυηθή την αποβίβασιν ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος εις Θεσσαλονίκην, υπό την επιφύλαξιν επαρκούς υποστηρίξεως δι’ αεροπορικών δυνάμεων και δια δυνάμεων αντιαεροπορικής αμύνης.
Η κυβέρνησις του Ράιχ, ήτις προ πολλού ετέλει εν γνώσει των στοιχείων τούτων, άτινα επεβάρυνον σοβαρώς την ελληνικήν κυβέρνησιν, ανέμενεν εν τούτοις με υπέρμετρον υπομονήν και μακροθυμίαν την περαιτέρω εξέλιξιν της ελληνικής πολιτικής. Ακόμη και όταν η Ελλάς έθεσεν εις την διάθεσιν του βρεταννικού ναυτικού βάσεις επί των νήσων της και η Ιταλία, η σύμμαχος του γερμανικού Ράιχ; εν όψει της στάσεως αυτής, ήτις δεν ήτο πλέον στάσις ουδετέρου κράτους, εξηναγκάσθη εις στρατιωτικήν δράσιν εναντίον της Ελλάδος, η Γερμανία διετήρησε την στάσιν της αναμονής. Ταύτην καθώριζεν η ειλικρινής ελπίς του γερμανικού λαού, όστις μέχρι τότε διεπνέετο αποκλειστικώς υπό αισθημάτων φιλίας δια τον ελληνικόν λαόν, ότι η Ελλάς θ' ανεμιμνήσκετο εν τέλει των αληθών συμφερόντων της και ότι ούτω η ελληνική κυβέρνησις, παρ' όλα όσα συνέβησαν, θα εύρισκε την ευκαιρίαν να επανέλθη εις την αληθή ουδετερότητα. Υπό το πνεύμα τούτο ο φον Ρίμπεντροπ, υπουργός των Εξωτερικών του Ράιχ, εις συνομιλίαν ην έσχε εν Φουσλ μετά του Έλληνος πρεσβευτού την 26ην Αυγούστου 1940 έδωσεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν υπό σοβαρόν τύπον την συμβουλήν όπως εγκαταλείψη την μεροληπτικώς ευμενή προς την Αγγλίαν στάσιν της. Πέραν όμως τούτου δι' επανειλημμένων δημοσίων δηλώσεων αυτού του Φύρερ η ελληνική κυβέρνησις κατέστη ενήμερος ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα ηνείχετο όπως βρεταννικαί στρατιωτικοί δυνάμεις εγκατασταθούν επί ελληνικού εδάφους. Υπενθυμίζομεν μεταξύ άλλων επί του σημείου τούτου τον λόγον τον εκφωνηθέντα υπό του Φύρερ την 30ην Ιανουαρίου 1941, εν τω οποίω αναφέρεται: “ Ίσως στηρίζουν ελπίδας επί των Βαλκανίων, αλλ' ούτε εκεί βλέπω τύχην δι' αυτούς, διότι εν πράγμα είναι βέβαιον: εκεί όπου η Αγγλία θα εμφανισθή θα της επιτεθώμεν και είμεθα αρκετά ισχυροί δια να το πράξωμεν”.
Η ελληνική κυβέρνησις περιεφρόνησε όλας αυτάς τας προειδοποιήσεις, επί πλέον δε — πρέπει ρητώς τούτο να βεβαιωθή εδώ — ουδέποτε απετάθη προς την κυβέρνησιν του Ράιχ και δια να συζητήση μόνον μετ' αυτής την δυνατότητα επανόδου της Ελλάδος εις την ουδετερότητα. Η αιτία ήτο προφανής. Η Ελλάς είχεν ήδη αφεθή να παρασυρθή πολύ μακράν εις την αγγλικήν πολιτικήν της επεκτάσεως του πολέμου και δεν ήτο πλέον κυρία των αποφάσεών της. Αύται υπηγορεύοντο μάλλον εις αυτήν τότε υπό της αγγλικής κυβερνήσεως. Τα πράγματα έφθασαν εις σημείον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις, ήτις αρχικώς, μετά την έναρξιν του κατά της Ιταλίας πολέμου, είχε περιορισθή εις την συνδρομήν βρεταννικών τεχνικών σχηματισμών αεροπορίας, υπεχρεώθη μετ' ολίγον εκ της ανάγκης των πραγμάτων να προχωρήση περαιτέρω εις την οδόν αυτήν. Ολίγον μετά την κατάληψιν της Κρήτης τα πράγματα έλαβον τοιαύτην εξέλιξιν, ώστε συγκεκροτημένοι σχηματισμοί βρεταννικών στρατευμάτων απεβιβάσθησαν εις την Ελλάδα και κατέλαβον όλα τα σπουδαία στρατηγικά σημεία. Αι δηλώσεις αι γενόμεναι από καιρού εις καιρόν υπό της ελληνικής κυβερνήσεως και δια των οποίων επεχείρει ν' αρνηθή τα γεγονότα ταύτα δεν δύνανται να κριθούν ειμή ως νέα απόδειξις της ανειλικρίνειάς της και της εξαρτήσεώς της από της Αγγλίας.
Από τίνων εβδομάδων ουδεμία πλέον δύναται να ύπαρξη αμφιβολία ότι η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήση εν Ελλάδι νέον μέτωπον κατά της Γερμανίας — του είδους της κατά τον παγκόσμιον πόλεμον εκστρατείας της εις Θεσσαλονίκην — δια να προβή εκείθεν εις μίαν τελευταίαν απόπειραν όπως φέρη τον πόλεμον εις την Ευρώπην. Από της απόψεως αυτής αι ειδήσεις, κατά τας οποίας το γενικόν επιτελείον των εν Ελλάδι δρωσών αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων αποκατέστησε σύνδεσμον μετά του εν Βελιγραδίω γενικού επιτελείου, προσλαμβάνουν ιδιαιτέραν σημασίαν. Κατά τας τελευταίας όμως ημέρας η Ελλάς κατέστη πλέον φανερόν πεδίον δράσεως των αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Επί του παρόντος οι Άγγλοι ενεργούν εκεί σοβαράς σημασίας στρατηγικάς κινήσεις και μεταφοράς στρατευμάτων, ειδήσεις δε εξ Αμερικής επιβεβαιούν ότι αγγλικός στρατός εκ 200.000 ανδρών ευρίσκεται ήδη έτοιμος προς δράσιν εν Ελλάδι.
Δια του τρόπου τούτου η Ελλάς, ήτις υπήρξε το μόνον ευρωπαϊκόν κράτος το οποίον επέτρεψεν εις τα αγγλικά στρατεύματα να θέσουν πόδα επί του ευρωπαϊκού εδάφους, ανέλαβεν έναντι της ευρωπαϊκής κοινότητος βαρείαν ευθύνην. Αναμφιβόλως ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος δια την εξέλιξιν ταύτην. Ως εκ τούτου όμως είναι ακόμη μεγαλυτέρα η ευθύνη η οποία βαρύνει την παρούσαν ελληνικήν κυβέρνησιν δια την ανεύθυνον αυτήν πολιτικήν της. Η ελληνική κυβέρνησις εδημιούργησε τοιουτοτρόπως μίαν κατάστασιν, έναντι της οποίας η Γερμανία δεν δύναται πλέον να παραμείνη αδρανής επί μακρόν. Δια τον λόγον αυτόν η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματά της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλόμενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.
Η κυβέρνησις του Ράιχ, καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη τον ελληνικόν λαόν ως τοιούτον. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγκασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους προορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι, εκδιώκουσα ταχέως τους παρεισάκτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν δια την ευρωπαϊκήν κοινότητα».
Η απάντησις της Ελλάδος
Εις την ανακοίνωσιν ήτο συνημμένον υπόμνημα περιλαμβάνον
λεπτομερεστέραν ανάλυσιν των περιεχομένων εις αυτήν αιτιάσεων περί παραβιάσεων
της ελληνικής ουδετερότητος και περί του αριθμού των ευρισκομένων επί του
ελληνικού εδάφους βρεταννικών δυνάμεων, αποκαλυπτόμενης της δράσεώς της εις την
Ελλάδα γερμανικής κατασκοπείας.
Αλλά και η διακοίνωσις και το υπόμνημα ήσαν απλώς χαρτιά και λόγια δια να στηριχθή η δικαιολογία του πολέμου. Ο Χίτλερ επροσπαθούσε να εφεύρη στοιχεία εμφανίζοντα ανειλικρινή την ελληνικήν ουδετερότητα και δεν εδίσταζε να δικαιολογή και την επίθεσιν της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, ενώ εγνώριζεν ότι όλα τα εις την Αλβανίαν επεισόδια και οι ισχυρισμοί των ανθρώπων της Ρώμης ωφείλοντο εις ιταλικήν σκηνοθεσίαν. Όσον αφορά την αποβίβασιν βρεταννικών στρατευμάτων εις την Ελλάδα εγνώριζεν επίσης ότι τούτο έγινεν αφού προηγουμένως αι ιδικαί του μεραρχίαι είχαν περάσει εις την Βουλγαρίαν, ήτο δε προειδοποιημένος, ως είπομεν, ότι Βρεταννοί δεν θ' απεβιβάζοντο αν δεν διέβαινεν ο γερμανικός στρατός τον Δούναβιν φανερώνων τας επιθετικάς κατά της Ελλάδος προθέσεις. Ήτο επομένως ψεύδος ότι δεν ήθελε την επέκτασιν του πολέμου εις τα Βαλκάνια και ότι δεν τον ενδιέφερεν η Ελλάς.
Εκ της αλληλογραφίας του Χίτλερ και του Μουσσολίνι εξάγεται ότι η Γερμανία προ του ελληνοϊταλικού πολέμου ακόμη απέβλεπεν εις την χρησιμοποίησιν της Κρήτης, καταλαμβανομένης υπό ισχυρών δυνάμεων αλεξιπτωτιστών, ως γερμανικής βάσεως εξορμήσεως προς νότον και προς ανατολάς. Εις δε την από 20ής Νοεμβρίου επιστολήν του προς τον Μουσσολίνι ο Χίτλερ έγραφε κατηγορηματικώς, εξάγων συμπεράσματα από τας έως τότε απέναντι των Ιταλών ελληνικάς νίκας: «Ψυχολογικαί συνέπειαι: Είναι δυσάρεστοι, καθ' όσον η ελληνική κατάστασις βαρύνει πολύ καν δυσμενώς επί διπλωματικών προπαρασκευών, αι οποίαι ευρίσκονται εν πλήρει εξελίξει». Υποδεικνύων δε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν έγραφε καθαρά: «Πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν κάποιο είδος συνεννοήσεως με την Τουρκίαν δια να εξαλείψωμεν την τουρκικήν πίεσιν επί της Βουλγαρίας... Η Γιουγκοσλαυΐα πρέπει να πεισθή όπως παύση ενδιαφερομένη δια τας παρούσας κατευθύνσεις της και όταν τούτο θα είναι δυνατόν να ενδιαφερθή εις θετικήν συνεργασίαν μεθ' ημών προς εκκαθάρισιν της ελληνικής υποθέσεως». Γράφων δε περί των σχεδιαζομένων γερμανικών επιχειρήσεων προς εκκαθάρισιν της Μεσογείου προσέθετε:
«Τούτο θα είναι το αποφασιστικόν προοίμιον της στρατιωτικής επιχειρήσεως, ήτις αισθάνομαι ότι δεν είναι δυνατόν ν' αναληφθή προ των πρώτων ημερών του Μαρτίου και εναντίον αυτής ακόμη της Ελλάδος. Θεωρώ αναγκαίον το χρονικόν διάστημα δια τον απλούν λόγον ότι θα είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν προ της εποχής ταύτης εν Ρουμανία τοιαύται δυνάμεις, ώστε να εξασφαλισθή εν οιαδήποτε περιπτώσει η επιτυχία. Μόνον κατ’ εκείνην την εποχήν δυνάμεθα ν' αναμένωμεν επιτυχίαν εν βραχυτάτω χρόνω». Ωμολογήθη επομένως υπό του ιδίου το Χίτλερ ότι η κατά της Ελλάδος γερμανική επιχείρησις ήτο αποφασισμένη από του Νοεμβρίου του 1940, οπότε δεν είχον αποβιβασθή Βρεταννοί εις την Ελλάδα. Η γερμανική διακοίνωσις, στηριζομένη επί ψευδών, δεν διέφερεν από το ιταλικόν τελεσίγραφον παρά μόνον εις το ότι δεν ώριζε προθεσμίαν προς απάντησιν και αποδοχήν όρων, αλλά ανήγγελλεν απλώς την εισβολήν. Απορρέουσα από την γερμανικήν ιδιοσυγκρασίαν ήτο ιταμωτέρα του ιταλικού τελεσιγράφου.
Αλλ' η στάσις της ελληνικής κυβερνήσεως απέναντι του δευτέρου εχθρού, στηριζομένη όπως η τηρηθείσα απέναντι των Ιταλών επί των υπαγορεύσεων των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής τιμής, είχεν ήδη προκαθορισθή. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως απήντησεν εις τον Γερμανόν πρεσβευτήν ότι η Ελλάς υπεραμυνόμενη του εθνικού εδάφους θ' αντιτάξη αντίστασιν εις την προσβολήν των γερμανικών στρατευμάτων.
Ο Κορυζής επεκοινώνησεν αμέσως με τον βασιλέα, υπό την προεδρίαν του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις, εις την οποίαν συμμετέσχον πλην του πρωθυπουργού οι υπουργοί των πολεμικών υπουργείων και ο αρχιστράτηγος. Επηκολούθησεν υπουργικόν συμβούλιον. Ο πρωθυπουργός ανεκοίνωσε τα γεγονότα και οι υπουργοί επεδοκίμασαν την δοθείσαν εις την γερμανικήν διακοίνωσιν απάντησιν και έλαβαν γνώσιν του ακολούθου διαγγέλματος του βασιλέως Γεωργίου προς τον ελληνικόν λαόν:
Αλλά και η διακοίνωσις και το υπόμνημα ήσαν απλώς χαρτιά και λόγια δια να στηριχθή η δικαιολογία του πολέμου. Ο Χίτλερ επροσπαθούσε να εφεύρη στοιχεία εμφανίζοντα ανειλικρινή την ελληνικήν ουδετερότητα και δεν εδίσταζε να δικαιολογή και την επίθεσιν της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, ενώ εγνώριζεν ότι όλα τα εις την Αλβανίαν επεισόδια και οι ισχυρισμοί των ανθρώπων της Ρώμης ωφείλοντο εις ιταλικήν σκηνοθεσίαν. Όσον αφορά την αποβίβασιν βρεταννικών στρατευμάτων εις την Ελλάδα εγνώριζεν επίσης ότι τούτο έγινεν αφού προηγουμένως αι ιδικαί του μεραρχίαι είχαν περάσει εις την Βουλγαρίαν, ήτο δε προειδοποιημένος, ως είπομεν, ότι Βρεταννοί δεν θ' απεβιβάζοντο αν δεν διέβαινεν ο γερμανικός στρατός τον Δούναβιν φανερώνων τας επιθετικάς κατά της Ελλάδος προθέσεις. Ήτο επομένως ψεύδος ότι δεν ήθελε την επέκτασιν του πολέμου εις τα Βαλκάνια και ότι δεν τον ενδιέφερεν η Ελλάς.
Εκ της αλληλογραφίας του Χίτλερ και του Μουσσολίνι εξάγεται ότι η Γερμανία προ του ελληνοϊταλικού πολέμου ακόμη απέβλεπεν εις την χρησιμοποίησιν της Κρήτης, καταλαμβανομένης υπό ισχυρών δυνάμεων αλεξιπτωτιστών, ως γερμανικής βάσεως εξορμήσεως προς νότον και προς ανατολάς. Εις δε την από 20ής Νοεμβρίου επιστολήν του προς τον Μουσσολίνι ο Χίτλερ έγραφε κατηγορηματικώς, εξάγων συμπεράσματα από τας έως τότε απέναντι των Ιταλών ελληνικάς νίκας: «Ψυχολογικαί συνέπειαι: Είναι δυσάρεστοι, καθ' όσον η ελληνική κατάστασις βαρύνει πολύ καν δυσμενώς επί διπλωματικών προπαρασκευών, αι οποίαι ευρίσκονται εν πλήρει εξελίξει». Υποδεικνύων δε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν έγραφε καθαρά: «Πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν κάποιο είδος συνεννοήσεως με την Τουρκίαν δια να εξαλείψωμεν την τουρκικήν πίεσιν επί της Βουλγαρίας... Η Γιουγκοσλαυΐα πρέπει να πεισθή όπως παύση ενδιαφερομένη δια τας παρούσας κατευθύνσεις της και όταν τούτο θα είναι δυνατόν να ενδιαφερθή εις θετικήν συνεργασίαν μεθ' ημών προς εκκαθάρισιν της ελληνικής υποθέσεως». Γράφων δε περί των σχεδιαζομένων γερμανικών επιχειρήσεων προς εκκαθάρισιν της Μεσογείου προσέθετε:
«Τούτο θα είναι το αποφασιστικόν προοίμιον της στρατιωτικής επιχειρήσεως, ήτις αισθάνομαι ότι δεν είναι δυνατόν ν' αναληφθή προ των πρώτων ημερών του Μαρτίου και εναντίον αυτής ακόμη της Ελλάδος. Θεωρώ αναγκαίον το χρονικόν διάστημα δια τον απλούν λόγον ότι θα είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν προ της εποχής ταύτης εν Ρουμανία τοιαύται δυνάμεις, ώστε να εξασφαλισθή εν οιαδήποτε περιπτώσει η επιτυχία. Μόνον κατ’ εκείνην την εποχήν δυνάμεθα ν' αναμένωμεν επιτυχίαν εν βραχυτάτω χρόνω». Ωμολογήθη επομένως υπό του ιδίου το Χίτλερ ότι η κατά της Ελλάδος γερμανική επιχείρησις ήτο αποφασισμένη από του Νοεμβρίου του 1940, οπότε δεν είχον αποβιβασθή Βρεταννοί εις την Ελλάδα. Η γερμανική διακοίνωσις, στηριζομένη επί ψευδών, δεν διέφερεν από το ιταλικόν τελεσίγραφον παρά μόνον εις το ότι δεν ώριζε προθεσμίαν προς απάντησιν και αποδοχήν όρων, αλλά ανήγγελλεν απλώς την εισβολήν. Απορρέουσα από την γερμανικήν ιδιοσυγκρασίαν ήτο ιταμωτέρα του ιταλικού τελεσιγράφου.
Αλλ' η στάσις της ελληνικής κυβερνήσεως απέναντι του δευτέρου εχθρού, στηριζομένη όπως η τηρηθείσα απέναντι των Ιταλών επί των υπαγορεύσεων των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής τιμής, είχεν ήδη προκαθορισθή. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως απήντησεν εις τον Γερμανόν πρεσβευτήν ότι η Ελλάς υπεραμυνόμενη του εθνικού εδάφους θ' αντιτάξη αντίστασιν εις την προσβολήν των γερμανικών στρατευμάτων.
Ο Κορυζής επεκοινώνησεν αμέσως με τον βασιλέα, υπό την προεδρίαν του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις, εις την οποίαν συμμετέσχον πλην του πρωθυπουργού οι υπουργοί των πολεμικών υπουργείων και ο αρχιστράτηγος. Επηκολούθησεν υπουργικόν συμβούλιον. Ο πρωθυπουργός ανεκοίνωσε τα γεγονότα και οι υπουργοί επεδοκίμασαν την δοθείσαν εις την γερμανικήν διακοίνωσιν απάντησιν και έλαβαν γνώσιν του ακολούθου διαγγέλματος του βασιλέως Γεωργίου προς τον ελληνικόν λαόν:
«Έλληνες. Νέος εχθρός προσέβαλε σήμερον την πρωίαν την τιμήν της
πατρίδος μας. Χωρίς καμμίαν προειδοποίησιν, την ιδίαν στιγμήν κατά την οποίαν
επεδίδετο από την γερμανικήν κυβέρνησιν εις την ελληνικήν εν έγγραφον
αναγγέλλον απλώς την ενέργειάν της, τα γερμανικά στρατεύματα εκτύπησαν τα
σύνορά μας.
Ο ηρωικός μας στρατός, φρουρός ακοίμητος του ιερού μας εδάφους, το προασπίζει ήδη δια του αίματός του.
Έλληνες, ο ελληνικός λαός, ο οποίος απέδειξεν ήδη εις τον κόσμον ότι θέτει υπέρ παν άλλο την τιμήν, θα την υπερασπισθή και έναντι του νέου εχθρού μέχρις εσχάτων. Η Ελλάς, η τόσον μικρά, την οποίαν προσβάλλει σήμερον μία ακόμη αυτοκρατορία, είναι ταυτοχρόνως τόσον μεγάλη, ώστε να μη δύναται να επιτρέψη εις κανένα να την θίξη.
Ο αγών μας θα είναι σκληρός, τραχύς, αμεί¬λικτος. Δεν θα ορρωδήσωμεν προ ουδενός πόνου, δεν θα σταματήσωμεν προ ουδεμίας θυσίας. Αλλ' η νίκη μας αναμένει εις το τέρμα του δρόμου μας δια να στεφανώση μίαν ακόμη και οριστικήν φοράν την Ελλάδα. Εις το πλευρόν μας ίστανται πανίσχυροι σύμμαχοι, η Βρεταννική αυτοκρατορία με την ακατάβλητον θέλησίν της και αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής με τους ανεξάντλητους πόρους των. Εις το πεδίον της μάχης αγωνιζόμεθα αγκώνα προς αγκώνα με τους αδελφούς μας Νοτιοσλαύους, οι οποίοι χύνουν και αυτοί μαζί μας το αίμα των δια την σωτηρίαν ολοκλήρου της Βαλκανικής και της ανθρωπότητος.
Θα νικήσωμεν! Με την βοήθειαν του Θεού και την ευλογίαν της Παναγίας θα νικήσωμεν. Η ιστορία των εθνών θα γράψη ακόμη μίαν φοράν ότι η χώρα την οποίαν λαμπρύνει ο Μαραθών και η Σαλαμίς δεν υποκύπτει, δεν κάμπτεται, δεν παραδίδεται.
Όλοι μαζί, Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, υψώσατε το ανάστημά σας, σφίξατε τους γρόνθους σας και σταθήτε εις το πλευρόν μου, προασπισταί της Ελληνικής Πατρίδος, της χθεσινής, της σημερινής και της αυριανής, αντάξιοι των προγόνων σας, παραδείγματα εις τους επιγόνους σας, πρόμαχοι της ελευθερίας, της βγαλμένης από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Εμπρός τέκνα της Ελλάδος εις τον υπέρ πάντων αγώνα».
Ο ηρωικός μας στρατός, φρουρός ακοίμητος του ιερού μας εδάφους, το προασπίζει ήδη δια του αίματός του.
Έλληνες, ο ελληνικός λαός, ο οποίος απέδειξεν ήδη εις τον κόσμον ότι θέτει υπέρ παν άλλο την τιμήν, θα την υπερασπισθή και έναντι του νέου εχθρού μέχρις εσχάτων. Η Ελλάς, η τόσον μικρά, την οποίαν προσβάλλει σήμερον μία ακόμη αυτοκρατορία, είναι ταυτοχρόνως τόσον μεγάλη, ώστε να μη δύναται να επιτρέψη εις κανένα να την θίξη.
Ο αγών μας θα είναι σκληρός, τραχύς, αμεί¬λικτος. Δεν θα ορρωδήσωμεν προ ουδενός πόνου, δεν θα σταματήσωμεν προ ουδεμίας θυσίας. Αλλ' η νίκη μας αναμένει εις το τέρμα του δρόμου μας δια να στεφανώση μίαν ακόμη και οριστικήν φοράν την Ελλάδα. Εις το πλευρόν μας ίστανται πανίσχυροι σύμμαχοι, η Βρεταννική αυτοκρατορία με την ακατάβλητον θέλησίν της και αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής με τους ανεξάντλητους πόρους των. Εις το πεδίον της μάχης αγωνιζόμεθα αγκώνα προς αγκώνα με τους αδελφούς μας Νοτιοσλαύους, οι οποίοι χύνουν και αυτοί μαζί μας το αίμα των δια την σωτηρίαν ολοκλήρου της Βαλκανικής και της ανθρωπότητος.
Θα νικήσωμεν! Με την βοήθειαν του Θεού και την ευλογίαν της Παναγίας θα νικήσωμεν. Η ιστορία των εθνών θα γράψη ακόμη μίαν φοράν ότι η χώρα την οποίαν λαμπρύνει ο Μαραθών και η Σαλαμίς δεν υποκύπτει, δεν κάμπτεται, δεν παραδίδεται.
Όλοι μαζί, Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, υψώσατε το ανάστημά σας, σφίξατε τους γρόνθους σας και σταθήτε εις το πλευρόν μου, προασπισταί της Ελληνικής Πατρίδος, της χθεσινής, της σημερινής και της αυριανής, αντάξιοι των προγόνων σας, παραδείγματα εις τους επιγόνους σας, πρόμαχοι της ελευθερίας, της βγαλμένης από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Εμπρός τέκνα της Ελλάδος εις τον υπέρ πάντων αγώνα».
Η κυβέρνησις απηύθυνεν επίσης το εξής διάγγελμα προς τον λαόν:
«Ο πρεσβευτής της Γερμανίας επεσκέφθη σήμερον την 5.30' πρωινήν
ώραν τον κ. Πρωθυπουργόν και ανεκοίνωσεν αυτώ εκ μέρους της κυβερνήσεώς του ότι
ο γερμανικός στρατός θα επιτεθή κατά της Ελλάδος. Ταυτόχρονοι εκ των συνόρων
πληροφορίαι έφερον πραγματοποιουμένην την γερμανικήν απειλήν. Ούτω κατά τα εξημερώματα
της 6ης Απριλίου του 1941 επανελαμβάνοντο ακριβώς παρά του ετέρου μέλους του
Άξονος τα γεγονότα της νυκτός της 28ης Οκτωβρίου 1940. Απέναντι της νέας ταύτης
επιβουλής κατά της τιμής, της ελευθερίας και της ακεραιότητος της χώρας μας, ο
ελληνικός στρατός και ο ελληνικός λαός καλούνται και πάλιν να πράξουν με
δύναμιν και ευψυχίαν και σταθερότητα το απέναντι της λατρευτής πατρίδος καθήκον
των με πλήρη συναίσθησιν του δικαίου των, με την ευλογίαν του Θεού και με την
βοήθειαν των γενναίων και μεγάλων συμμάχων μας».
Ο αρχιστράτηγος Παπάγος εξέδωσε ταυτοχρόνως την ακόλουθον
ημερησίαν διαταγήν προς τον στρατόν:
«Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται! Δια μίαν ακόμη φοράν τα
ελληνικά όπλα καλούνται να υπερασπίσουν το πάτριον έδαφος. Ένας επί πλέον
εισβολεύς, ένας επί πλέον αντίπαλος, ανήκων ατυχώς εις την ομάδα των
αυτοκαλουμένων πεπολιτισμένων κρατών, επιχειρεί να καταπατήση τα ιερά του
έθνους.
Θα αντιστώμεν και θα νικήσωμεν, όπως ενικήσαμεν και τον άλλον πολυάριθμον εχθρόν, όπως αντεστάθημεν και εις εκείνου τας ορδάς και τας περιφρονητικάς προς την προσφιλή πατρίδα μας αξιώσεις.
Θα νικήσωμεν, διότι θα πολεμήσωμεν πάλιν υπό την σημαίαν της υπερτάτης δικαιοσύνης και διότι παρά το πλευρόν μας ίσταται συμπολεμιστής και αποφασιστικός σύμμαχος ο στρατός της πανίσχυρου Βρεταννικής αυτοκρατορίας.
Θα πολεμήσωμεν αντιτάσσοντες εις την βίαν του επιδρομέως τα όπλα μας και τα στήθη μας, διδάσκοντες και τον νέον αντίπαλον ότι η Ελλάς, από την οποίαν ήντλησε τόσα πολύτιμα διδάγματα, δεν ατιμάζεται.
Μαχηταί του ιταλικού μετώπου. Εξακολουθήσατε την ένδοξον και απαράμιλλον προσπάθειαν κρατούντες πάντοτε υπό το πέλμα σας και υπό την θέλησίν σας τον αντίπαλόν σας. Προσθέσατε νέας δάφνας εις τας σημαίας σας.
Μαχηταί του γερμανικού μετώπου. Αποδείξατε ότι είσθε ισάξιοι των συναδέλφων σας του ιταλικού μετώπου. Φιλοδοξήσατε να προσθέσετε νέας ενδόξους σελίδας εις την ιστορίαν του έθνους μας.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται. Ο Θεός της Ελλάδος είναι μαζί μας. Η Θεομήτωρ Μαρία θα μας παρακολουθήση με στοργήν εις τους νέους αγώνας μας. Η αθάνατος μοίρα του έθνους, αυτή που το συνετήρησε, που το διεφύλαξε πρόμαχον των ελευθεριών και των υψηλών εκδηλώσεων του ανθρωπίνου πνεύματος, της ηθικής και του καλού δια μέσου των αιώνων, μας παραστέκει σήμερον.
Με τους Βρεταννούς αδελφούς μας εν όπλοις και εν ψυχαίς — διότι είναι αδελφοί μας πλέον και αι δύο χώραι ακολουθούν ηνωμέναι την ιδίαν φωτεινήν λεωφόρον που οδηγεί εις τον δύσκολον θρίαμβον — θα διαφυλάξωμεν την τιμήν της πατρίδος μας.
Ατενίζοντες υψηλά, αντλούντες υπεράνθρωπον θάρρος από τας ψυχάς μας, αι οποίαι διαισθάνονται πλήρως ότι μαχόμεθα πάντοτε υπέρ βωμών και εστιών, με το όπλον ανά χείρας και υπό την σκέπην του Θεού θα προχωρήσωμεν προς την νίκην. Την τελικήν πλέον, την λαμπροτέραν, την ιερωτέραν ελληνικήν νίκην, η οποία και την φοράν αυτήν — ουδείς Έλλην αμφιβάλλει — θα είναι ιδική μας».
Θα αντιστώμεν και θα νικήσωμεν, όπως ενικήσαμεν και τον άλλον πολυάριθμον εχθρόν, όπως αντεστάθημεν και εις εκείνου τας ορδάς και τας περιφρονητικάς προς την προσφιλή πατρίδα μας αξιώσεις.
Θα νικήσωμεν, διότι θα πολεμήσωμεν πάλιν υπό την σημαίαν της υπερτάτης δικαιοσύνης και διότι παρά το πλευρόν μας ίσταται συμπολεμιστής και αποφασιστικός σύμμαχος ο στρατός της πανίσχυρου Βρεταννικής αυτοκρατορίας.
Θα πολεμήσωμεν αντιτάσσοντες εις την βίαν του επιδρομέως τα όπλα μας και τα στήθη μας, διδάσκοντες και τον νέον αντίπαλον ότι η Ελλάς, από την οποίαν ήντλησε τόσα πολύτιμα διδάγματα, δεν ατιμάζεται.
Μαχηταί του ιταλικού μετώπου. Εξακολουθήσατε την ένδοξον και απαράμιλλον προσπάθειαν κρατούντες πάντοτε υπό το πέλμα σας και υπό την θέλησίν σας τον αντίπαλόν σας. Προσθέσατε νέας δάφνας εις τας σημαίας σας.
Μαχηταί του γερμανικού μετώπου. Αποδείξατε ότι είσθε ισάξιοι των συναδέλφων σας του ιταλικού μετώπου. Φιλοδοξήσατε να προσθέσετε νέας ενδόξους σελίδας εις την ιστορίαν του έθνους μας.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται. Ο Θεός της Ελλάδος είναι μαζί μας. Η Θεομήτωρ Μαρία θα μας παρακολουθήση με στοργήν εις τους νέους αγώνας μας. Η αθάνατος μοίρα του έθνους, αυτή που το συνετήρησε, που το διεφύλαξε πρόμαχον των ελευθεριών και των υψηλών εκδηλώσεων του ανθρωπίνου πνεύματος, της ηθικής και του καλού δια μέσου των αιώνων, μας παραστέκει σήμερον.
Με τους Βρεταννούς αδελφούς μας εν όπλοις και εν ψυχαίς — διότι είναι αδελφοί μας πλέον και αι δύο χώραι ακολουθούν ηνωμέναι την ιδίαν φωτεινήν λεωφόρον που οδηγεί εις τον δύσκολον θρίαμβον — θα διαφυλάξωμεν την τιμήν της πατρίδος μας.
Ατενίζοντες υψηλά, αντλούντες υπεράνθρωπον θάρρος από τας ψυχάς μας, αι οποίαι διαισθάνονται πλήρως ότι μαχόμεθα πάντοτε υπέρ βωμών και εστιών, με το όπλον ανά χείρας και υπό την σκέπην του Θεού θα προχωρήσωμεν προς την νίκην. Την τελικήν πλέον, την λαμπροτέραν, την ιερωτέραν ελληνικήν νίκην, η οποία και την φοράν αυτήν — ουδείς Έλλην αμφιβάλλει — θα είναι ιδική μας».
ΠΗΓΗ: Διονυσίου Α. Κόκκινου, της Ακαδημίας Αθηνών: «Ιστορία της
Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις Μέλισσα.
Τρίτη 27 Μαρτίου 2012
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ 904 μ.Χ.
Η άλωση της Θεσσαλονίκης από το Λέοντα Τριπολίτη
904 μ..Χ
Ιωάννης Καμινιάτης, "Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης".
Η μετάφραση που ακολουθεί έχει αντληθεί από το βιβλίο Ιωάννης Καμινιάτης, Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, μετάφραση - εισαγωγή - σχόλια Εύδοξος Τσολάκης, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 2000.
Η αρχή της πολιορκίας. Πρώτη ημέρα.
23. […] Τα ξημερώματα της Κυριακής στις είκοσι εννέα Ιουλίου του έτους 6412 (η χρονολόγηση είναι από κτίσεως κόσμου, δηλαδή το 904) έφθασε κάποιος λέγοντας ότι τα πλοία των βαρβάρων πλησίασαν κάπου κοντά στον αυχένα του Εκβόλου που αναφέραμε. Καθώς λοιπόν η φήμη διαδόθηκε αμέσως σ’ ολόκληρη την πόλη, ξεσηκώθηκε παντού θόρυβος και σύγχυση και ταραχή, επειδή ο καθένας έλεγε και σκεφτόταν κι από κάτι διαφορετικό για το γεγονός και όλοι οπλίζονταν όπως μπορούσαν και έτρεχαν στο τείχος. Δεν είχαν σκορπιστεί ακόμα στις επάλξεις του τείχους και να! φάνηκαν και τα πλοία των βαρβάρων από τη μύτη που είπαμε, έχοντας ανοιγμένα τα πανιά τους. Έτυχε μάλιστα από μια σύμπτωση την ώρα εκείνη να φυσάει άνεμος από πίσω τους, ώστε οι περισσότεροι να φαντάζονται ότι τα πλοία δεν έρχονται πάνω στα νερά άλλά ψηλά μέσα από τον αέρα. Ήταν όπως αναφέραμε, Ιούλιος μήνας, όταν περισσότερο από τις άλλες μέρες φυσάει εδώ δια μέσου του κόλπου ο άνεμος, που ξεκινάει από τις κορυφές του Ολύμπου της Ελλάδας και έρχεται στην πόλη από το πρωί ως την ένατη ώρα κάθε καλοκαιρινή ημέρα ανανεώνοντας την ατμόσφαιρά της. Βρίσκοντας λοιπόν εκείνον ως συνεργό οι εχθροί άραξαν κοντά μας την ώρα που άρχιζε ή ημέρα. Αρχικά φθάνοντας κάπου κοντά στο τείχος, κατέβασαν τα πανιά και παρατηρούσαν με προσοχή την πόλη, πόσο μεγάλη να ήταν. Γιατί δεν επιτέθηκαν μόλις αγκυροβόλησαν, άλλά έμειναν για λίγο αδρανείς και για να πάρουν πρώτα μιαν ιδέα για τη δύναμή μας, ποια είναι. η ετοιμασία μας για πολεμικές επιχειρήσεις, και για να ετοιμαστούν γι αυτό και οι ίδιοι. Στο μεταξύ όμως έμειναν καταφοβισμένοι μη μπορώντας να συγκρίνουν εκείνα που έβλεπαν με τίποτε απ’ όσα είχαν γνωρίσει. Γιατί αντίκριζαν μια πόλη που απλωνόταν σε μεγάλη έκταση και που ολόγυρα στο τείχος της είχε παραταχθεί πλήθος κόσμου. Το γεγονός αυτό τους προκάλεσε ακόμη περισσότερη κατάπληξη και δεν άρχισαν αμέσως τη μάχη, με αποτέλεσμα να πάρουμε κι εμείς λίγο θάρρος και στο διάστημα της απραξίας αυτής να πάει η ψυχή μας στον τόπο της.
24. Καθώς λοιπόν εμείς βρισκόμαστε σ’ αυτήν την κατάσταση, ο αρχηγός του βαρβαρικού στρατού αποφάσισε να περάσει μπροστά από όλο το τείχος, όσο βρέχεται από τη θάλασσα Ήταν ένας απαίσιος και παμπόνηρος άνθρωπος που οι πράξεις του ταίριαζαν με το όνομά του, που ήταν όνομα θηρίου, και δεν ήταν καλύτερος από εκείνο στην αγριάδα των τρόπων του και στην αχαλίνωτη ορμή του. Τον γνώρισες οπωσδήποτε κι ο ίδιος από τη φήμη του που έκανε περιβόητη την κακία του. Ποτέ ως τώρα κάποιος από αυτούς που ακούγονται ως ασεβείς δεν έχει φθάσει σε τέτοια μανία, ώστε να μην χορταίνει να βλέπει να χύνεται ανθρώπινο αίμα και να μην ζητάει τίποτε άλλο από τον φόνο των χριστιανών. Γιατί αν και υπήρξε κάποτε κι ο ίδιος χριστιανός και είχε αναγεννηθεί με το σωτήριο βάπτισμα και είχε διδαχτεί τα σχετικά με τη θρησκεία μας, όταν πιάστηκε από τούς βαρβάρους αντάλλαξε την ευλαβική πίστη με την ασέβεια εκείνων και τίποτε άλλο δεν φροντίζει πάντοτε να τους χαρίζει παρά να επιβεβαιώνει το όνομά του με τις πράξεις του και διαπράττοντας έργα ληστή και παραβάτη να περηφανεύεται γι’ αυτά. Αυτός λοιπόν ο ασυγκράτητος και παραβάτης Λέων τριγύριζε με το πλοίο το τείχος από τη θάλασσα, εξετάζοντάς το και μελετώντας με εγκληματική διάθεση από πού να κάνει την έφοδο και να το χτυπήσει. Τα υπόλοιπα πλοία αγκυροβόλησαν σ’ ένα σημείο στο ανατολικό τμήμα της παραλίας και ετοιμάζονταν. Οι κάτοικοι της πόλης μας οπλίζονταν κι αυτοί, μοίραζαν τις επάλξεις και πάσχιζαν να πάρουν θάρρος για τον αγώνα που τους περίμενε. Και ήταν στ’ αλήθεια ένας αγώνας και από τους σημαντικούς αγώνες ο ξακουστός· δεν ήταν αγώνας παλαιστή που θα προκαλούσε τον έπαινο των θεατών για την τακτική με την οποία ένα σώμα αντιστέκεται στον αντίπαλό του, ένας αγώνας που δεν είχε ως έπαθλο κάποια υλικά βραβεία που δίνουν πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον νικητή ούτε πάλι ή ήττα θα βύθιζε το νικημένο μόνο στην ντροπή, αλλά ή θα αναδείκνυε ως ασύγκριτο βραβείο τη σωτηρία μιας τόσο μεγάλης πόλης ή θα προξενούσε απαρηγόρητο πόνο αν η πόλη αυτή πάθαινε κάτι από όσα την απειλούσαν. 25. Αλλά όταν το θηρίο εκείνο επιθεώρησε ολόκληρο το τείχος και την είσοδο ακόμη του λιμανιού και είδε ότι είναι φραγμένη με μια σιδερένια αλυσίδα και με μερικά βυθισμένα πλοία, αποφάσισε ότι ήταν προτιμότερο να επιτεθεί στο σημείο εκείνο που κατάλαβε ότι δεν θα εμπόδιζαν την έφοδο των πλοίων ούτε οι παγίδες από τούς μονόλιθους που είχαμε ποντίσει από πριν έξω από το τείχος, ούτε ακόμη τα πλοία θα αντιμετώπιζαν κάποια ιδιαίτερη πολεμική ενέργεια από ψηλά, από το τείχος δηλαδή που είχαμε ανυψώσει. Αλλά, αφού σημάδεψε τα μέρη όπου το νερό της θάλασσας βαθαίνοντας χτυπάει στο πιο χαμηλό σημείο του τείχους, γύρισε στους συντρόφους του και ξεκίνησε τις εχθροπραξίες. Αυτοί λοιπόν σκορπίστηκαν γρήγορα με τα πλοία στα μέρη που τους υπέδειξαν, και βγάζοντας μια βαρβαρική και άγρια κραυγή όρμησαν πάνω στο τείχος προχωρώντας με τα κουπιά και χτυπώντας, για να μας πανικοβάλουν, τα δερμάτινα τύμπανα και κατατρομάζοντας εκείνους που βρίσκονταν στις επάλξεις με πολλά άλλα φόβητρα. Όσοι όμως ήταν στο τείχος έβγαλαν απαντώντας μια πιο δυνατή φωνή, επικαλούμενοι το σωτήριο όπλο το σταυρού για βοήθεια εναντίον των έχθρών· φωνή τόσο δυνατή, ώστε ακούγοντας οι βάρβαροι τον πολυάνθρωπο εκείνο και φοβερότερο από κάθε άκουσμα αλαλαγμό να ταραχτούν για μια στιγμή και να μην περιμένουν ότι θα κατορθώσουν κάτι, καθώς υπολόγισαν το πλήθος του λαού από το θόρυβο, ούτε ότι θα επιτύχουν, αντιμετωπίζοντας με ευχέρεια τόσο πολλούς που ρίχτηκαν στη μάχη, να εκπορθήσουν εύκολα μία τόσο μεγάλη πόλη που δεν μπορούσαν να την συγκρίνουν με καμιά άλλη. Για να μην φανεί όμως ότι πτοήθηκαν από την πρώτη προσβολή, όχι χωρίς φόβο ούτε πάλι με τη μανία που τους έπιασε ύστερα, αλλά με μία λύσσα ανάμεικτη με φόβο, πλησίασαν και αντιμετώπιζαν τους απέναντί τους με καταιγισμό βελών. Στη συνέχεια ξεθάρρεψαν κάπως και πάσχιζαν να πλησιάσουν πιο κοντά, σαν σκυλιά που γαβγίζουν για να πάρουν κουράγιο, και εξαγριώνονταν με τις επιθέσεις εναντίον τους από το τείχος. Γιατί και οι κάτοικοι της πόλης γνώριζαν καλά τη χρήση του τόξου, ήταν μάλιστα περισσότερο έμπειροι και επιτήδειοι σ’ αυτήν, αφού τοποθέτησαν στα σημεία εκείνα όλους τους Σκλαβήνους που είχαν συρρεύσει από τα κοντινά μέρη· γι’ αυτούς δεν υπήρχε τίποτε πιο εύκολο από το να ευστοχούν και τίποτε δεν μπορούσε να αντέξει τη δύναμη των βελών τους.
26. Έτσι όμως καθώς και η μία και η άλλη πλευρά δεχόταν και έκανε επιθέσεις και η μάχη που διεξαγόταν έμοιαζε ισόπαλη, κάποιοι βάρβαροι, πιο τολμηροί φυσικά από τους υπόλοιπους και με περισσότερο θράσος, ξεχώρισαν και αφού ρίχτηκαν από τα πλοία στη θάλασσα κατεβάζοντας μαζί τους μία ξύλινη σκάλα, την έσπρωχναν κουβαλώντας την στο νερό για ν’ ανέβουν μ’ αυτήν στο τείχος, χωρίς να δίνουν σημασία στα βέλη που τους έριχναν. Ώσπου να πλησιάσουν, σκέπαζαν κολυμπώντας τα σώματα τους στο νερό και κάλυπταν τα κεφάλια τους με ασπίδες. Όταν ζύγωσαν, αφού βγήκαν από το νερό, έδειχναν μεγαλύτερη γενναιότητα αντιμετωπίζοντας τις βολές, έχοντας μόνο τις ασπίδες τους πάνω από το κεφάλι· ύστερα σηκώνοντας γρήγορα τη σκάλα από το νερό στις επάλξεις επιχειρούσαν ν’ ανέβουν μ’ αυτήν και να μπουν μέσα. Αλλά ο θάνατος πρόφθασε τον σκοπό τους και πριν να καλοσκεφτούν πώς θα πραγματοποιήσουν το σχέδιο τους έχαναν τη ζωή τους. Μόνο που έβαλαν το πόδι τους στα σκαλοπάτια, και οι πέτρες που ρίχτηκαν σαν πυκνό χαλάζι εναντίον τους τούς αναποδογύρισαν στη θάλασσα και στο χαμό. Την ώρα εκείνη όλα τα πλοία γυρίζουν πίσω μην τολμώντας να επιχειρήσουν τίποτε άλλο παρόμοιο· χτυπούσαν μόνο από μακριά με πυκνά βέλη που σκίαζαν και τον ίδιο τον αέρα· κι αυτοί όμως δέχονταν παρόμοια επίθεση και με τα βέλη που τούς έριχναν εύστοχα και με ελάχιστες αποτυχίες, και με τα βλήματα από τα πετροβόλα που μόνο το σφύριγμά τους στον αέρα έκανε τούς βαρβάρους να τα χάνουν. 27. Γιατί και ο Νικήτας που ήδη αναφέραμε, ο απεσταλμένος του βασιλιά, γύριζε όλο το τείχος δίνοντας θάρρος στον λαό· λέγοντας «άνδρες Θεσσαλονικείς, πριν από το γεγονός αυτό είχα διαφορετική γνώμη για σας και δε σας θεωρούσα τόσο γενναίους και τολμηρούς για τις πολεμικές επιχειρήσεις, επειδή δε δοκιμάσατε ούτε και αντιμετωπίσατε παλαιότερα κάτι παρόμοιο. Τώρα όμως η κορύφωση των γεγονότων μου επέτρεψε να τρέφω για σας τις καλύτερες προσδοκίες. Γιατί βλέπω ότι όλοι έχετε σώματα γεμάτα σφρίγος και ψυχές γεμάτες θάρρος και είστε όλοι σας έτοιμοι γι’ αυτά που μας περιμένουν, εμπαίζετε τους αντιπάλους και ανατρέπετε με γενναιότητα τα σχέδια. τους. Και δεν κάνετε τίποτα που να μην είναι σωστό. Πολεμάτε λοιπόν για σας τους ίδιους που είστε άντρες ξεχωριστοί και στην όψη και στα ψυχικά σας προτερήματα, και για την υπόλοιπη πόλη που τίποτε δεν τη συναγωνίζεται σε λαμπρότητα. Αν επομένως ξεπεράσετε τον παρόντα. κίνδυνο, σας οφείλουν όλοι τον έπαινο τους· αν όμως συμβεί κάτι που δε θέλουμε, κάτι από αυτά που απειλούν οι βάρβαροι, δεν είναι δυνατόν να φανταστούμε τη συμφορά ή το μέγεθος της ντροπής. Για το λόγο αυτόν πολεμήστε γενναία φροντίζοντας για τη νίκη και για την πατρίδα και για σας τους ίδιους, και μην υποχωρήσετε μπροστά στη δύναμη των εχθρών και μην αφήσετε να διηγούνται για σας το παράδοξο ότι μιας στιγμής αδιαφορία σας κόστισε έναν τόσο μεγάλο κίνδυνο». Παρακινώντας το λαό με αυτά τα παρακλητικά λόγια και γεμίζοντας με πολύ θάρρος τις ψυχές όλων έκανε το γύρο του τείχους. Και ο στρατηγός, σαν να είχε ξεχάσει το δικό του ατύχημα από την πτώση που αναφέραμε προηγουμένως, παρόλο που ήταν άσχημο και του προξενούσε πόνο μεγαλύτερο από όσο μπορούσε να αντέξει, όμως ανέβηκε σ’ ένα μουλάρι, όχι καβαλικευτά άλλά στο ένα πλευρό, και όσο του επέτρεπαν οι πόνοι από τα τσακισμένα του μέλη, γύριζε κι αυτός, τοποθετώντας τους πιο πιστούς ταξεώτες (μέλη μόνιμης φρουράς φρουρίου) σε κάποια σημεία του τείχους όπου χρειάζονταν, έτσι ώστε, όσο μπορούσαν οι ίδιοι και προκαλώντας κι όσους ήταν κοντά τους να τους μιμηθούν, να παίρνουν τα απαραίτητα μέτρα για τον πόλεμο.
28. Οι βάρβαροι λοιπόν αφού μας επιτέθηκαν όχι μόνο μία άλλά πολλές φορές ολόκληρη εκείνη την ημέρα, υποχώρησαν καθώς τα πλήγματα που δέχτηκαν ήταν όλο και πιο σφοδρά· με ένα πρόσταγμα εγκατέλειψαν τη μάχη από την πλευρά της θάλασσας, γύρισαν πίσω με τα πλοία και αγκυροβόλησαν σε μία παραλία που βρίσκεται ανατολικά της πόλης. Ύστερα βγήκαν από τα πλοία και χτυπούσαν πάλι με βέλη αυτούς που βρίσκονταν στο ψηλό τείχος, όπου εξέχει και κάποια πύλη που ονομάζεται Ρώμη και γειτονεύει με τη θάλασσα. Πολέμησαν εκεί ως αργά τη νύχτα, και, σαν να κουράστηκαν από την προσπάθεια, πήγαν και ησύχασαν στα πλοία κάνοντας ίσως σκέψεις πώς να μας επιτεθούν την επόμενη μέρα και ετοιμάζοντας διαφορετικά σχέδια. Εμείς πάλι, αφού πήραμε κάποια ανάσα από τη μάχη, είχαμε άλλη φροντίδα· να επαγρυπνούν αυτοί που βρίσκονταν στις επάλξεις γύρω - γύρω σ’ ολόκληρη την πόλη και να προσέχουν τους βαρβάρους, μην τύχει και στήσουν στα κρυφά κάποια νυχτερινή παγίδα η ενέδρα, φθάσουν στο τείχος και δώσουν τέλος σ’ όλα. Γιατί είναι πανέξυπνοι σε κάτι τέτοια και μόλις βάλουν κάτι στο μυαλό τους αμέσως το εφαρμόζουν χωρίς να λογαριάζουν κανένα κίνδυνο, κι έχουν την προσοχή τους στραμμένη σ’ ένα μόνο, ν’ αρχίσουν δηλαδή αυτό που σκέφτηκαν. Κι αν το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους είναι αντίθετο απ’ ό,τι υπολόγιζαν, πιστεύουν ότι αρκεί η φήμη πως τόλμησαν πράγματα που ως τότε φάνταζαν αδύνατα να γίνουν. Για το λόγο αυτόν λοιπόν περάσαμε ολόκληρη εκείνη τη νύχτα επαγρυπνώντας, χωρίς να βρίσκουμε κανένα ψεγάδι στον τρόπο που πολεμήσαμε μέχρι τότε. Γιατί φθάσαμε να έχουμε τόσο θάρρος, ώστε κι ο ίδιος ο αρχηγός των βαρβάρων να τα χάσει και να προσπαθεί ύστερα να μάθει με κάθε τρόπο την αιτία, πώς αντισταθήκαμε σε κάθε επίθεση με τέτοια ανδρεία και πώς προέκυψαν τα αντίθετα απ’ αυτά που είχε ακούσει για μας κι έσβησαν οι ελπίδες του.
Δεύτερη ημέρα της πολιορκίας.
29. Όταν όμως το ξημέρωμα κήρυξε τη δεύτερη ημέρα του πολέμου και οι βάρβαροι σχεδίαζαν τώρα εναντίον μας πράγματα φοβερότερα απ’ αυτά που είχαν ήδη διαπράξει, οι στρατηγοί κατέβαλλαν πάλι κάθε φροντίδα για να δυναμώσουν το θάρρος καθενός από μας και να δείξουν και το δικό τους ζήλο. Μόλις λοιπόν οι ακτίνες του ήλιου φώτισαν τον αέρα, οι βάρβαροι βγαίνοντας από τα πλοία τους όρμησαν και πάλι στο τείχος, σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία και χωρισμένοι σε φάλαγγες οι περισσότεροι μαζεύτηκαν μπροστά στις πύλες και έβαζαν σε ενέργεια όλη την πολεμική παρασκευή τους. Άλλοι απ’ αυτούς χρησιμοποιούσαν τα τόξα κι άλλοι εκσφενδόνιζαν πέτρες που μπουμπούνιζαν σχίζοντας τον αέρα· άλλοι καθισμένοι στα πετροβόλα έριχναν από ψηλά πολύ πυκνό χαλάζι από πέτρες. Ο θάνατος λοιπόν που μας απειλούσε είχε πολλές μορφές και καθώς μας χτυπούσε απ’ όλες τις μεριές, ήταν μία φοβερή εμπειρία για όσους τους πετύχαινε. Γιατί μόνο εναντίον της πύλης που αναφέραμε, έστησαν επτά πετροβόλα σκεπασμένα από παντού που τα έφτιαξαν όταν περνούσαν από τη Θάσο, για μία παρόμοια περίπτωση. Αφού έφεραν στο τείχος απέναντι από τα πετροβόλα μερικές ξύλινες σκάλες, προσπαθούσαν να ανεβούν μ’ αυτές, όντας ασφαλείς με τις πέτρες που εκσφενδόνιζαν τα πετροβόλα· γιατί ρίχνοντας αδιάκοπα δεν άφηναν να προβάλει κανένας ψηλά από το τείχος χωρίς να πάθει κάτι. Και καθώς είχαν σηκώσει τη σκάλα στις επάλξεις του προτειχίσματος, θα είχαν πραγματοποιήσει τα σχέδιά τους, αν κάποια θεϊκή δύναμη δεν έδινε θάρρος σε μερικούς τολμηρούς άντρες να πηδήξουν κάτω στο μέρος εκείνο· αυτοί χτυπώντας με τα δόρατα τους βαρβάρους τους γκρέμισαν μαζί με τη σκάλα προς τα πίσω. Και έτσι όταν είδαν ότι και τούτο το επινόημά τους δεν έβγαλε πουθενά και το έβαλαν στα πόδια έτσι που να εγκαταλείψουν και τη σκάλα, πήραμε τόσο πολύ θάρρος ώστε και να γελάμε σε βάρος τους και να χρησιμοποιούμε τα βέλη και τις πέτρες από τα πετροβόλα με μεγαλύτερη προθυμία από την προηγούμενη ημέρα και να μην τους αφήνουμε ούτε και για λίγο να πλησιάσουν στο τείχος, παρόλο που θέριευε η μανία τους και έτριζαν σαν αγριογούρουνα τα δόντια τους και θα ήθελαν, αν ήταν δυνατό, να μάς κατασπαράξουν ζωντανούς. Πόσο φοβερό ήταν να τους ακούμε να μανιάζουν εναντίον μας! Πώς έδειχναν την υπερβολική τους οργή και ούρλιαζαν από το βάθος της ψυχής τους και πώς φανέρωναν την παραφορά τους με τούς αφρούς που έβγαζαν από το στόμα τους! Όλη εκείνη την ημέρα δε θέλησαν ούτε τροφή να πάρουν, αλλά πολεμούσαν ασταμάτητα μέσα στην ανυπόφορη ζέστη και χωρίς να νιώθουν ότι έχουν σώματα που και η κούραση τα καταβάλλει και καίγονται από τον ήλιο πάνω από τα κεφάλια τους. Τούτο μόνο είχαν για φροντίδα τους, ή να εκπορθήσουν την πόλη και να χορτάσουν την οργή τους για μας ή, αν αυτό δεν γινόταν, να απαρνηθούν και τη ζωή τους και να σκοτωθούν με τα όπλα τους. Γιατί όταν η βαρβαρική οργή φουντώσει μία φορά, η αλόγιστη ορμή που την παρακινεί δε θα σταματήσει νωρίτερα, παρά την ώρα που θα δει να χύνεται ή το δικό της αίμα ή το αίμα του εχθρού της.
30. Αλλά επειδή η προσέγγιση στο τείχος δεν ήταν ακίνδυνη μάς πολεμούσαν μόνο με βέλη και πετροβόλα. Μπήκαν στη γραμμή και απομακρύνθηκαν τόσο όσο χρειαζόταν ώστε οι βολές τους να χτυπούν την πόλη χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους, καλύφθηκαν με τις ασπίδες τους και επιδόθηκαν ολοκληρωτικά στον αγώνα· στέκονταν λοιπόν σαν ανδριάντες με σώματα που ήταν καμωμένα από χαλκό ή από κάποιο άλλο πιο στέρεο υλικό, υπομένοντας μία φοβερή και ανεκδιήγητη ταλαιπωρία και πασχίζοντας ο ένας να φανεί καλύτερος από τον άλλο στον πόλεμο. Καθώς ο ήλιος έδειχνε μεσημέρι, τη στιγμή που πυρώνει με τις ακτίνες του τον αέρα πιο πολύ από τις άλλες ώρες, η μεγάλη κάψα σαν να άναψε περισσότερο τη λύσσα που ένιωθαν και ερεθίζοντας την παράλογη εκείνη ορμή τους με τις αποκοτιές τους, έβαλαν σε ενέργεια έναν διαφορετικό τρόπο πολιορκίας (και δες πώς ήταν τρομερός). Υπήρχαν τέσσερις πύλες στο ανατολικό μέρος της πόλης· σκέφτηκαν λοιπόν να βάλουν φωτιά στις δύο απ’ αυτές, και στη Ρώμη και σ’ αυτήν που λεγόταν Κασσανδρεωτική έχοντας στο μυαλό τους ότι αν μπορέσουν, καθώς θα καίγονταν οι εξωτερικές πύλες, να περάσουν μέσα από το προτείχισμα και να χωθούν κάτω από το ψηλό τείχος, δε θα έχουν κανένα φόβο για να καταστρέψουν και τις εσωτερικές πύλες και να ορμήσουν στην πόλη όλοι μεμιάς, αφού τοποθετήσουν στην απέναντι πλευρά εύστοχους και ικανούς τοξότες, έτσι που τα πυκνά βέλη να μην αφήσουν κανέναν να ξεπροβάλει από μέσα χωρίς κίνδυνο.
31. Έτσι λοιπόν έβαλαν σε ενέργεια το σχέδιο τους. Αφού βρήκαν κάποιες άμαξες, τοποθέτησαν πάνω τους ανάποδα τα πλοιάρια που τα χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες μας για να πιάνουν ψάρια, και επιπλέον μερικά άλλα ξύλα και σωρό από φρύγανα· αυτά τα ράντισαν με πίσσα και θειάφι, χώθηκαν κάτω από τις άμαξες και γύριζαν τους άξονες τους και τις προχωρούσαν με τα χέρια, έως ότου έφθασαν ως τις ίδιες τις πύλες. Ύστερα βάζοντας φωτιά στο υλικό αυτό και βαδίζοντας προς τα πίσω σκεπασμένοι με τις ασπίδες υποχώρησαν προς τους τοξότες και κατάφεραν να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους χωρίς να το καταλάβουμε. Γιατί η φωτιά αγκάλιασε το υλικό και φουντώνοντας περισσότερο από τα προσανάμματα πύρωσε την εξωτερική επιφάνεια των πυλών που ήταν ολόκληρη επενδυμένη με σίδερο, και μετοχετεύοντας την πύρινη γλώσσα προς το εσωτερικό κατάφερε να κάψει ολοκληρωτικά τις πύλες, ώστε ύστερα από λίγο να σωριαστούν κάτω και να μας κάνουν να παραλύσουμε όλοι μας τελείως. Μόνο που έγινε γνωστό σ’ ολόκληρη την πόλη το κάψιμο των πυλών, ήταν σαν να πέρασε από τις καρδιές όλων μας κάποιο ξίφος. Έτσι, γεμίσαμε αγωνία και τρόμο, άλλαξε η όψη μας και χάσαμε μεμιάς κάθε ελπίδα. Τώρα όσοι πριν από λίγο πηδούσαν στα τείχη και αντιστέκονταν στους εχθρούς και παρακινούσαν ο ένας τον άλλον να αγωνιστούν πολεμώντας, φαίνονταν στ’ αλήθεια πιο αδύναμοι κι από τους λαγούς. Το γεγονός τούτο, ότι δηλαδή εκείνο το σχέδιο πέτυχε, έκανε τις ψυχές όλων να μαντεύουν το τέλος. Μόλις όμως κάηκαν οι εξωτερικές πύλες, εμείς ασφαλίσαμε γρήγορα τις εσωτερικές μ’ ένα νεόκτιστο τειχίο, προνοήσαμε να μεταφέρουμε νερό στις επάλξεις σε κάποια σκεύη και παραφυλάγαμε πότε τυχόν θα ορμήσουν και σ’ αυτές οι εχθροί για να μπορέσουμε να τα βάλουμε με τη φωτιά όταν και πάλι επιχειρήσουν τα κακούργα σχέδιά τους, και να προστατεύσουμε τις πύλες από την επιβουλή τους. Πράγμα που εκείνοι το κατάλαβαν και δεν έβαλαν πια σ’ ενέργεια παρόμοια κακόβουλα σχέδια· επρόκειτο όμως με κάποια άλλα φοβερότερα και σκληρότερα να επιτύχουν την καταστροφή μας, από την οποία δε θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε με κανέναν τρόπο από ’δω και πέρα, επειδή ήταν πια μπροστά μας και ξεπερνούσε κάθε σχέδιο μας. Όταν ωστόσο με τον τρόπο αυτόν έσβησε η φωτιά, την υπόλοιπη μέρα μας χτυπούσαν με τα πετροβόλα και τα τόξα ως την ώρα που το σκοτάδι της νύχτας διαδέχθηκε το φως και αναγκάστηκαν, παρόλο που δεν το ήθελαν, να διακόψουν τις προσπάθειες.
Νυχτερινές προετοιμασίες.
32 Ύστερα, μόλις σταμάτησαν να πολεμούν, μπήκαν στα πλοία, ησύχασαν για λίγο και άρχισαν το έργο που είχαν με πανουργία σκεφθεί από νωρίτερα. Κι αυτό ήταν να κάνουν μια προσπάθεια τέτοια ώστε αν με αυτή κατόρθωναν να καταλάβουν την πόλη, θα ήταν όλα καλά, επειδή τίποτε άλλο από εκείνα που βοηθάνε την πολιορκία δεν είχε τις δυνατότητες του συγκεκριμένου σχεδίου, και μάλιστα όταν ή μάχη γίνεται από τη θάλασσα και δεν μεσολαβεί κάποια ξηρά που να διακόπτει το κακόβουλο σχέδιο. Αν όμως και τούτο όπως και οι προηγούμενες ενέργειές τους δεν τους βοηθούσε σε τίποτα, θα εκτελούσαν εκείνους που τους παρακίνησαν για την επιχείρηση αυτή και τους παραπλάνησαν να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι, κι έτσι θα ξαναγύριζαν στα σπίτια τους. Πήραν λοιπόν αυτήν την απόφαση στην αρχή ακόμη της νύχτας και έβαλαν σε εφαρμογή το περίπλοκο και πολύμορφο εκείνο σχέδιο τους. Άναψαν παντού φώτα και τοποθέτησαν τα πλοία τους ανά δύο, το ένα δίπλα στο άλλο, και έδεσαν τις πλευρές του ενός με του άλλου με κάποια γερά παλαμάρια και σιδερένιες αλυσίδες για να μην απομακρύνονται εύκολα· έπειτα σήκωσαν με τα ξάρτια που κρέμονται στον αέρα από την πλώρη τα ξύλα που βρίσκονται στη μέση, αυτά που οι ναυτικοί τα λένε κατάρτια. Ύστερα κρέμασαν πάνω τους, κάπου στη μέση τους, ψηλά με τα σκοινιά που είναι κουλουριασμένα στην πλώρη, τα πηδάλια και των δύο πλοίων, έτσι που το πλατύ μέρος των πηδαλίων να ξεπερνάει στη διάμετρο τα πλοία, και πραγματοποίησαν με τον τρόπο αυτόν ένα παράξενο και αλλόκοτο τέχνασμα. Γιατί όταν, καθώς είπα, κρεμάστηκαν στον αέρα τα πηδάλια, έβαλαν πάνω σ’ αυτά, στηρίζοντας τα, μερικά μακριά ξύλα στη σειρά το ένα δίπλα στο άλλο· και αφού με το διαβολεμένο αυτό σχέδιο δημιούργησαν στον ενδιάμεσο χώρο ένα δάπεδο και έφραξαν καλά τα άκρα από παντού με σανίδες και στερέωσαν τις άκρες των τιμονιών που βρίσκονταν προς το μέρος της πρύμνης με άλλα πιο δυνατά δεσίματα, κατασκεύασαν λοιπόν με το επινόημα μερικούς πύργους πιο χρήσιμους από εκείνους που υπήρχαν στη στεριά πάνω στο τείχος. Πάνω σ’ αυτούς ανέβασαν ένοπλους βάρβαρους, όσους ξεχώριζαν για τη δύναμη των σωμάτων τους και τον τολμηρό τους χαρακτήρα, για να επιχειρήσουν εναντίον μας την ύστατη, την τελευταία κακόβουλη ενέργειά τους. Τούς έδιναν λοιπόν την εντολή άλλοι άπ’ αυτούς να ρίχνουν με τα τόξα εναντίον όσων στέκονταν μέσα από το τείχος, κι άλλοι να πετούν πέτρες μεγάλες όσο μπορούσαν να κρατήσουν στα χέρια τους· σ’ άλλους, εξοπλισμένους με ένα είδος φωτιάς, κι αυτής τεχνητής, που την είχαν βάλει από πριν σε μερικά πήλινα σκεύη, έδιναν την εντολή να τη ρίχνουν σ’ εκείνους που έστεκαν απέναντί τους. Και όλα τούτα ήταν γι’ αυτούς χρήσιμα και αποτελεσματικά, επειδή οι ενέργειές τους δε γίνονταν στο ύψος του εδάφους, άλλά καθώς, χάρη στο διαβολικό τους τέχνασμα, στέκονταν ψηλότερα από το κτίσμα του τείχους, κάθε κακόβουλη ενέργειά τους απέβαινε χρήσιμη γιατί την πραγματοποιούσαν από ψηλά.
Τρίτη ημέρα της πολιορκίας. Η άλωση.
33. Καθώς οι ασεβείς πραγματοποίησαν όλα τα σχέδιά τους εκείνη τη νύχτα, στο μεταξύ όμως καμιά από τις ενέργειές τους δεν πέρασε απαρατήρητη επειδή, όπως είπαμε, είχαν πολλά φώτα και η παραλία όπου κουβέντιασαν και πήραν τις αποφάσεις τους ήταν κοντά, μείναμε κατάπληκτοι και καταφοβισμένοι και δεν ξέραμε με ποιον τρόπο να παραμείνουμε ασφαλείς στη συνέχεια. Όλος ο κόσμος —μπορούσες να το δεις— ήταν ταραγμένος και τα είχε χαμένα, καθώς κινδύνευε η ζωή τους και δεν γνώριζαν τι να πράξουν. Κανένας δεν φρόντιζε πώς να αντιμετωπίσει τον επικείμενο κίνδυνο, άλλά γυρόφερνε στο μυαλό του πώς και με πόσο πόνο θα πεθάνει. Δεν ήταν πια εύκολο ούτε ασφαλές να φύγει κάποιος, επειδή οι βάρβαροι βρίσκονταν γύρω - γύρω στο τείχος και στέκονταν μπροστά στις πύλες. Ο προφανής κίνδυνος πάλι δεν τους άφηνε περιθώρια να περιμένουν. Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας τριγύριζαν στο τείχος σαν χαμένοι, μη ξέροντας από το μέγεθος της συμφοράς τι να κάνουν. Μερικοί όμως που δεν είχε σβήσει τελείως μέσα τους το φιτίλι της ανδρείας αποφάσισαν καθώς περίμεναν τους βαρβάρους, να ετοιμάσουν από πριν στο τείχος κάποια πράγματα για την απόκρουση του εχθρού. Αυτά ήταν πίσσα, δαδιά και άσβέστης και μερικά άλλα με τα οποία φουντώνουν γρήγορα οι φλόγες, που τα έβαλαν σε πήλινα σκεύη για να τα χρησιμοποιήσουν εξακοντίζοντας τα ανάμεσα στους εχθρούς, όταν τυχόν θα εφορμούσαν τα πλοία, ώστε να μην πετύχουν τίποτε και μ’ αυτήν τους την επιχείρηση. Καθώς όμως και αυτά ήταν έργα και σκέψεις ανθρώπων που τα είχαν χαμένα και το φως της ημέρας σκόρπιζε πια το νυχτερινό σκοτάδι, να λοιπόν και τα πλοία όπως ήταν αρματωμένα, χωρίστηκαν και πλησίασαν σε πολλά σημεία του τείχους δείχνοντας σ’ όλους ένα πρωτοφανές και παράδοξο θέαμα. Γιατί κάθε τους ζευγάρι έφερε πάνω του την τεχνητή εκείνη κατασκευή από τους ξυλόχτιστους πύργους που ξεπερνούσε κατά πολύ το ύψος του τείχους, και πάνω τους βαρβάρους που χοροπηδούσαν σαν αγριεμένοι ταύροι και μας φοβέριζαν όλους με καταστροφή.
Τότε λοιπόν, τότε κάποιοι από το λαό της πόλης καταφρονώντας το θάνατο που ήταν αναπόφευκτος και κρεμόταν, για να το πω έτσι, πάνω από τα κεφάλια τους, ρίχτηκαν στον αγώνα και μεταβάλλοντας την κορύφωση του κινδύνου σε επίδειξη ανδρείας στάθηκαν πολεμώντας γενναία στη μάχη και καθένας έκανε ό,τι μπορούσε. Γιατί δεν επέτρεπαν να πλησιάζουν τελείως τα πλοία, άλλά αφενός με τα πυκνά βέλη και αφετέρου με τα αναμμένα αντικείμενα τα εμπόδιζαν να έρθουν κοντά στο τείχος και να πραγματοποιήσουν το σκοπό τους. Όσοι όμως κυριεύτηκαν από δειλία και δεν άντεχαν ούτε να βλέπουν το κακό που τους περίμενε χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν, αφού αποτραβήχτηκαν σιγά σιγά από το τείχος, έφευγαν προς τις άκρες της πόλης και έδιναν έτσι κι άλλο θάρρος στους εχθρούς. Κι αυτοί μόλις είδαν ότι σε κάποιο σημείο το κτίσμα του τείχους ήταν περισσότερο διαλυμένο, εκεί που είχαμε στήσει από πριν τους ξύλινους πύργους, και κατάλαβαν ότι και το νερό της θάλασσας σ’ εκείνο το μέρος πήγαινε σε βάθος, έφεραν εκεί ένα ζευγάρι πλοία απ’ αυτά που είχαν ενώσει και το έσπρωχναν σιγά σιγά με τα κουπιά ως τη στιγμή που έφθασαν κοντά στις ίδιες τις επάλξεις πλησιάζοντάς τες με την πλώρη των πλοίων. Ύστερα, καθώς όσοι ήταν πάνω στους ξύλινους πύργους επιχειρούσαν να τους χτυπήσουν με πέτρες, οι βάρβαροι που στέκονταν πάνω στις κατασκευές που είπαμε έβγαλαν μιαν άγρια και δυνατή κραυγή κι έριξαν και πέτρες που δεν ήταν δυνατό από τον όγκο τους να τις κρατούν στα χέρια τους άλλά πάρα πολύ μεγάλες και που κανένας δεν μπορούσε ν’ αντέξει την ορμή τους, κι έριξαν φωτιά από τον αέρα με τους σιφώνες και εξακόντισαν μέσα στο τείχος και κάποια άλλα σκεύη κι αυτά γεμάτα φωτιά· προκάλεσαν έτσι τέτοια έκπληξη και φόβο σ’ εκείνους που ήταν στους πύργους, ώστε να πηδήξουν γρήγορα κάτω και να τρέξουν να φύγουν και να εγκαταλείψουν έρημο ολόκληρο το διάδρομο που περιέτρεχε το τείχος. Όταν είδαν ότι το σχέδιο τους πραγματοποιήθηκε (γιατί όλοι τους, σαν φύλλα από τον άνεμο, έπεφταν στο έδαφος, κι όχι από τις σκάλες άλλά όπως τους ανάγκαζε ο φόβος), άφησαν στις επάλξεις κάποιον τολμηρό βάρβαρο και φυσικά πιο ορμητικό από τους υπόλοιπους, Αιθίοπα στο χρώμα. Αυτός λοιπόν στριφογυρίζοντας το μαχαίρι που κράταγε στα χέρια του και πηδώντας πάνω στο τείχος στεκόταν και παρακολουθούσε τη φυγή του πλήθους, αν ήταν οριστική κι όχι για να τους ξεγελάσει. Γιατί υποπτεύονταν βέβαια μήπως οι κάτοικοι τής πόλης έχουν στήσει κάποια ενέδρα στους δρόμους με την οποία, όπως αυτοί θα ήταν χωρισμένοι σε πολλές ομάδες, θα τους εξόντωναν με δόλιο τρόπο· και στο μεταξύ δίσταζαν να μπουν έτσι ξαφνικά στην πόλη και να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους. Καθώς όμως με τα στριφογυρίσματα του βαρβαρικού μαχαιριού άστραφτε ο αέρας και φανέρωνε πέρα για πέρα την είσοδο των εχθρών (ήταν η τρίτη ώρα της ημέρας), τότε όλοι βλέποντας ότι έγινε το κακό έτρεχαν άλλος εδώ κι άλλος εκεί, όπως τους οδηγούσε ο θάνατος. Κι εκείνος στεκόταν μπροστά τους και δεν τους άφηνε πια κανέναν τρόπο για να τον αποφύγουν. Ύστερα, μόλις οι βάρβαροι είδαν ότι ερήμωσε ολόκληρο το τείχος κι ότι εξαιτίας της ασυγκράτητης φυγής του κόσμου ήταν ασφαλείς, βγαίνοντας γρήγορα από τα καράβια και πηδώντας μέσα από τις επάλξεις κι ανοίγοντας τις πύλες έκαναν γνωστό και στα άλλα πλοία το τέλος των επιχειρήσεων· κι εκείνα έσπευσαν να αγκυροβολήσουν κοντά στις πύλες, κι έστειλαν στην πόλη τους βαρβάρους που είχαν γυμνά τα σώματα τους, κάλυπταν μόνο με ένα μικρό πανί την περιοχή γύρω από τα γεννητικά τους όργανα, κρατώντας στα χέρια τους τα μαχαίρια. Αυτοί μπήκαν μέσα και σκότωσαν αμέσως όσους βρήκαν να τριγυρνούν ακόμα στο τείχος, είτε επειδή φοβήθηκαν και δεν μπορούσαν να κινηθούν καθώς από το φόβο παρέλυσε το σώμα τους, είτε πάλι επειδή είχαν τραυματιστεί πέφτοντας, όπως αναφέραμε, και δεν μπορούσαν πια να φύγουν· ύστερα σκορπίστηκαν στους μεγάλους δρόμους. Ο λαός της πόλης χωρισμένος σε πολλές ομάδες ξεφώνιζε και σπρωχνόταν μη έχοντας που να σωθεί πού να ξεφύγει από τη συμφορά. Μπορούσες τότε να δεις τους ανθρώπους να περιφέρονται σαν ακυβέρνητα πλοία εδώ κι εκεί ελεεινό θέαμα, άνδρες, γυναίκες, νήπια· να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να κρέμεται ο ένας από τον άλλον, να δίνει ο ένας στον άλλον τον πιο θλιβερό και τελευταίο ασπασμό. Αν ανάμεσα τους βρισκόταν και κάποιος πατέρας ηλικιωμένος, πέφτοντας στον λαιμό του παιδιού του θρηνούσε γοερά μη αντέχοντας το χωρισμό, άλλά σφίγγοντας το κορμί του γιου του καθώς, προτού να τρυπηθεί από το ξίφος, τον πλήγωνε ο πατρικός του πόνος, θρηνούσε τη μοίρα του…
Σημειώσεις.
Πρόκειται για τον Λέοντα Τριπολίτη. Καταγόταν από την Αττάλεια και. εξισλαμίστηκε όταν αιχμαλωτίστηκε. Είναι γνωστός ως Τριπολίτης επειδή είχε εγκατασταθεί στην Τρίπολη τής Συρίας. Το 904 επικεφαλής ναυτικής δύναμης λεηλατεί τα παράλια τής Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο δρουγγάριος των πλωίμων Ευστάθιος δεν τόλμησε να τον αντιμετωπίσει και ο Λέων φθάνει ως τα στενά του Ελλησπόντου. ‘Ο πρωτοασηκρήτις Ιμέριος που αντικατέστησε τον Ευστάθιο απέφυγε να αντιμετωπίσει τον Λέοντα που ναυλοχούσε στη Θάσο. Έτσι ο Λέων ανενόχλητος έρχεται, πολιορκεί και καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Αργότερα (Οκτώβριος 911), στη Σάμο, ο λογοθέτης Ιμέριος, ναύαρχος όντας των ‘Ρωμαίων, ηττήθηκε από τον Λέοντα. Τέλος το 921 922, ο τελευταίος βρίσκεται στη Λήμνο. Εκεί του επιτέθηκε αιφνιδιαστικά ο πατρίκιος και δρουγγάριος των πλωίμων Ιωάννης Ραδηνός, με αποτέλεσμα να καταστραφεί σχεδόν ολοκληρωτικά η δύναμη του εξωμότη και να σωθεί μόνον αυτός.
Ο Ιωάννης Καμινιάτης γράφει το βιβλίο Εις την άλωσιν της Θεσσαλονίκης, κατόπιν "παραγγελίας" κάποιου Γρηγορίου που γνώρισε τον καιρό που περίμενε στην Τρίπολη της Συρίας για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων.
Με τον όρο Σκλαβήνοι οι Βυζαντινοί ονόμαζαν τα διάφορα σλαβικά φύλα που είχαν με άδεια εγκατασταθεί στα εδάφη της αυτοκρατορίας
Ο Νικήτας ήταν στρατηγός. Είχε προηγηθεί ο Πετρωνάς, ο οποίος είχε φέρει και την αγγελία της επικείμενης πολιορκίας και πρώτος οργάνωσε την άμυνα της πόλης ρίχνοντας στο Θερμαϊκό κόλπο λαξευμένους τάφους, για να εμποδιστούν τα πλοία να πλησιάσουν στα τείχη. Ακολούθησε ο στρατηγός Λέων Χατζιλάκης που σταμάτησε το έργο του Πετρωνά και διέταξε να ολοκληρωθεί το χτίσιμο του παραθαλάσσιου τείχους. Δυστυχώς τραυματίστηκε πέφτοντας από το άλογό του.
Η πύλη Ρώμη ήταν ή πρώτη πύλη από τη θάλασσα προς τα πάνω στο ανατολικό τείχος, δίπλα στον Λευκό Πύργο.
Η Κασσανδρεωτική πύλη ήταν η δεύτερη πύλη του ανατολικού τείχους, ύστερα από την πύλη Ρώμη.
Σιφώνες ήταν τα εργαλεία με τα οποία εκτόξευαν το "υγρό πυρ".
ΥΓ: από το πολύτιμο αρχείο του κ.Μαυράκη Γεώργιου. Τον ευχαριστώ για την αμέριστη υποστήριξη του!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









