Σάββατο, 28 Απριλίου 2012

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΕΛΛΟΝ!!

ΟΞΥΡΡΥΧΓΕΙΟΙ ΠΑΠΥΡΟΙ
Πίσω στο μέλλον (back to the future)

Πολλά έχουν γραφτεί για τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες
των Ελλήνων, αλλά τα όσα θα διαβάσετε πιο κάτω σίγουρα θα σας
εντυπωσιάσουν. Τα βρήκα σ? ένα φυλλάδιο που μου έδωσε ένας
φίλος και στο οποίο ο Κωνσταντίνος Τσάτσος παρουσίαζε τις,
γραμμένες σε λατινική γλώσσα, επιστολές κάποιου Μενένιου
Απιου, Ρωμαίου συγκλητικού που είχε ζήσει στην Ελλάδα και που
απευθύνονται, όπως ο K.T. αναφέρει στο εισαγωγικό του σχόλιο,
σ’ έναν ανθύπατο με το όνομα Ατίλιος Νάβιος ο οποίος, απ? ό,τι
φαίνεται από την ανάγνωση των επιστολών, έχει αναλάβει
υπηρεσία στην Αχαϊα. O K.T. σημειώνει ότι «οι επιστολές
βρέθηκαν από κάποιον παληό συμφοιτητή του, σε μια ομάδα
παπύρων, στην Οξύρρυγχο, το σημερινό Μπενεζά, πλάι σε μια
αναποδογυρισμένη σαρκοφάγο».
O Μενένιος Απιος αρχίζει την πρώτη του επιστολή περιγράφοντας
τη ζωή του «συνταξιούχου» στο Τούσκουλο, κάποια περιοχή μακριά
από «το συρφετό της -ρωμαϊκής- αγοράς και τους κούφιους λόγους
της Συγκλήτου». Στη συνέχεια μακαρίζει το φίλο του Νάβιο που
είναι «αφοσιωμένος στα νέα του καθήκοντα, εκεί κάτω στον
ασυννέφιαστο ουρανό της Αχαϊας», και μετά του λέει ότι επειδή
ανησυχεί για το πώς θα τα καταφέρει στην Ελλάδα του γράφει
«για να βοηθήσει με την πείρα που έχει θησαυρίσει το έργο του»
και για να τον «αποτρέψει από τίποτα λάθη ή και από κάποιες
κατ’ αρχή αδιόρατες αδεξιότητες που όμως υπονομεύουν κάποτε
ένα πολυμήχανο έργο».
«Αφησε λοιπόν», τελειώνει τον πρόλογό του ο Νάβιος «τον παλιόν
ανθύπατο της επαρχίας σου να σου προσφέρει, κατά το λόγο του
Αχιλλέα, _δώρον ολίγον τε φίλον τε_» (στο σημείο αυτό ο
Κωνσταντίνος Τσάτσος που έχει μεταφράσει τις επιστολές από τα
λατινικά, σημειώνει ότι στο πρωτότυπο η τελευταία φράση είναι
γραμμένη στα ελληνικά.
Πάμε λοιπόν να διαβάσουμε μαζί μερικά αποσπάσματα από τις
γραμμένες πριν χιλιάδες χρόνια (ή μήπως σήμερα;) επιστολές του
Μενένιου. Όπως θα δείτε, τα όσα γράφει δεν ισχύουν σήμερα μόνο
για τους Έλληνες, αλλά και για άλλους, σύγχρονους
κοσμοκράτορες! Όταν τελειώσετε την ανάγνωση αναρωτηθείτε πόσο
άλλαξαν τα πράγματα τα τελευταία 2.000 χρόνια! (σ.σ. οι
υπογραμμίσεις είναι δικές μας).



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ
*** Κερδίσαμε, αγαπημένε Ατίλιε, τον κόσμο με τις λεγεώνες
μας, αλλά θα μπορέσωμε να τον κρατήσωμε μονάχα με την πολιτική
τάξη που θα του προσφέρωμε. Διώξαμε τον πόλεμο στις παρυφές

της γης. Από τον Περσικό κόλπο ως τη Μαυριτανία, από τη γη των
Αιθιόπων ως την Καληδονία αδιατάρακτη βασιλεύει η ρωμαϊκή
ειρήνη. Δύσκολο φαίνεται να εξηγήση κανείς, πως μια πόλη
έφτασε να κυβερνά την οικουμένη. Μέσα στους λόγους όμως που θα
αναφέρονταν για μια τέτοια εξήγηση, θα έπρεπε να ήταν πρώτος
ετούτος: καταλάβαμε καθαρά και έγκαιρα πως υποτάσσοντας
όλους αυτούς τους λαούς, αναλαμβάνομε μιαν ευθύνη για την ευημερία τους.
Τούτη η συνείδηση της ευθύνης διακρίνει τους βαρβάρους
κατακτητές από τους κοσμοκράτορες. Μονάχα ο Αλέξανδρος πριν
από μας είχε τη συνείδηση τούτης της ευθύνης. Ευτυχώς για τη
δόξα της Ρώμης πέθανε νέος, γιατί αλλοιώς θα είτανε οι έλληνες
σήμερα οι άρχοντες του κόσμου. Αλλοίμονο στους λαούς όταν τις
προσπάθειές τους τις ενσαρκώνουν μονάχα σε μονωμένα άτομα που
περνούν και όχι σε ανθρώπινες κοινότητες, σε θεσμούς, που
αντέχουν στη ροή των πραγμάτων και σηκώνουν άνετα τον όγκο των
πολύχρονων έργων.
Έχομε τη σοφία να μη θέλωμε να είμαστε δυσβάσταχτοι εκμεταλλευτές
των λαών που υποτάχτηκαν στην εξουσία μας. Καταλάβαμε πως μια
τέτοια εκμετάλλευση καταντάει ζημιά και ανησυχία δαπανηρή,
όταν ξεπερνάει το πρεπούμενο μέτρο. Και μάλιστα όσο πιο
εκτείνεται η εξουσία, όσο πιο αραιώνουν οι φρουρές και
αυξαίνει η δυσαναλογία του αριθμού των αρχόντων και των
αρχομένων, τόσο η εκμετάλλευση πρέπει να γίνεται πιο
ανεπαίσθητη, ένας ελαφρύς τόκος που οι λαοί μας πληρώνουν για
την τάξη και την ειρήνη που τους εξασφαλίζομε.
Αλλά δε φτάνει να τους χαρίζωμε ειρήνη και τάξη, γιατί αυτά

είναι αρνητικά στοιχεία, είναι όροι. δεν αποτελούν την ουσία
της ευδαιμονίας των ανθρώπων. Πρέπει να προάγωμε την υλική
ευημερία των λαών μας. πρέπει με την υπερέχουσα τεχνική μας
να τους κατασκευάζωμε υδραγωγεία και αιωνόβιους δρόμους,
λιμάνια, γιοφύρια και άλλα έργα που κάνουν τη ζωή των ανθρώπων
πιο άνετη και πιο εύκολη. Θα έπρεπε ακόμη και της φιλοσοφίας
και της ποίησης τα δώρα να σκορπούσαμε στις χώρες που
κυβερνούμε. Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνωμε
μόνο στις δυτικές επαρχίες, γιατί εκεί που βρίσκεσαι εσύ, οι
έλληνες το επιτελούν ακόμη σήμερα καλλίτερα από μας. Ας
επαναλάβωμε και εμείς τη δυσάρεστην ομολογία του Οράτιου
Φλάκκου:
Graecia capta, ferum victorem cepit, et artes Intulit agresti
Latio.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
*** Μάθε, φίλτατέ μου Ατίλιε, πως όσοι θέλουν να είναι
κοσμοκράτορες, πρέπει να έχουν νοοτροπία πατρικίων και όχι
νοοτροπία ιππέων (σ.σ. Όπως εξηγεί ο K.T, οι ιππείς
αποτελούσανε τη δεύτερη κοινωνική τάξη στην αρχαία Ρώμη,
ύστερα από τους πατρίκιους. Είταν οι εύποροι, που δεν ήταν
αριστοκράτες)

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ TPITO
*** O έλληνας είναι πιο εγωιστής από μας και συνεπώς και από
όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων

μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. Αδέσμευτο, αυθαίρετο, και
ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο ορθώνεται το εγώ των
ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα
εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη
τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα
μάτια εκείνων που είδαν πριν απ? αυτούς. Χάρις σε αυτό η σχέση
τους με το σύμπαν, με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν
μπαγιατεύει, αλλά είναι πάντα νέα, δροσερή και το κάθε τι,
χάρις σε αυτό το εγώ, αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή
τους. Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το
χάρισμα. Το ίδιο «εγώ» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά
συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των
Ανθρώπων. Και ήρθανε οι καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός
ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά
δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες.
Και εμείς τους συναντήσαμε, καλέ Ατίλιε, σε τέτοιους καιρούς
και γι’ αυτό η κρίση μας γι’ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο
αυστηρή, που κάποτε καταντάει άδικη.
Αλλά και πώς να μην είναι; H μοίρα μάς έταξε νομοθέτες του
κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί το νόμο. Δεν
παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που
δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα
των πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο. Και
όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η
πορεία της ζωής των. Σπάνια οι έλληνες πείθονται «τοις κείνων
ρήμασι». Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν
τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή όταν

δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν
εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή
τη βία ή το δόλο. A! τόσο τη χαίρεται ο έλληνας την εύστροφη
καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που
μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη!
O έλληνας έχει πιο αδύνατη μνήμη από μας έχει λιγώτερη
συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε
λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές
μεταρρυθμίσεις. Θες να σαγηνέψης την εκκλησία του δήμου σε
μια πόλη ελληνική; Πες τους: «Σας υπόσχομαι αλλαγή». Πες τους:
«Θα θεσπίσω νέους νόμους». Αυτό αρκεί. με αυτό χορταίνει η
ανυπομονησία του, το αψίκορο πάθος του. Τι φαεινές συλλήψεις
θα βρης μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας
της στιγμής! Εμείς δειλά-δειλά και μόνο με το χέρι του
πραίτορα τολμήσαμε , διολισθαίνοντας μέσα στους αιώνες, να
ξεφύγωμε από τους άκαμπτους κλοιούς της Δωδεκαδέλτου μας, και
πάλι διατηρώντας όλους τους τύπους, όλα τα εξωτερικά
περιβλήματα. Τούτη η υποκρισία των μορφών, όταν η ουσία
αλλάζει, δείχνει πόση είναι η ταπεινοφροσύνη μας μπρος σε κάθε
τι που είναι θεσμός και έθος και παράδοση, πόσο το παρελθόν
και η συνέχεια του βαραίνουν στην πορεία μας και πόσο δίκαια
αντέχομε αιώνες εκεί που οι έλληνες
εκάμφθηκαν σε
δεκαετηρίδες.



..............................................................
..............................................................
..........................Μέσα στους πιο πολλούς έλληνες, άμα
σκαλίσης λίγο, θα βρης έναν ισχνόν υπερόπτη Κοριολάνο, έναν
άσημο εκδικητικόν Αλκιβιάδη, ένα εγώ μεγαλείτερο από την
πατρίδα. Όχι βέβαια σε όλους. αλλιώς δε θα υπήρχαν σήμερα πια
ελληνικές πόλεις. Αλλά όποιος διοικεί, σαν και σένα, ένα λαό,
πρέπει να γνωρίζη τις άρχουσες ροπές, που δε φτάνουν βέβαια ως
τη φανερή ακρότητα του ωραίου αθηναίου ή του δικού μας Γάιου
Μάρκου, αλλά που τείνουν προς τα εκεί. Οι πολλοί, από χίλιους
δυο λόγους, γιατί είναι πιο μικροί και πιο αδύνατοι, σταματούν
μεσοδρομίς. Μα και μ? αυτούς το κακό γίνεται.
..............................................................
..............................................................
..........................
Οι έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα
ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν απάνω από τα
πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον
μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής των περίπτωσης, ακόμα και
όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. O
Έλληνας ζητεί από το νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική
περίπτωση. Αν τύχη και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, και
δεν ταιριάζη σε λίγες περιπτώσεις, όπως η δική του, δεν μπορεί
αυτό να το παραδεχτή. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το
διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και
η φύση των νόμων. πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη. το
διακήρυξε και ο Σταγειρίτης, χωρίζοντας το δίκαιο από το
επιεικές. Αλλά δεν τ? ακούει αυτά ο έλληνας! Δε δέχεται να
θυσιάση τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σ? ένα νόμο
σκόπιμο, και δίκαιο στη γενικότητά του. Έτσι είναι οι πολλοί
στις πόλεις που πρόκειται τώρα να διοικήσης, έτσι
διαφορετικοί, αν όχι από μας, όμως από τους πατέρες μας, που
θεμελίωσαν το μεγαλείο την παληάς, της αληθινής μας
δημοκρατίας.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ TETAPTO
*** Όσο περνούν οι αιώνες τόσο κι εμείς και οι λαοί που
κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές, ως που μια μέρα να
μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στη μόνωση των μικρών εαυτών μας.
Νομίζω πως οι έλληνες απάνω στους οποίους εσύ τώρα άρχεις
είναι πρωτοπόροι σε αυτόν το θανάσιμο κατήφορο.
Δε σου έκανε κιόλας εντύπωση, καλέ μου Νάβιε, η αδιαφορία του
έλληνα για το συμπολίτη του; Όχι πως δε θα του δανείση μια
χύτρα να μαγειρέψη, όχι πως αν τύχη μια αρρώστια δε θα τον
γιατροπορέψη, όχι πως δεν του αρέσει να ανακατεύεται στις
δουλειές του γείτονα, για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη
του και την υπεροχή του. σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει ο
έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον. Βοηθάει πρόθυμα και τον
ξένο, με την ιδέα μάλιστα, που χάρις στους μεγάλους στωϊκούς,
πάντα τον κατέχει, μιας πανανθρώπινης κοινωνίας. Του αρέσει να
δίνη στον ασθενέστερο, στο αβοήθητο. είναι και αυτό ένας
τρόπος υπεροχής.
Λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω
να πω. Αλλά μου πέφτει δύσκολο να στο εξηγήσω. Θα αρχίσω με
παραδείγματα, που, αν προσέξης, ανάλογα θα δης και εσύ ο ίδιος
πολλά με τα μάτια σου. Ακόμη υπάρχουνε ποιητές πολλοί και
τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους, καθώς
είναι χρέος σου, και πες μου αν άκουσες κανέναν απ? αυτούς
ποτέ να επαινή τον ομότεχνό του. Δε χάνει τον καιρό του σε
επαίνους των άλλων ο έλληνας. Δε χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται
όμως τον ψόγο και για αυτόν βρίσκει πάντα καιρό. Για την
κατανόηση, την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από τη συμπάθεια για
αυτό που κατανοείς, δε θέλει τίποτα να θυσιάση. Το κίνητρο της
δικαιοσύνης δε τον κινεί για να επαινέση ό,τι αξίζει τον
έπαινο. Όχι που δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλά δεν
αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Αλλού
κοιτάζει. θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος. κάθε άλλον
τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά
την αξία του, λέει ο έλληνας: αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο
αξιώτερός του, τι πειράζει αν αυτός δεν αναγνωρίζεται; O
εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον έλληνα τη δυνατότητα να είναι
δίκαιος. Και αυτό εννοούσα λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί
για τον πλησίον του. το πάθος του εγωισμού τον εμποδίζει να
ασχολείται με τον άλλο, να συνεργάζεται μαζί του.
Και φυσικά από την έλλειψη τούτη της αλληλεγγύης ματαιώνονται
στις ελληνικές κοινωνίες οι κοινές προσπάθειες. H δράση του
έλληνα κατακερματίζεται σε ατομικές ενέργειες, που συχνά
αλληλοεξουδετερώνονται και συγκρούονται.
Κάποτε και τους νεκρούς ακόμα, όπου θα ‘λεγε κανείς πως φθόνος
δε χωρεί, τους αφήνουν ατίμητους οι έλληνες, γιατί δε βρίσκουν
μέσα τους τη διάθεση να θυσιάσουν κάτι από το νου και την
καρδιά τους για ένα τέτοιο έργο δικαιοσύνης. Μόνο ο ηδονισμός
του μίσους μπορεί να τους κάνει τυμβωρύχους. Το εγώ -το
τρομερό αυτό εγώ- το πάντα γυρισμένο προς τον εαυτό του, για
να υψωθή, ταπεινώνει και τους νεκρούς και εκδικείται ακόμη και
για την περασμένη του δόξα.
Μόνο όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι
κοινά σε πολλά άτομα μαζί, βλέπεις τη συναδέλφωση και την
αλληλεγγύη. πολύ σπάνια για την προάσπιση κοινών ιδανικών.
Κοινά ιδανικά σχεδόν δεν υπάρχουν. Στον κάθε έλληνα τα ιδανικά
είναι ατομικά. Γι? αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες
συμφερόντων. και το ιδανικό του κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός
του.
Νάβιε, ο Κάτωνας από καιρό έχει πεθάνει και πέθανε μαζί του η
παληά μας δημοκρατία. Τώρα βαδίζομε και εμείς το δρόμο των
ελλήνων. ως που και οι δικοί μας εγωισμοί, κάθε μέρα ωμότεροι
και βιαιότεροι, να σκεπάσουν με την πλημμυρίδα τους τη
Σύγκλητο και την αγορά και ολόκληρη την αθάνατη πόλη.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ EKTO
Εδώ και δυο βδομάδες σου έγραφα για το φυγόκεντρον εγωισμό των
ελλήνων. Δε θυμάμαι όμως αν σου έγραψα το χειρότερο. Κινημένος
από την ίδια αυτήν εγωπάθεια, τη ρίζα αυτήν κάθε ελληνικού
κακού, -ας βοηθήσουν οι θεοί να μη γίνη και των δικών μας
δεινών η μολυσμένη πηγή- ο έλληνας δε συχωρνάει στο
συμπολίτη του καμμιά προκοπή. Όποιον τον ξεπεράση, ο έλληνας
τον φθονεί με πάθος. και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίση
από εκεί που ανέβηκε, θα το κάνη.
Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβης τον έλληνα, είναι να
σπουδάσης τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει το φθόνο του, τον
τρόπο που εφεύρε για να γκρεμίζη καλλίτερα. Είναι ένας τρόπος
πιο κομψός από το δικό μας, γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και
διανοητικής δεξιοτεχνίας. Δεν του αρέσει η χονροκομμένη
δολοφονία στους διαδρόμους του Παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη
συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου ηθικού φόνου, ενός φόνου
διακριτικότερου και εντελέστερου, που αφήνει του δολοφονημένου
τη σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφέρη την ατίμωση και τη γύμνια
της στους δρόμους και στις πλατείες.
Γιατί και τη συκοφαντία, αγαπητέ μου, την έχουν αναγάγει σε τέχνη
οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του
καλού και του κακού λόγου.
Το να επινοήσης ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσης,
αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο. Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί
και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει. H τέχνη
είναι να συκοφαντής, χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη τη
συκοφαντία, μόνο να την αφήνεις να τη συνάγουν οι άλλοι από τα
συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την
ακούει. H τέχνη, είναι να βρίσκης το διφορούμενο λόγο, που άμα
σε ρωτήσουν γιατί τον είπες, να μπορής να πης πως τον είπες με
την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να
αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήση με την κακή του
σημασία.***

***Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο με το οποίο πολεμάει ο έλληνας
τον έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος το φιλόσοφο, ο
ποιητής τον ποιητή, αλλά και ο ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά
Χ[ύνατος τον ουσιαστικά δυνατό.
Αν και ξένος, θα δοκιμάσης την αιχμή τούτου του όπλου και εσύ
όπως τη δοκίμασα και εγώ. Θα απορήσης σε τι κοινωνική περιωπή
βάζουν οι έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας, πώς τους
φοβούνται οι πολλοί και αγαθοί, πώς τους υπολήπτονται οι
χρησιμοθήρες και πώς γλυκομίλητα τους χαιρετούν όταν τους
συναντούν στις στοές και στην αγορά.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΒΔΟΜΟ
*** _το ανυπόταχτο σε κάθε πειθαρχία, η περιφρόνηση των άλλων
και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας,
σπρώχνουν σχεδόν τον κάθε έλληνα να θεωρή τον εαυτό του πρώτο
μέσα στους άλλους. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα,
παραβλέποντας ό,τι γίνηκε πριν και ό,τι γίνεται γύρω του,
αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως
πορεύεται πρώτος στο δρόμο το σωστό. Ταλαιπωρεί από αιώνες την
ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη του έλληνα στην
προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες. Παρά
να υποβάλη τη σκέψη του στη βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης,
προτιμάει να ριψοκινδυνεύση με μόνες τις προσωπικές του
δυνάμεις. Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών τους
μερίδων με τους δήθεν φίλους των και θα δης ότι οι
περισσότερες είναι προσχήματα. O ηγέτης λέει τη γνώμη του,
βελτιώνει τη διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις χωρίς
ούτε να περιμένη, ούτε να θέλη καμμίαν αντιγνωμία. Και οι
φίλοι του το ξέρουν αυτό καλά και συχνάζουν σε αυτές τις
συσκέψεις ή για να μάθουν τα νέα της ημέρας ή για να βρουν
ευκαιρία να κολακεύσουν τον ηγέτη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο
έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του
σκέψεις, γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του ή, το
χειρότερο, γιατί η χρησιμοποίηση και των άλλων στην εκτέλεσή
του, θα περιώριζε την κυριότητά του απάνω στο έργο. θα το
έκανε, περισότερο τέλειο, αλλά λιγώτερο δικό του. και εκείνο
που προέχει για τον έλληνα δεν είναι το πρώτο, αλλά το
δεύτερο. Έτσι σε πρώτη μοίρα έρχεται η τιμή του εγώ και σε
δεύτερη η αξία του έργου. Αυτή είναι η αδυναμία του πολιτικού
ήθους που θα παρατηρήσης στους έλληνες δημόσιους άνδρες, που
κατά τα άλλα και πιο υψηλόφρονες είναι και πιο αδέκαστοι και
σχεδόν όλοι πιο φτωχοί από τους σύγχρονους δικούς μας. Οι
παληοί όμως ρωμαίοι, αυτοί κατείχαν την αρετή της
μετριοφροσύνης που απουσιάζει και απουσίασε πάντα από την
ελληνική πολιτική ζωή και γι? αυτό τότε κατωρθώσανε, αν και
σε τόσα καθυστερημένοι, να πάρουν την κοσμοκρατορία από τα
χέρια των ελλήνων. Γιατί, βλέπεις, τούτη η μοιραία για την
τύχη των ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο
δεινό: όπου βασιλεύει, τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα
στενά όρια της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να
συντελεσθούν όλα, πριν το πρόσωπο εκλείψη. H πολιτική όμως
που θεμελειώνει τις μεγάλες πολιτείες δε σηκώνει ούτε βιασύνη
ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται
σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενεές. Στην
εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την
πρώτη θέση, διαρκέστερες υποστάσεις, λαοί, οικογένειες,
πολιτικές μερίδες ή κοινωνικές τάξεις. Τα εδραία πολιτικά έργα
μεσα στην ιστορία είναι υπερπροσωπικά. Και δυστυχώς οι έλληνες
μόνο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο. Γι? αυτό ή δε
φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου ή όταν
φτάσουν, φέρνει μέσα του το έργο τους το ίδιο, το σπέρμα της
-θοράς. Και αυτό είναι δίκαιο. Γιατί σκοπός των ελλήνων είναι
η πρόσκαιρη λάμψη του πρόσκαιρου ατόμου, όχι η μόνιμη απρόσωπη
ευόδωση του έργου του ίδιου. Έπρεπε εξαιρετικά ευνοϊκές
περιστάσεις να συντρέξουν με τη μεγαλοφυία του Αλέξανδρου του
Μακεδόνα για να αποκτήσουν για λίγα χρόνια οι έλληνες μια
κυρίαρχη πολιτική θέση στην οικουμένη. Αλλά και εκεί το έργο,
στηριγμένο σ? ένα πρόσωπο, όχι σε μιαν κοινότητα ανθρώπων,
ούτε σε μια πολύχρονη παράδοση, μόλις εξαφανίστηκε ο
δημιουργός, διαλύθηκε μέσα στα χέρια των ίδιων εκείνων
ανθρώπων, που, όταν ο Αλέξανδρος ζούσε, στάθηκαν οι
απαραίτητοι συντελεστές του. Αλλά το έργο, βλέπεις, δεν ήταν
δικό τους. Δεν τους είχε κάνει ο αυταρχικός ηγέτης κοινωνούς
στην τιμή του έργου, αλλά θήτες του γιγάντιου εγωισμού του.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΓΔΟΟ
***Ποτέ, μα ποτέ δε θέλησα να σου πω, ότι λείπει η πολιτική
σκέψη στην Ελλάδα. Απεναντίας πιστεύω πως αφθονεί, περισσότερο
μάλιστα από ό,τι φαντάζεται όποιος βλέπει τα πράγματα απ’ έξω.
Μόνο που δεν μας είναι αισθητή η παρουσία της, γιατί οι άνδρες
που τη κατέχουν φθείρονται ο ένας από τον άλλο σε μιαν
αδιάκοπη, πεισματική και το πιο συχνά μάταιη σύγκρουση. Αν
λείπει κάτι των ελλήνων πολιτικών δεν είναι ούτε η δύναμη της
σκέψης, ούτε η αγωνιστική διάθεση. Στο χαρακτήρα, στο ήθος
φωλιάζει η αρρώστια. Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να
εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου.
Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη το συναγωνιστή τους και γι’
αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. Δεν έχουν την
υπομονή, μέσα στον κύκλο των ισότιμων, να περιμένουν με την
τάξη του κλήρου ή της ηλικίας της σειρά τους. Έτσι
διασπαθίζοντας τη δύναμή του και τις αρετές του σε περιττούς
αγώνες κατάντησε ο λαός με την υψηλότερη και την πλουσιώτερη
στη θεωρία πολιτική σκέψη, να μείνη τόσο πίσω από μας στις
πρακτικές πολιτικές του επιδόσεις.
_(τα δει)νά, όσα υποφέρανε ως τα σήμερα οι έλληνες, μα θαρρώ
και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον μιαν έχουν κύρια και πρώτη
πηγή, την φιλοπρωτία, τη νόμιμη θυγατέρα του τρομερού των
εγωισμού. Μου γράφεις πως αυτό συμβαίνει και αλλού και προ
παντός σ’ εμάς. H διαφορά, καλέ μου φίλε, έγκειται στο μέτρο
και στην ένταση της φιλοπρωτίας. Βέβαια και εμείς σήμερα δεν
υστερούμε. Αλλά την εποχή που θεμελιώνονταν το μεγαλείο της
Ρώμης δεν είχαν υπερβή οι δικοί μας το πρεπούμενο μέτρο.
Υποτάσσονταν στο κοινό νόμο και στους γενικούς σκοπούς της
πολιτείας. ενώ οι έλληνες το ξεπέρασαν πριν προφτάσουν να
στεριώσουν τη δύναμή τους στην οικουμένη. Όσο όμως
αυστηρότερος και αν θέλω να είμαι, καθώς είναι χρέος μου, για
μας τους ρωμαίους, δεν ξέρω αν μεταξύ των ρωμαίων, και σήμερα
ακόμα, υπάρχουν τόσοι φανατικοί και αδίστακτοι στο κυνήγημα
των τιμών, όσοι υπήρξανε μεταξύ των ελλήνων στους ενδοξώτερούς
των αιώνες.
Μήπως όμως υπερβάλλω, καλέ μου φίλε; Μήπως βλέπω το θαυμαστό
γένος των ελλήνων με τα μάτια της γεροντικής κακίας; Μα είναι
χρόνια τώρα που με το λυχνάρι και με του ήλιου το φως διαβάζω
Αριστοφάνη, Δημοσθένη, Ευριπίδη, Θεόφραστο, Επίκουρο, Ζήνωνα,
Χρύσιππο και όλο και βεβαιώνομαι περισσότερο πως δεν είμαι
μόνος στον τρόπο που τους κρίνω. Όχι, φίλε μου, δε βλέπω πως
είμαι άδικος όταν λέγω πως πρόθεσή τους συνήθως δεν είναι να
ξεπεράσουν σε αξιότητα ή και σε καλή φήμη τον αντίπαλό τους,
αλλά να τον κατεβάσουν στα μάτια του κόσμου κάτω από τη δική
τους θέση, όποια και αν είναι. Την αρχαίαν «ύβριν» των (Σ.Μ. η
λέξη στο πρωτότυπο είναι γραμμένη με ελληνικά στοιχεία) την
κατεβάσανε στο χαμηλότερο επίπεδο! Κάποτε με τούτην την
ισοπέδωση προς τα κάτω νομίζουν πως επαναφέρουν το πολίτευμά
τους στην ορθή του βάση. Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Σταγειρίτης
τη «δημοκρατία» (Σ.Μ. την παρεκβατική δημοκρατία, δηλ. την
οχλοκρατία) από την «πολιτεία» (Σ.Μ. την ορθή δημοκρατία). H
θέλησή τους για ισότητα, άμα την αναλύσης, θα δης ότι δεν
απορρέει από την αγάπη της δικαιοσύνης, αλλά από το φθόνο της
υπέρτερης αξίας. «Μια που εγώ, λέει ο έλληνας, δεν είμαι άξιος
να ανεβώ ψηλότερα από σένα, τότε τουλάχιστον και εσύ να μη
ανεβής από μενά ψηλότερα. Συμβιβάζομαι με την ισότητα».
Συμβιβάζεται με την ισότητα ο έλληνας, γιατί τι το άλλο είναι παρά
συμβιβασμός να πιστεύης ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση
και να δέχεσαι μιαν ίση με των άλλων. Μέσα του λοιπόν δεν
αδικεί τόσο ο έλληνας, όσο πλανάται. Γεννήθηκα με την
ψευδαίσθηση της υπεροχής.
Και ύστερα θα συναντήσης και μεταξύ των ελλήνων την άλλη την
ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούνε τη μιαν αρετή που
έχουν και να υποτιμούνε τις άλλες που τους λείπουν. Είδα
δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα
με την εξυπνάδα τους και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για
να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους. Είδα έξυπνους που
φαντάζονταν πως δε χρειάζεται για να γίνουν πρώτοι ούτε
επιστήμη, ούτε αρετή. Είδα κάτι σοφούς που θέλαν να σταθούν
απάνω και από τους έξυπνους και από τους ανδρείους με μόνη την
επιστήμη και τη σοφία. Πόσο αλήθεια άμαθοι της ζωής μπορεί να
είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης! Τι κακό μας έκανε αυτός ο
Πλάτωνας! Πόσους δασκάλους πήρε στο λαιμό του που νομίσανε πως
είναι «άνδρες βασιλικοί»! (Σ.Μ. με ελληνικά στοιχειά στο
πρωτότυπο). Μα είδα τέλος, αγαπητέ μου Νάβιε, και κάτι
ενάρετους, που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στην
πολιτεία, αφού είταν πρώτοι στην αρετή. Και βέβαια δε
στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί, αλλά ή αποσύρονταν
σιωπηλοί και απογοητευμένοι στους αγρούς των, αφήνοντας το
δήμο στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών, ή
δηλητηριάζανε την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της
λόγους με την πίκρα της αποτυχίας των. ωσάν οι ηγεσίες των
πολιτειών να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της
τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων
που συνεχώς τις απομακρύνουν απ’ την ιδεατή τους μορφή και τις
παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων ή των μέτριων.
Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες
των ελληνικών πόλεων.
Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών, έχουν και αυτοί την
ιδιοτυπία τους στον μακάριον εκείνον τόπο. Είναι οπαδοί,
πραγματικοί οπαδοί, μόνο όσοι χάσαν οριστικά την ελπίδα να
γίνουν και αυτοί ηγέτες. Έτσι θα παρατηρήσης πως πιστοί οπαδοί
είναι μόνο οι γεροντώτεροι από τον ηγέτη τους. Ελάχιστοι είναι
οπαδοί από πίστη ιδεολογική ή από πίστη στον ηγέτη οι πολλοί
είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα γιατί ατύχησαν, γιατί
βαρέθηκαν ή λιποψύχησαν. Γι’ αυτό είναι και όλοι προσωρινοί,
άπιστοι, ενεδρεύοντες οπαδοί, ως που να περάσει η κακή ώρα.
Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί, προσπαθούν
συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη της ηγεσίας και να
διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη. Γι? αυτό και
βλέπεις τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες, που
προσφέρονται ευκολώτερα στην παρασκηνιακήν ηγεσία των οπαδών
τους. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρης ποιος
είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας, αλλά ποιοι
εκ του αφανούς τον διευθύνουν. Βλέπεις, είναι μερικοί άνθρωποι
που δεν είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα με τα οποία
αποκτάς τα φαινόμενα της ηγεσίας, αλλά μόνο με εκείνα που
χρειάζονται για την ουσία της, για την άσκηση της εξουσίας.
είναι αναγκασμένοι λοιπόν οι τέτοιοι να περιορισθούν στο ρόλο
του υποβολέα και να αφήνουν τους άλλους, που κατέχουν τα
φαινόμενα, να χαριεντίζωνται απάνω στη σκηνή.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ENATO
*** Και ύστερα, μήπως δε βλέπω και την άλλην όψη του
πράγματος; Ας παραπονιόμαστε για την ελληνική εγωπάθεια εμείς
που διαρκώς απάνω της σκοντάβομε, γιατί έχομε να κάνωμε με την
ελληνική πόλη και τους πολιτικούς της. Έχει και την εξαίσια
πλευρά της η υπερτροφία αυτή της προσωπικότητας, που στις
κακές της όψεις την ονομάζομε εγωπάθεια. Έχει την πλευρά τη
δημιουργική στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις
επιστήμες, ακόμη και στο εμπόριο και στον πόλεμο. Από αυτήν
αναβλύζει όλη η δόξα των ελλήνων, η μόνη δόξα στην ιστορία που
μπορεί να σταθή πλάι στη δική μας.
Φοβάμαι μονάχα, -γιατί, και ας μην το βλέπης εσύ, κατά βάθος με
γοητεύουν και εμένα οι έλληνες, που είναι και θα είναι πάντα
οι δάσκαλοί μου- φοβάμαι πως φτάσαμε στον καιρό, που η φωτεινή
πλευρά της προσωπικότητάς των πηγαίνει όλο μικραίνοντας και
αντίθετα η σκοτεινή όλο και αυξάνει. και δεν ξέρω, δεν μπορώ
να ξέρω, αν ετούτος ο κατήφορος μπορεί ποτέ πια να σταματήση.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΕΚΑΤΟ
*** Δε σου κρύβω πως με πείραξε ο λόγος σου, πως δείχνομαι
τάχα κακός και άδικος με τους έλληνες. Ας αρχίσω λοιπόν σήμερα
το γράμμα μου με έναν έπαινο γι? αυτούς, για να ξεπλύνω έτσι
κάπως τη μομφή σου. O εγωισμός δεν κάνει τους έλληνες μόνο
κακούς πολίτες στην αγορά, τους κάνει και καλούς στρατιώτες
στον πόλεμο. Έχουν αιώνων τρόπαια που μέσα στη μνήμη τους
γίνονται σα νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση της
κακουχίας και του κινδύνου. Μη συγχέης τη διάλυση της
στρατιωτικής δύναμης, που έχει αφορμή τις εμφύλιες έριδες, με
την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των
ελλήνων.
Μα και δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο έλληνας γενναίος και άξιος
μαχητής, αλλά και στην ειρήνη. Ακριβώς γιατί η γενναιότητά του
δεν είναι συλλογική, σαν των περισσότερων λαών, αλλά ατομική,
γι’ αυτό δε φοβάται, και εκεί που βρίσκεται μόνος του, να
ριψοκινδυνεύη, στην ξενητιά, στο παράτολμο ταξίδι, στην
εξερεύνηση του αγνώστου. Γι’ αυτό και τόλμησε τέτοια που εμείς
δε θα τολμούσαμε ποτέ και θεμέλιωσε για αιώνες αποικίες έξω
από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα, μέσα στα χιόνια της
Σκυθίας. και στον καιρό μας ακόμη έλληνες δεν είναι εκείνοι
που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν
στη χώρα των Ινδών και στις έμπυρες χώρες πιο κάτω από τη γη
των Αιθιόπων; Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα
παράτολμα ο έλληνας; Επειδή είναι γενναίος ο έλληνας, είναι
και παίκτης. Παίζει την περιουσία του τη ζωή του και κάποτε
και την τιμή του. Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος, για να δρα
μόνος, για να μάχεται μόνος και γι? αυτό δε φοβάται τη
μοναξιά. Εμείς αντίθετα είμαστε από τα χρόνια τα παλιά μια
υπέροχα οργανωμένη αγέλη. Σκεπτόμαστε μαζί, δρούμε μαζί,
μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή, τα λάφυρα και
τη δόξα. Οι έλληνες δε δέχονται, όσο αφήνεται η φύση τους
ελεύθερη, να μοιρασθούν τίποτα με κανέναν. Το εθνικό τους
τραγούδι, αρχίζει με έναν καυγά, γιατί θελήσανε να κάνουν
μοιρασιά ανάμεσα σε άντρες που μοιρασιά δε δέχονται.
Και μια που πήρα το δρόμο των επαίνων, άκουσε και τούτο, που
δεν είναι και ο μικρότερος. Οι αυστηρές κρίσεις που τώρα
βδομάδες σου γράφω, θαρρείς πως είναι μόνο δικές μου; Τις πιο
πολλές τις διδάκτηκα από ένα έλληνα, από τον Επίκτητο. Νέος
τον άκουσα να εξηγή το μέγα δράμα του γένους του. Ήσυχα
καθαρά, με την ακριβολογία και τη χάρη που σφράγιζε το λόγο
του, μας ετοίμαζε για έναν κόσμο που είχε πια περάσει, για
μιαν Ατλαντίδα που είχε κατακαλύψει ο Ωκεανός. Κάποτε κάνοντας
την απολογία της πατρίδας του, μας έλεγε: «Δεν είναι τόσο
δίκαια τα ανθρώπινα, ώστε μόνο αμαρτήματα να είναι οι αιτίες
των τιμωριών. H Τύχη, η τυφλή θεά, η τελευταία στην οποία θα
πάψω να πιστεύω, πρόδωσε συχνά τους έλληνες στο δρόμο τους.
Αλλά και αυτοί, πρόσθετε, τη συντρέξανε με το δικό τους
τρόπο».
Μη νομίσης όμως πως μόνο ένας Επίκτητος κατέχει την αρετή του
«γνώθι σαυτόν» (Σ.Μ. Στο πρωτότυπο γραμμένο ελληνικά). Σε κάθε
κώχη απάγκια της αγοράς κάθε πόλης, σε κάθε πλάτανο από κάτω
της ευλογημένης ελληνικής γης, θα βρης και έναν έλληνα,
αδυσώπητο κριτή του εαυτού του. Και εύκολα θα σου ξανοιχθή και
ας είσαι ξένος. Αρκεί εσύ να μην αρχίσης να κακολογής τίποτα
το ελληνικό, γιατί τότε μέσα του ξυπνάει μια άλλη αρετή, η
περηφάνια.
Ναι, ναι, σε βλέπω να γελάς, Ατίλιε Νάβιε, αυτούς του
ταπεινούς κόλακες που σέρνονται στους προθαλάμους μας, γελάς
που τους ονομάζω περήφανους. Και όμως θα αστοχήσης στο έργο
σου αν αγνοήσης αυτή την αλήθεια. Πρόσεξε την υπεροψία και τη
φιλοτιμία των ελλήνων. Μην πλανάσαι! Έχουν την ευαισθησία των
ξεπεσμένων ευγενών. Είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, ποτέ
όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι, ώστε να ξεχάσουν τι είτανε.
H πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει λογής αντιφάσεις και έρχονται
ώρες που για πολλούς είναι δίκαιος ο ειρωνικός λόγος του
Ιουβενάλιου Graeculus esuriens, in coelum jusseris, ibit [Σ.Μ.
«Το λιμασμένο γραικύλο κι? αν στον ουρανό τον προστάξης (να
πάη), θα πάη.»] Αλλοι όμως είναι τούτοι οι γραικύλοι και
άλλοι οι έλληνες. Και το πιο περίεργο: οι ίδιοι τούτοι σε
άλλες ώρες είναι γραικύλοι και σε άλλες έλληνες (Σ.Μ. ο
συγγραφέας παίζει εδώ με τις λέξεις graeculus και graeci. Στη
μετάφραση φυσικά το λογοπαίγνιο χάνεται).
_Δεν πρέπει ποτέ να δώσης στον έλληνα την εντύπωση ότι του
αφαίρεσες την ελευθερία του. Αφησέ τον, όσο μπορείς, να
ταράζεται, να θορυβή και να ικανοποιή την πολιτική του μανία,
μέσα στη σφαίρα που δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της
αυτοκρατορίας. Εσύ πρέπει να έχης την τέχνη να επεμβαίνης μόνο
την τελευταία στιγμή, όταν δεν μπορείς να βάλης τους έλληνες
τους ίδιους να αποτρέψουν το δυσάρεστο. Πάντοτε βρίσκονται οι
διαφωνούντες μεταξύ των ελλήνων, που θα είναι πρόθυμοι να σε
βοηθήσουν είτε θεληματικά, είτε, συνηθέστερα, αθέλητά τους.
Υποβοηθώντας το τυφλό παιχνίδι των φατριών από το παρασκήνιο,
χωρίς να προσβάλλης την περηφάνια τους, μπορεί να οδηγήσης τις
ελληνικές πόλεις προς το καλό πολύ ευκολώτερα παρά με τις
σοφώτερες διαταγές που θα εξέδιδες, αν ήσουνα ανθύπατος στην
Ισπανία ή στην Ιλλυρία. Valde aveo scire quid agas. Data Nonis
Juniis ex Tusculo.

δανεισμένο από κείμενο και ερευνα του ΚΩΣΤΑ ΚΑΒΒΑΘΑ

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

ΙΜΕΡΑ ΠΟΛΕΜΟΥ-ΒΙΝΤΕΟ

Το ερασιτεχνικό βίντεο που έφτιαξα μόνος μου για το βιβλίο μου "Ιμέρα Πολέμου" !



  Το βιβλίο αυτό αποτελεί το πρώτο μου πνευματικό παιδί! Μιλάει για τη μεγαλύτερη άγνωστη μάχη των Ελλήνων αλλά και για το μεγαλύτερο ίσως μυστικό του αρχαίου κόσμου: τη πιθανή συμμαχία Περσών-Καρχηδονίων , όπως ισχυρίζεται ο Διόδωρος Σικελιώτης, με σκοπό των αφανισμό των Ελλήνων και της Δημοκρατίας τους!
  Μυθιστορηματική αφήγηση για τις περιπέτειες του Δημάρατου, ενός λοχαγού από την αρχαία Πάνορμο της Σικελίας (σημερινό Παλέρμο), που βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια κολοσσιαία σύγκρουση και προσπαθεί να σώσει τόσο την πατρίδα όσο και την ίδια του την οικογένεια! Πιστός στις γραφές των αρχαίων ιστορικών, έπλασα μια πιθανή ιστορία ενός πολεμιστή, πατριώτη, συζύγου και πατέρα! Ενός ανθρώπου που προσπαθεί μέσα στη φρίκη του πολέμου να παραμείνει άνθρωπος!
  Από τις εκδόσεις Degiorgio

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΟΥΚΑΣ ΒΑΤΑΤΖΗΣ


Ένα καλό βίντεο για τη ζωή του Αυτοκράτορα της Νίκαιας που συνέβαλε τα μέγιστα στην ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, ΙΩΑΝΝΗ ΔΟΥΚΑ ΒΑΤΑΤΖΗ!



Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012

Ο ΚΥΡ- ΙΩΑΝΝΗΣ

ΟΙ ΕΚΣΤΡΑΤΙΕΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΣΙΜΙΣΚΗ
ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

  Η Βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969) σήμανε την απαρχή των επιθετικών πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων ηγετών για την ανακατάληψη των εδαφών που χάθηκαν από τη μάχη του Ιερομύακα (Yarmouk) το 636 μ.Χ.  στα σημερινά σύνορα Ιορδανίας-Συρίας.  Αυτή η μάχη αποτέλεσε την αρχή του τέλους της Ελληνορωμαϊκής διοίκησης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και ήταν αποτέλεσμα της ανικανότητας λόγω βαριάς αρρώστιας του Αυτοκράτορος Ηρακλείου να παραστεί στο πεδίο της μάχης.
  Ο Φωκάς ως ανώτατος διοικητής των ανατολικών στρατευμάτων ανακατέλαβε το 961 μ.Χ. με μια κολοσσιαία εκστρατεία τη Κρήτη από τους Σαρακηνούς και τα έτη 962-963 με μια αστραπιαία εισβολή κατέβαλε τις δυνάμεις των Αράβων στη Κιλικία και στη βόρεια Συρία. Μετά από πολιορκία άλωσε και συμπεριέλαβε μετά από πολλά χρόνια το Χαλέπι στα όρια της Αυτοκρατορίας.  Σε αυτή τη πολιορκία εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομα του ανηψιού του Φωκά και μετέπειτα Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Στις 15 Μαρτίου 963 ο Φωκάς αναγορεύεται Αυτοκράτορας έπειτα από τον ύποπτο αιφνίδιο θάνατο του Ρωμανού Β'.  Επαναλαμβάνει τους αγώνες του κατά των Αράβων και εξεστράτευσε εκ νέου με 40 χιλιάδες άντρες όπου κατάτρεξε όλη τη Μεσοποταμία και Μέση Ανατολή και τελικά εκπόρθησε την Αντιόχεια, ένα μεγάλο έπαθλο αντάξιο της βασιλείας του! Ταυτόχρονα ο στρατηγός του Νικήτας ανακατέλαβε τη Κύπρο. Επάξια ο Φωκάς έλαβε τον τίτλο "Ο Χλωμός Θάνατος των Σαρακηνών, Pallida Mors Saracenorum"
  Η βασιλεία του Φωκά έληξε άδοξα το 969μ.Χ. με τον επίσης ξαφνικό και ύποπτο θάνατο του και την ανάδειξη του Ιωάννη Τσιμισκή στον Αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.  Η πρώτη και κατεπείγουσα εκστρατεία του Τσιμισκή ήταν στη χερσόνησο του Αίμου κατά των Ρως και του μονάρχη τους Σβϋατισλάβου στη περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Μετά τον θάνατο του Φωκά και την εκστρατεία των Ρως, οι Άραβες αναθάρρησαν με πρωτοστάτη τον Δζαφάρ Ιβν Φαλλάχ της Αιγύπτου, και με πανστρατιά εξεστράτευσαν από τη Δαμασκό (στη πλειοψηφία Άραβες από την Αίγυπτο υπό τον στρατηγό Φουτούχ) και πολιόρκησαν την Αντιόχεια επί πέντε μήνες αλλά οι εσωτερικές έριδες εντός του μουσουλμανικού κόσμου ανάγκασαν τον Φαλλάχ να ανακαλέσει τον στρατό του και έτσι "σώθηκε" η υπερπολύτιμη κτήση του Βυζαντίου στη βόρεια Συρία.
  Ο Τσιμισκής θορυβημένος από την εκστρατεία αυτή, μη μπορώντας όμως να ασχοληθεί ο ίδιος με τη Συρία λόγω του Ρωσικού κινδύνου από Βορρά, απέστειλε τον το γνωστό στρατηγό το θέματος της Μεσοποταμίας Νικόλαο να συνδράμει τις πόλεις που βρίσκοταν σε κίνδυνο.  Οι Ελληνικές στρατιές διέτρεξαν όλη τη νότια Αρμενία, τη Μ.Ανατολή και τη Μεσοποταμία μέχρι τα όρια της Βαγδάτης, βυθίζοντας στο χάος το χαλιφάτος των Αββασιδών. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Άραβα χρονικογράφου Αβελφουδά: "Πάσα η παράλιος Συρία και αι χώραι του Ευφράτου ήσαν εκτεθειμέναι ανυπεράσπιστοι εις τα επιδρομάς των Ελλήνων, ουδενός πλέον υπάρχοντος προς απόκρουσιν αυτών, ουδενός πλέον προστατεύοντος την χώραν, ή ις ήτο γυμνής υπερασπιστών!".
  Το 973 μ.Χ. μια νέα εκστρατεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων έλαβε χώρα υπό τον Αρμένιο στρατηγό Μλεχ.  Ο νέος αυτός στρατός εισέβαλλε στη Μεσοποταμία με σφοδρότητα καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα του. Οι πόλεις Νίσιβης, Μαγιαφαρίκη, Έδεσσα, Μαλάτεια ερήμωσαν και ο ο βυζαντινός στρατός πολιορκούσε την Αμίδη.  Τότε συνασπίστηκαν όλοι οι Άραβες της περιοχής εναντίων του Μλεχ και τον κατενίκησαν μετά από μία "σκοτεινή" μάχη κάτω από τα τείχη της πόλης. Οι άραβες χρονικογράφοι γράφουν για μια θεομηνία που έπληξε το στρατόπεδο των Βυζαντινών, πηγές που ενώ γενικά θεωρούνται αξιόπιστες, το όλο γεγονός ξενίζει τον αναγνώστη.  Ο στρατός του Μλεχ αφανίστηκε, ενώ ο ίδιος ο στρατηγός με αρκετούς ανώτατους αξιωματικούς αιχμαλωτίστηκαν.  Ο εμίρης της Αμίδης Αβού Ταγλίπ, αισθανόμενος τον κίνδυνο των αντιποίνων του Τσιμισκή προσπάθησε να μεσολαβήσει υπέρ του Μλεχ αλλά δεν κατάφερε να τον σώσει.  Οι βυζαντινοί αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη όπου εκτελέστηκαν όλοι. Η ατυχής αυτή εκστρατεία καθώς και η σπαρακτική επιστολή του ίδιου το Μλεχ ήταν η αφορμή των δύο επικών εκστρατιών του Ιωάννη Τσιμισκή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Παλαιστίνη.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

  Μετά την υποταγή και απόσυρση των Ρώσων από τη χερσόνησο του Αίμου, ο Αυτοκράτορας Τσιμισκής ξεκίνησε ακούραστος τις προετοιμασίες για την εκστρατεία στην Ασία.  Επικεφαλής του στρατού ξεκίνησε την άνοιξη του 974 μ.Χ. με προορισμό την Αρμενία, το μαλακό υπογάστριο όλων των πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο της Μεσοποταμίας και της Μ.Ανατολής είτε με τους Πέρσες, είτε με τους Άραβες.  Η κατάσταση στην Αρμενία ήταν ιδιαίτερα ρευστή και ο Αρμένιος Αυτοκράτορας ήθελε να εξασφαλίσει τα νώτα του από τους ομοεθνείς του βασιλείς της Καυκάσιας χώρας.  Το μέγεθος του στρατού αλλά και η φήμη του ως πολεμιστή και άξιου στρατηγού του εξασφάλισαν τη συμμαχία με τον βασιλιά Ασώδ της Αρμενίας.  Μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Τσιμισκής εισέβαλε στη Μεσοποταμία αρκετά ανατολικότερα από τις συνήθεις διαδρομές εισβολής εκατέρωθεν με προφανή σκοπό να εκμηδενίσει τη δύναμη του Χαλιφάτου της Βαγδάτης, που μαζί με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου αποτελούσαν τις δύο μεγάλες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου.  Ο Αρμένιος ιστορικός του 12ου αιώνα Ματθαίος ο Εδέσσης έγραψε για τη σφοδρότητα της εισβολής :" Ο Τσιμισκής, ο και Κυρ Ιωάννης καλούμενος, επιχείρησε πόλεμον κατά των μουσουλμάνων και διεκρίθη δια περηφανών νικών, πανταχού κατά την διάβασιν αυτού τον θάνατον και τον όλεθρον κατασπείρων, άρδην δε και τριακοσίας πόλεις και φρούρια καταστρέψας αφίκετο μέχρι των συνόρων της Βαγδάτης".
  Πράγματι μετά τη πτώση της Αμίδης, η Βαγδάτη συγκλονιζόμενη από τις εσωτερικές έριδες δεν ηδύνατο να αντιπαρατεθεί του αυτοκρατορικού στρατού. Μια απλή προέλαση στη κοιλάδα του Τίγρη ποταμού θα ήταν ικανή να προκαλέσει τη φυγή των αρχόντων της Βαγδάτης και την κατάληψη της πόλης.  Τούτο όμως δε κατέστει δυνατόν καθώς ο Τσιμισκής ανέκοψε τη πορεία του στρατού και οπισθοχώρησε, γεγονός που προκαλεί ακόμη και σήμερα τον προβληματισμό σε όλους τους ιστορικούς. Ο Λέων ο διάκονος, ο  μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός που διηγείται την εκστρατεία αυτή ισχυρίζεται πως η έλλειψη τροφών καθώς και η ξηρασία ανάγκασαν τον Αυτοκράτορα να σταματήσει τη προέλαση του νοτιότερα.  Ο "Κυρ Ιωάννης" επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη τροπαιούχος.  Τα λάφυρα του ήταν πάνω από 300 μυριάδες χρυσά και αργυρά νομίσματα, πλήθος αιχμάλωτοι, πανάκριβα υφάσματα και όπλα.  Ο Τσιμισκής επέστρεψε από τη πρώτη του εκστρατεία αφήνοντας τη Μεσοποταμία κυριολεκτικά σε χάος!
  Οι Τούρκοι στρατηγοί υποστηριζόμενοι από τους σουνίτες συνεχώς στασίαζαν ενώ το ίδιο συνέβαινε και με τους σιίτες που λάμβαναν στήριξη από τους Πέρσες.  Οι Φατιμίδες της Αιγύπτου κατείχαν όλη τη νότια Συρία.  Ο εμφύλιος σουνιτών-σιϊτών έληξε με νίκη των δεύτερων ύστερα από υποστήριξη της Περσίας και θάνατο του Τουρκομάνου στρατηγού Σουβεκτεγκίν.


Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ


  Την άνοιξη του 975 μ.Χ ο Ιωάννης Τσιμισκής είναι και πάλι επικεφαλής του στρατού για μια νέα εισβολή στη Μέση Ανατολή.  Την ηγεσία στη Βαγδάτη την έχει καταλάβει ο ηγέτης των Φαρς (Περσών) Αδχούδ Εδδουαλέχ μετά από πολλές περιπέτειες και εσωτερικές έριδες κυρίως με τους σουνίτες Τούρκους.  Το χαλιφάτο δεν ήταν σε θέση ούτε να απειλήσει αλλά ούτε και να προσφέρει πολλά κέρδη στον Αυτοκράτορα που επικεντρώθηκε σε αυτή την εκστρατεία στη Συρία και τη Παλαιστίνη.  Η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική. Ένας επίφοβος εχθρός είχε αναδειχθεί, ο ηγέτης των Φατιμίδων της Αιγύπτου Μουΐζ ο λεγόμενος Κατακτητής. Είχε οργανωμένο στρατό και πληθώρα πόρων ώστε να πολεμήσει τους Έλληνες που επιζητούσαν ρεβάνς από την εποχή της ήττας στον ποταμό Ιερομύακα.  Ο Μουΐζ μετά την επικράτηση του στη χώρα του Νείλου, βλέποντας τη χαώδη κατάσταση στη Βαγδάτη απέστειλε τις στρατιές του να καταλάβουν τη Παλαιστίνη και τη νότια Συρία.  Ο αρχιστράτηγος των Φατιμιδών στη Συρία Μαχμούτ Ιμπραχημ εισήλθε στη Δαμασκό μετατρέποντας την βάση των επιχειρήσεων του.
  Προφανής σκοπός του "Κυρ Ιωάννη" ήταν η κατάληψη της Ιερουσαλήμ αλλά και η προέλαση μέχρι την Αίγυπτο ώστε να εξουδετερώσει τη δύναμη των Φατιμίδων και να εξασφαλίσει οριστικά και τα νότια σύνορα του.  Οι Αββασίδες της Βαγδάτης δεν αποτελούσαν πλέον απειλή...Για την εκστρατεία δεν είχαμε ιστορικές αναφορές μέχρι τη μετάφραση μια επιστολής του ίδιου του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή προς τον αρμένιο βασιλιά Ασώδ η οποία βρέθηκε το 1821 και μεταφράστηκε απο τον Φ.Μαρτέν και δέχτηκε και δεύτερη μετάφραση το 1852 από τον Δωρυλιέ και έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο.  Θα μεταφέρω την επιστολή αυτούσια από τη μετάφραση καθώς δε μπορώ να εξιστορήσω τα γεγονότα καλύτερα από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα!:
  
ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ SCHLUMBERGER  ΣΕΛΙΔΕΣ 316-324
 Ό βασιλεύς διηυθύνθη  τότε προς 'Ιερουσαλήμ καί έγραψε προς τον Άσώδ έπιστολήν περιέχουσαν τάδε :
« Ασώδ, Σαχηνσάχ,  πνευματικόν Ήμών τέκνον, άκουσον και γνώθι τά θαυμάσια, άπερ έποίησεν υπέρ 'Ημών ο Θεός, καί τάς θαυμαστάς Ημών νίκας, αίτινες άποδεικνύουσιν ότι άνεξερεΰνητον το βάθος της θείας άγαθότητος. Τά περιφανή εΰμενείας τεκμήρια, άπερ διά μέοου της Βασιλείας 'Ημών εις την κληρονομίαν Ήμών και κατά το έτος τοϋτο έχορήγησεν, επιθυμοΰμεν να γνωστοποιήσωμεν εις την Ένδοξότητά Σου, ώ Άσώδ, υιέ Ημών, και νά σοί άναγγείλωμεν ταύτα, οπως, ώς Χριστιανός καί πιστός της Ημετέρας Βασιλείας φίλος, χαίρων άνυμνής την άφατον μεγαλωσύνην τού Κυρίου ημών Ίησού Χριστού και γνώς ότι μεθ' ημών, των Χρι­στιανών, αεί ό θεός, ο ευδόκησας δπως ή Ημετέρα Βασιλεία καθυποτάξη πασαν τήν Άνατολήν των Περσών. Έμαθες πώς εκυριεύσαμεν την Νίσιβιν, πόλιν των Μουσουλμάνων, και τά ίερά λείψανα τοΰ αγίου πατριάρχου Ιακώβου  έλάβομεν και πώς ήναγκάσαμεν αυτούς ν' άποτίσωσι τον φόρον, όν Ήμϊν ώφειλον, πολ­λούς αυτών αιχμαλωτίσαντες.
Ή εκστρατεία Ημών σκοπόν είχε καΐ την τιμωρίαν της ΰπερηφανίας και τού θράσους τοΰ Έμιρ άλ Μουμενίν, ηγεμόνος των  'Αφρικανών, των καλουμένων Μαγέρ Άράπ, όστις μετά μεγάλων δυνάμεων καθ' Ημών έχώρησε και έξέθηκε μεν το πρώτον εις κίνδυνον τον στρατόν Ημών, αλλ' έπειτα τη άπροσμαχήτω δυνάμει και τη βοήθεια τού Θεού ένικήσαμεν αυτούς εις έπονείδιστον τραπέντας φυγήν, ώς και οί άλλοι Ημών εχθροί. Τότε το έσωτερικόν της χώρας αυτών καταλαβόντες έν στόματι μαχαίρας τους λάους πλείστων επαρχιών διεπεράσαμεν μετά δέ τούτο ταχέως άναζεύξαντες έν τοις χειμερινούς ημών κατελύσαντες σκηνώμασι.
Κατά δε τάς αρχάς Απριλίου,  παρασκευάσαντες  άπαν το ίππικον Ημών, έξεστρατεύσαμεν και εισήλθομεν εις την Φοινίκη καϊ τήν Παλαιστίνην, καταδιώκοντες τους εις την χώραν του Σάμ έπιρρεύσαντας θεηλάτους  'Αφρικανούς.   Έξήλθομεν της 'Αντιο­χείας μεθ' άπαντος του στρατού 'Ημών και ευθύ προχωρούντες διήλθομεν την άλλοτε άνήκουσαν Ήμΐν χώραν, ην και αύθις υπο το κράτος   'Ημών ύπετάξαμεν, μεγάλους έπιβαλόντες φόρους και πολλούς συλλαβόντες αϊχμαλώτους. Άφικομένους δ' εις την πόλιν της Έμέσης οί κάτοικοι της χώρας, οίτινες υποτελείς Ήμϊν έτυγχανον, προσελθέντες ύπεδέξαντο Ήμας μετά τιμών. Εκεί­θεν ήλθομεν εις Βαλβέκ, τήν και Ήλιούπολιν καλουμένην, πόλιν ενδοξον, μεγαλοπρεπή, αφθόνησαν τροφίμων,   εύρεΐαν και ευδαίμονα· τους κατοίκους αύτης μετ’ εχθρικών έξελθόντας διαθέσεων τα   Ημετέρα  στρατεύματα   εις  φυγήν   έτρεψαν  και  έν στόματι μαχαίρας διεπέρασαν. Μετά τινας ημέρας πολιορκήσαντε; αυτήν, πλείστους ηχμαλωτισαμεν νεανίσκους και νεάνιδας, οί δε Ημέτε­ροι  μεγάλα   ποσά   χρυσού   και αργύρου  ελαβον   και άμέτρητον υποζυγίων πλήθος.  Εκείθεν έξακολουθήσαντες τήν Ήμετέραν πορείαν διηυθύνθημεν εις τήν μεγάλην πόλιν Δαμασκόν προς έκπολιόρκησιν  αύτης·   άλλ' ο διοικητής αύτης,   συνετώτατος γέρων, άπέστειλεν εις την Ήμετέραν Βασιλείαν  πρέσβεις πλούσια κομί­ζοντας δώρα  και εντεταλμένους νά καθικετεύσωσιν  Ήμας όπως μη   εις  δουλείαν   περιστήσωμεν   μηδ'  απαγάγωμεν  αυτούς   εις αιχμαλωσίαν, ώς τους κατοίκους της Βαλβέκ, μήτε καταστρέψωμεν τήν χώραν, ώς παρ' εκείνοις   έπράξαμεν. Και έλθόντες προσήνεγκον ήμϊν εξαίσια δώρα, πλήθος βαρύτιμων ίππων και λαμπρών ήμιόνων μετά   πολυτελών φαλάρων χρυσώ και άργύρω κεκοσμημένων. Αι τών 'Αράβων συντάξεις, αίτινες συνεποσοΰντο εις 40,000 ταχεγάν , διενεμήθησαν υφ' 'Ημών εις τους στρατιώτας. Οί κά­τοικοι έπέδωκαν Ήμϊν και έγγραφον, δι' οδ ύπισχνοΰντο οτι θά μένωσιν ύπο τήν Ήμετέραν κυριαρχίαν άπο γενεάς εις γενεάν εις τους αιώνας.  Διωρίσαμεν εις τήν   διοίκησιν της Δαμασκού  έξοχον έκ Βαγδάτης άνδρα, Τούρκ καλούμενον, όστις ύπο πεντακοσίων συνο­δευόμενος ιππέων ήλθεν εις προσκύνησιν Ημών καϊ ήσπάσθη τήν Χριστιανικήν  πίστιν,   είχε δέ  και  πρότερον ήδη αναγνωρίσει το Ήμέτερον κράτος. Ύπεχρεώθησαν δε ενόρκως και νά τελώσιν Ήμΐν διηνεκή φόρον και άνεκραύγασαν: «Δόξα τη Βασιλεία Ημών» ! 'Επί δε τούτοις και νά καταπολεμώσι τους ημετέρους εχθρούς. 'Επί τοϊς δροις τούτοις συνηνέσαμεν ν' άφήσωμεν αυτούς ήσυχους. Εκείθεν διηυθύνθημεν προς την Τιβεριάδα λίμνην, ένθα Ό Κύριος Ημών Ίησούς Χριστός το μετά πέντε άρτων και δύο ιχθύων έτέλεσε θαϋμα, και σκοπόν μεν είχομεν νά πολιορκήσωμεν την πόλιν ταύτην, άλλ' οί κάτοικοι ήλθον την ύποταγήν αυτών δηλούντες και κομίζοντες, ώς οί της Δαμασκού, πολλά δώρα καί ποσόν 30,000 ταχεγάν, μη υπολογιζόμενων των άλ­λων αντικειμένων, καί έζήτησαν νά διορίσωμεν έπ' αυτών Ημέτε-ρον διοικητήν καί έδωκαν Ήμϊν έγγραφον, δι' ου ύπεχρεούντο νά μένωσι πιστοί καί νά τελώσιν Ήμϊν φόρον εις τους αιώνας. Τότε άφήκαμεν αυτούς ελευθέρους τού ζυγού της δουλείας καί άπέσχομεν του νά καταστρέψωμεν την πόλιν αυτών καί την περίχωρον, άπηλλάξαμεν δ' αυτούς της λεηλασίας, διότι αΰτη ήν πατρίς των αγίων αποστόλων. Ταύτα έπράξαμεν καί εν Ναζαρέτ, ένθα δ αρχάγγελος εύηγγελίσατο την Υπεραγίαν θεοτόκον καί 'Αειπάρθενον Μαρίαν.
Προχωρήσαντες προς το δρος Θαβώρ, άνήλθομεν ένθα μετεμορφώθη Χρίστος ό Θεός ημών. Ένώ δ’ έσταθμευομεν εκεί αφίκοντο προς Ήμας έκ Ράμλης καί έξ 'Ιερουσαλήμ άνδρες ίκετεύοντες την βασιλείαν 'Ημών καί το έλεος Ημών έξαιτούμενοι. Έζήτη­σαν δε παρ' Ημών διοικητήν, έδήλωσαν ύποτέλειαν καί εστερξαν ν'άποδεχθώσι την Ήμετέραν κυριαρχίαν, έχορηγήσαμεν δ’ αύτοΐς δτι έπεθύμουν. Πόθος Ημών ήτο ν' άπελευθερώσωμεν τον Αγιον Τάφον του Χριστού άπο του ονείδους τών Μουσουλμάνων. Έγκατεστήσαμεν στρατιωτικούς αρχηγούς εις πάντα τά θέματα τά ύποταγέντα υφ'Ήμών καί γενόμενα Ήμϊν υποτελή, εις Βηθσάν, την καί Δεκάπολιν λεγομένην,   εις  Γενησαρέτ  καί εις   Ακραν, τήν καί Πτολεμαίδα. Οί κάτοικοι ύπεχρεώθησαν εγγράφως νά τελώσιν  Ημΐν  ετησίως φόοον εις το διηνεκές και νά διατελώσιν υπό  τό  κράτος Ημών.   Έντεύθεν προήλθομεν   προς τήν Καισάρειαν, πόλιν κειμένην επί τών ακτών τού Ώκεανείου Πελάγους ήν έπορθήσαμεν  καί αν οί κατάρατοι 'Αφρικανοί,  οίτινες εγκατέστησαν έκεΐ την έδραν αυτών, δεν κατέφευγαν εις τά φρούρια της παρα­λίας, θά έχωρούμεν, τη βοηθεία τού θεού, εις τήν Άγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ καί θά προσηυχόμεθα επί τών  σεπτών εκείνων τό­πων. Τών έν τοις παραλίοις λαών τραπέντων εις φυγήν, καθυπετάξαμεν το άνω  μέρος της χώρας καί φρούραρχον έκεΐ έγκατε­στήσαμεν, προσειλκόμεθα τους κατοίκους,   τους δ'άνθισταμένους ήναγκάζομεν   νά παραδοθώσι.   ΙΙαρηκολουθήσαμεν  τήν   διά της παραλίας οδόν, ήτις άγει ευθύ εϊς Βηρυτόν, διάσημον και περιώνυμον πόλιν, προστατευομένην ύπόο έρυμνών τειχών, φέρουσαν δε νύν το όνομα Μπερούτ, έκυριεύσαμεν  δ' αυτήν μετά σφοδορότατον αγώνα. ηχμαλωτίσαμεν χιλίους αφρικανούς, έν οΐς τον στρατηγόν τού Έμίρ άλ Μουμενίν  Νουσεϊρύ καί άλλους  ανωτάτους αξιωματικούς,  διεπιστεύθημεν δε τήν πόλιν ταύτην εις άρχηγόν της  Ημετέρας εκλογής. Είτα άπεφασίσαμεν νά επελάσωμεν κατά της Σιδώνο,  άλλ' οί κάτοικοι, άμα τούτο μαθόντες, απέστειλαν προς  Ήμας τους πρεσβυτέρους αυτών, οίτινες  έλθόντες καθικέτευον τήν Βασιλείαν Ημών ζητούντες ν' άποβώσιν υποτελείς καί ταπεινότατοι  Ημών δούλοι  εις τους αιώνας.   επί δε ταΐς διαβεβαιώσεσι ταύταις συνηνέσαμεν νά είσακούσωμεν τήν παράκλησιν αυτών καί νά έκτελέσωμεν τήν έπιθυμίαν αυτών, άπητήσαμεν δέ παρ' αυτών φόρον  καί έπεβάλομεν   αύτοΐς αρχηγούς της εκλο­γής Ημών.
Την πορείαν Ημών έπαναλαβόντες έχωρήσαμεν προς τήν Βύβλον, άρχαΐον και όχυρώτατον φρούριον, δπερ εζ εφόδου έκυριεΎσαμεν ύπαγαγόντες εις δουλείαν την φρουράν αυτού. Προηλάσαμεν ούτως επί πάσας τάς έν τη παραλία πόλεις, λεηλατούντες αύτάς και εις αίχμαλωσίαν τους κατοίκους άπάγοντες. Ήναγκάσθημεν να διέλθωμεν στενωτάτας οδούς, δι' ων ουδέποτε είχε δι­έλθει το ίππικόν, όδοΰς φρικαλέας και λίαν δύσβατους. Απηντήσαμεν πολυάνθρωπους και εύδαίμονας πόλεις και φρούρια υπό έρυμνών τειχών και αραβικών φρουρών προστατευόμενα, πάντα δε ταύτα έκπολιορκήσαντες άρδην κατεστρέψαμεν και τους κατοίκους αυτών εις αίχμαλωσίαν άπηγάγομεν. Πριν ή καταφθάσωμεν προ της Τριπόλεως άπεστείλαμεν το ίππικόν των θαματοί (θεμάτων) και των Δασχαμαδζί (;) εις τήν πάροδον Καρερές , διότι εμάθομεν δτι οί θεόλεστοι 'Αφρικανοί είχον καταλάβει θέσιν έν τη στενοπορεία ταύτη. συνεστήσαμεν εις τα στρατεύματα Ημών να ένεδρεύσωσι και παρεσκευάσαμεν αύτοΐς θανατηφόρον παγίδα. Αί διαταγαί Ημών έξετελέσθησαν. Δισχίλιοι των  'Αφρικανών τούτων άποκαλυφθέντες ώρμησαν κατά των ημετέρων, οίτινες πολλούς αυτών άπέκτειναν και πλείστους ήχμαλώτισαν, οΰς προσήγαγον ενώπιον της Βασιλείας 'Ημών. Έξεδηώσαμεν πασαν την έπαρχίαν Τριπόλεως, ριζηδόν τους άμ.πελώνας, ελαιώνας και κήπους καταστρέψαντες, και πανταχού τον δλεθρον και την έρήμωσιν έσπείραμεν. Οί έκεϊ φρουρούντες 'Αφρικανοί ετόλμησαν νά προελάσωσι καθ' ημών, άλλ’ άμα έφορμήσαντας έξωλοθρεύσαμεν αυτούς μέχρις ενός. Έκυριεύσαμεν την μεγάλην πόλιν Δζουέλ ,  την και Γαβαών καλουμένην,  τάς Βαλαναίας, την Σεχούν   και την περίφημον Βουρζώ, και μέχρι Ράμλης και Καισαρείας οΰτε ξηρά έμεινεν ούτε θάλασσα μή καθυζοταγείσα ΰφ' Ημών τη δυνάμει του Ανάρχου θεού.
Αί κατακτήσεις Ημών έξετάθησαν μέχρι της μεγάλης Βαβυλώνος , και ύπηγορεύσαμεν νόμους εις τους κατοίκους και αιχμαλώτους αύτους κατεστήσαμεν. διότι επί πεντάμηνον μετά πολλών δυνάμεων την χωράν διεδράμομεν, καταστρέφοντες τάς πόλεις και έρημούντες τους αγρούς, τού Έμϊρ Άλ Μουμενίν μη τολμήσαντος νά έξέλθη εναντίον ημών, μήτε ν'άποστείλη ίππι­κον προς βοήθειαν τών στρατευμάτων αύτού. άνευ δε τού ύπερβολικού καύσωνος και τών ανύδρων εις τα περί την πόλιν ταύ-την οδών, ως ή Ένδοξότης σου γινώσκει, ή Βασιλεία  Ημών θά κατέφθανεν εις αυτήν, διότι κατεδιώξαμεν τον ηγεμόνα τοΰτον μέ­χρις Αιγύπτου και κατετροπώσαμεν αυτόν, χάρι.τι τού Υψίστου, παρ' ού το στέμμα   Ημών έχομεν.
Και νύν πασά ή Φοινίκη, ή Παλαιστίνη και ή Συρία, άπηλλαγμέναι της τυραννίας τών Μουσουλμάνων, ύπακούουσιν ε!ς τους Ρωμαίους. άλλα και το μέγα όρός του Λιβάνου ανεγνώρισε τους 'Ημετέρους νόμους, πάντες δ' οί κατοικούντες έν αυτώ Αρα­βες παμπληθείαιχμάλωτοι εις χείρας ημών έπεσαν, και δενείμαμεν αυτούς είς  ημετέρους ιππείς.  Έκυβερνήσαμεν την Άσσυρίαν  μετά πραότητος, φλανθρωπίας και επιεικείας.άπεσύραμεν δ' έκ ταύτης περί τους είκοσακισχιλίους, οΰς έγκατεστήσαμεν έν Γαβαών. Γνώθι δτι δ θεός έχορήγησε τοις Χριστιανοίς νίκας ας  ούδείς ούδέποτε ήρατο. Εΰρομεν έν Γαβαών τά άγια σανδάλια τού Χριστού, άπερ έφόρει δτε έπεφάνη έπί γης, και την Ίεράν Εΐκόνα, ήτις έν τη ακολουθία των καιρών έκεντήθη ύπο των Ιου­δαίων, και ευθέως άπέρρευσεν εξ αυτής αίμα και ΰδωρ. άλλά δεν εύρομεν έν αύτη τον τύπον της λόγχης. Εΰρομεν επίσης έν τη πόλει ταύτη και την πολύτιμον κόμην τού αγίου ενδόξου Προδρό­μου και Βαπτιστού Ιωάννου. Τά άγια δε ταύτα παραλαβόντες λείψανα άπεκομίσαμεν προς φύλαξιν έν τη Θεοφυλάκτω Ημών πόλει. Κατά δε μήνα Σεπτέμβριον ώδηγήσαμεν εις Άντιόχειαν τον τη παντοδυνάμω τού Υψίστου προστασία περισωθέντα στρατόν Ημών. Άνεκοινώσαμεν τά γεγονότα ταύτα εις τήν Ένδοξότητά Σου, όπως άναγινώσκων την άφήγησιν ταύτην θαυμάζης και δοξολογής την άμετρον του Θεού αγαθότητα και γνώς ποία και πόσα έπετελέσθησαν ανδραγαθήματα έπ' εσχάτων τών ήμερων τούτων. Το κράτος τού Τιμίου και Ζωωποιού Σταυρού πανταχοθεν και μέχρι περάτων της γης έξετάθη· πανταχού τών χωρών τούτων το  όνομα τού Θεού υμνείται και δοξάζεται, πανταχού μετά δόξης και μεγαλωσύνης το κράτος Μου δεσπόζει. Διό και το στόμα 'Ημών ού παύεται άναπέμπον αΐνον τω θεώ, τώ χορηγήσαντι Ημϊν τους λαμπρούς τούτους θριάμβους. Εύλογητός εις τους αιώνας ό Κύριος, ό Θεός τού Ισραήλ».
  Η ορμή του Βυζαντινού στρατού με τον Αυτοκράτορα επικεφαλή ήταν ακαταμάχητη. Δαμασκός, Σιδώνα, Ιερουσαλήμ, όλες έπεσαν σχεδόν αμαχητί.  Μονάχα η απόρθητη θεωρητικά Τρίπολη αντέταξε σθεναρή άμυνα αλλά και αυτή υπέκυψε αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην άλωση της.  Ολόκληρη η σημερινή Συρία, ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη αλλά και μέρος του Ιράκ ήταν πλέον στη κυριαρχία του Ιωάννη Τσιμισκή που επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής αφήνοντας τον μουσουλμανικό κόσμο σε απόγνωση για το τί θα συμβεί στην επόμενη εκστρατεία του Αυτοκράτορα!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

  Η τρίτη εκστρατεία του Ιωάννη Τσιμισκή όμως στην Ασία δεν έγινε ποτέ καθώς ο Αυτοκράτορας δολοφονήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 976μ.Χ. γεγονός που πρέπει να προξένησε μεγάλη ανακούφιση στους ηγέτες τόσο των Φατιμιδών, όσο και στους Χαλίφηδες της Βαγδάτης και τους ηγέτες των Φαρς.  Με τον θάνατο του χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελληνοκεντρική αυτοκρατορία να θέσει τα θεμέλια μιας reconquista στην Ανατολή που θα είχε άμεσο αντίκτυπο στη μετέπειτα Ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ελληνισμός, τα γράμματα και ο Χριστιανισμός θα είχαν ακόμη μία αναλαμπή στη πολύπαθη Μ.Ανατολή χωρίς να είναι βέβαιο πως οι Άραβες θα μπορούσαν να επανέλθουν ως επικρατούσα δύναμη στη περιοχή.
  Εκτός όμως από τα πιθανά εναλλακτικά σενάρια ιστορικής εξέλιξης, με τη μελέτη των εκστρατιών αυτών βγαίνουν πολύ χρήσιμα συμπεράσματα για τη σημερινή κατάσταση στη Μ.Ανατολή που αν τα είχαν μελετήσει οι ηγέτες του σημερινού κόσμου θα μπορούσαν να είχαν αποφύγει το γεωστρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν περιέλθει.  Και αναφέρομαι πρωτίστως στην έλλειψη εκείνη την εποχή σταθερής και δυναμικής διοίκησης εκ μέρους της Βαγδάτης που έδωσε την ευκαιρία τόσο στους Σιίτες Πέρσες να επικρατήσουν στη Μεσοποταμία, στους Τούρκους να προσπαθούν να ελέγξουν τις εξελίξεις στη βόρεια Μεσοποταμία, καθώς και στους σουνίτες Αιγύπτιους να ελέγξουν τη Παλαιστίνη αλλά και τη νότια Συρία.  Είναι ακριβώς το ίδιο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο σημερινός δυτικός συνασπισμός με την απώλεια ισχυρής κεντρικής εξουσίας στη Βαγδάτη μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν.
  Δυστυχώς για τους δυτικούς δεν διαθέτουν ένα χαρισματικό ηγέτη όπως τον Κυρ-Ιωάννη Τσιμισκή!


ΥΓ: Η επιστολή του Τσιμισκή είναι από το αρχείο του κ. Γιώργου Μαυράκη

Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ΘΛΙΒΕΡΗ ΣΥΓΚΡΙΣΗ

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΔΕΛΤΑ


Η μεγάλη Ελληνίδα και συγγραφέας, Πηνελόπη Δέλτα γεννήθηκε το1874 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κι ήταν το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε δυο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, τον γνωστό "Τρελαντώνη" του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννηση της Πηνελόπης ακολούθησαν άλλα τρία παιδιά, ο Κωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 χρόνων), ο Αλέξανδρος και η Αργίνη.
Στα 17 της χρόνια, η Πηνελόπη Μπενάκη κάνει την είσοδό της στην κοσμική ζωή της Αλεξάνδρειας. Πίσω από την επιφανειακά ανέμελη αυτή ζωή υπάρχει πάντα η σκέψη των γονιών της για τον γάμο. Γάμος, όμως, που θα είναι αποφασισμένος από αυτούς και που θα εξυπηρετεί την επιχειρηματική δραστηριότητα του πατέρα. Έτσι προκύπτει ο γάμος με τον Στέφανο Δέλτα.
Η οικογένεια Μπενάκη μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα, όπου η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη έμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Επέστρεψαν στην Αλεξάνδρεια το1905, όπου η Πηνελόπη γνώρισε τον Ίωνα Δραγούμη, τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένας μεγάλος έρωτας, η Πηνελόπη όμως δεν μπορεί να αντιταχθεί στις κοινωνικές επιταγές και την υποχρέωσή της απέναντι στο σύζυγο και τα παιδιά της. Η πλατωνική αυτή σχέση της Πηνελόπης Δέλτα με τον Δραγούμη τελειώνει το 1908, όταν αυτός συνδέεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη.
Η Δέλτα μετακόμισε στη Φρανκφούρτη το 1906 και το πρώτο της μυθιστόρημα, με τίτλο "Για την Πατρίδα", εκδόθηκε το1909. Το 1909 δημοσιεύει και το πρώτο της διήγημα στον «Λαό» της Πόλης, που εκδίδει ο Φωτιάδης. Από την επόμενη χρονιά θα αρχίσει ν' αλληλογραφεί με τον Gustave Schlumberger, τον κορυφαίο βυζαντινολόγο της εποχής της. Λίγο αργότερα θα προκύψει το βυζαντινό μυθιστόρημα, «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου», καθώς και ένα ημιτελές που δημοσιεύεται πολύ αργότερα, το 1983, «Το γκρέμισμα». Το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909 την εμπνέει να γράψει το "Παραμύθι χωρίς όνομα" (1911).
Το 1913, η οικογένεια Δέλτα επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια και το 1916 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Αθήνα, όπου ο πατέρας της Δέλτα, Εμμανουήλ Μπενάκης, είχε εκλεχθεί δήμαρχος. Ανέπτυξαν στενή φιλία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο και προσκαλούσαν συχνά στην εξοχική τους οικία στην Κηφισιά. Το 1918 πρωτοπηγαίνει στη Μακεδονία σε αποστολή περίθαλψης των προσφύγων.
Το 1925 η Δέλτα εκδίδει τη «Ζωή του Χριστού». Για τη συγγραφή του βιβλίου αυτού έχει μακρές συνομιλίες και αλληλογραφία με τον Χρύσανθο, Μητροπολίτη Τραπεζούντος και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Η δημοσιευμένη αλληλογραφία τους, αλλά και τα διάφορα σημειώματα που βρίσκονται στο Αρχείο της, καθώς και οι παρατηρήσεις στο δακτυλογράφο του κειμένου, πριν αυτό πάρει την τελική του μορφή, είναι χαρακτηριστικό αυτής της συνεργασίας. Η φιλία που συνδέει την Πηνελόπη Δέλτα με τον Μητροπολίτη είναι σημαντική και η ανέκδοτη ακόμη αλληλογραφία των δύο συμπληρώνει σε μεγάλο βαθμό τα όσα γνωρίζουμε για τη σχέση Δέλτα-Ίωνα Δραγούμη.
Την ίδια χρονιά εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα της πολυομυελίτιδας, αρρώστιας που θα την ταλαιπωρήσει μέχρι το θάνατό της. Το 1929, ξεκίνησε τη συγγραφή της τριλογίας "Ρωμιοπούλες", η οποία τελείωσε το 1939. Το πρώτο βιβλίο, "Το Ξύπνημα", καλύπτει γεγονότα των ετών 1895-1907, η "Λάβρα" καλύπτει τα έτη 1907-1909 και το "Σούρουπο" τα έτη 1914-1920.
Εν τω μεταξύ, εκδόθηκαν άλλα τρία μυθιστορήματά της: ο "Τρελαντώνης" (1932), όπου περιγράφει τις περιπέτειες των παιδικών χρόνων του μικρότερου αδερφού της στην Αλεξάνδρεια, ο "Μάγκας" (1935), η ζωή στην Αλεξάνδρεια με τα μάτια του μικρού σκυλιού της οικογένειας, και τα "Μυστικά του Βάλτου" (1937), όπου η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από τη λίμνη των Γιαννιτσών κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα.
Μετά τον θάνατο των γονιών της, το σπίτι των Δέλτα είναι πάντα ανοιχτό για τον Βενιζέλο, που τους επισκέπτεται συχνά και απροειδοποίητα. Η απόπειρα κατά του Βενιζέλου, στις 6 Ιουνίου 1933, γίνεται κατά την επιστροφή του από γεύμα στο σπίτι των Δέλτα. Η περιγραφή που κάνει η Δέλτα για το γεγονός αποτελεί και ένα συναρπαστικό πολιτικό κείμενο.
Το 1941, ο Φίλιππος Δραγούμης, εμπιστεύεται στη Δέλτα τα ημερολόγια και το αρχείο του αδερφού του, Ίωνα Δραγούμη, στα οποία η Δέλτα πρόσθεσε περίπου 1000 χειρόγραφες σελίδες με σχόλια για το έργο του Δραγούμη. Στις 27 Απριλίου 1941, ημέρα όπου τα γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα, η Πηνελόπη Δέλτα αυτοκτονεί παίρνοντας δηλητήριο. Στην ταφή της, στον κήπο της Κηφισιάς, ιερουργεί μόνος ο παλιός φίλος Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Στην ταφόπετρά της χαράχτηκε μόνο η λέξη «Σιωπή».


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΥΖΗΣ


 

Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για λίγους μήνες, στο διάστημα από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά έως την εισβολή των Γερμανών.
  Γιος του Γεωργίου Κορυζή, παλαίμαχου πολιτικού που διετέλεσε βουλευτής και δήμαρχος Πόρου. Η μητέρα του, Αικατερίνη, το γένος Αθανασίου Μισυρλή, κατάγονταν από την Πύλο και ήταν ανιψιά του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου. Ο Κορυζής πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στον Πόρο. Στα επτά του χρόνια έμεινε ορφανός από μητέρα, γεγονός που είχε αρνητική επίδραση στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του. Σπούδασε νομικά και σε πολύ νεαρή ηλικία διορίστηκε το 1903 στη Εθνική Τράπεζα, όπου σημείωσε ταχεία άνοδο στην ιεραρχία. Συνέβαλε, από το 1915, στην οργάνωση κλάδου αγροτικής πίστης στην Εθνική Τράπεζα, από την απόσπαση του οποίου προήλθε η Αγροτική Τράπεζα (1929) της οποίας διετέλεσε πρώτος πρόεδρος του διοικητικού της Συμβουλίου.[1] Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, ως έφεδρος αξιωματικός του πυροβολικού, και μάλιστα παρασημοφορήθηκε. Επίσης συνέβαλε στην ίδρυση του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού, του οποίου διετέλεσε πρώτος πρόεδρος (1925-28). Μετά την επικράτηση του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά (4Αυγ. 1936)) ανέλαβε υπουργός Κρατικής Υγιεινής και Αντιλήψεως και παρέμεινε στη θέση αυτή επί τρία σχεδόν χρόνια (ως τις 12 Ιουλ. 1939), οπότε διορίστηκε διοικητής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος. Με τον θάνατο του Μεταξά, τον Ιανουάριο του 1941, ο βασιλιάς τού ανέθεσε την πρωθυπουργία της Ελλάδας (29 Ιανουαρίου 1941).
Ο Αλέξανδρος Γ. Κορυζής ή Κοριζής (Πόρος, 1885 – Αθήνα, 18 Απριλίου 1941) ήταν Έλληνας νομικός, οικονομολόγος και πρωθυπουργός της χώρας για λίγους μήνες, στο διάστημα από τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά έως την εισβολή των Γερμανών.

Στις 6 Απριλίου του 1941, ο Κορυζής, πιστός στην παρακαταθήκη του προκατόχου του, απέρριψε το αίτημα των Γερμανών για απομάκρυνση των βρετανικών δυνάμεων από την Ελλάδα απορρίπτοντας το τελεσίγραφο που του επέδωσε ο Γερμανός πρεσβευτής Έρμπαχ-Σένμπεροχ και οι Γερμανοί άρχισαν αμέσως την επίθεσή τους. Μέσα σε δέκα ημέρες η Ελλάδα είχε αρχίσει να καταρρέει και η μισή χώρα βρίσκονταν ήδη στα χέρια των εισβολέων.

Στις 18 Απριλίου ο Κορυζής συμμετείχε σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου. Ακολούθησε κατ' ιδίαν συνομιλία του με τον βασιλιά Γεώργιο. Το τι ειπώθηκε ακριβώς σ' αυτή τη συνομιλία δεν είναι γνωστό, αν και εικάζεται ότι οι δύο άνδρες διαφώνησαν ως προς την ενδεχόμενη μετακίνηση της ελληνικής κυβέρνησης στην αγγλοκρατούμενη Κύπρο. Πάντως, ο Κορυζής εξήλθε συντετριμμένος από τη συνάντησή του με τον Βασιλιά με κατεύθυνση την οικία του στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας. Ο Βασιλιάς ανησυχώντας για τον Κορυζή έστειλε τον διάδοχο Παύλο στην οικία του πρωθυπουργού. Ενώ ο Παύλος μιλούσε με την σύζυγο του Κορυζή ακούστηκαν δύο πυροβολισμοί από τον πρώτο όροφο της οικίας. Ο Κορυζής είχε αυτοκτονήσει με δύο σφαίρες στην καρδιακή χώρα.
Ο Κορυζής ήταν σύζυγος της Ελισάβετ Τσιτσάρα, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά: την Αικατερίνη, την Ελένη (Λένα, «Κυρία επί των Τιμών» της βασίλισσας Φρειδερίκης), την Ειρήνη (Ρένα, σύζυγος του εφοπλιστή Στρατή Ανδρεάδη) και τον Γεώργιο (απεβ. 1999). Τα παιδιά του δώρισαν το πατρικό τους σπίτι στον Πόρο για να γίνει αρχαιολογικό μουσείο.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Παρέθεσα τις παραπάνω βιογραφίες ως παράδειγμα πατριωτισμού αλλά και αυτοθυσίας τόσο του πνευματικού όσο και του πολιτικού κόσμου κατά το κρίσιμο για την εξέλιξη του Ελληνισμού έτους 1941.
Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν πιστεύω οδηγεί σε θλιβερά συμπεράσματα στα οποία θα αφήσω να σας καθοδηγήσουν το ένστικτο και η λογική σας σκέψη.


Πηγές :
http://ellhnides.blogspot.com/
http://el.wikipedia.org/

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ "ΟΧΙ" !


Το δεύτερον «όχι»

Κατά την πρωίαν της 6ης Απριλίου επανελήφθη η σκηνή του όρθρου της 28ης Οκτωβρίου του 1940, με μικράς διαφοράς. Κατά την 5.15' π.μ. ήχησε το εντός του κοιτώνος του προέδρου της κυβερνήσεως τηλέφωνον.
Ο καλών ανήγγειλε γαλλιστί εις την λαβούσαν το ακουστικόν κυρίαν Κορυζή ότι ο πρέσβυς της Γερμανίας επιθυμεί να επισκεφθή επειγόντως τον πρωθυπουργόν και εζήτησε να ορισθή προς τούτο ώρα. Του απήντησαν ότι ο πρόεδρος θα εδέχετο τον πρέσβυν μετά ημίσειαν ώραν.
Ο Κορυζής μαντεύων τον λόγον της επισκέψεως έσπευσε να ειδοποιήση αμέσως τον βασιλέα και τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου. Ο πρίγκηψ Έρμπαχ έφθασεν εις την οικίαν Κορυζή κατά την ορισθείσαν ώραν ακριβώς και αφού εχαιρέτησε με τυπικήν ευγένειαν τον πρωθυπουργόν προέβη εις την λακωνικήν δήλωσιν: «Επιτρέψατέ μου να σας αναγγείλω ότι η κυβέρνησίς μου επέδωσε την στιγμήν αυτήν εις τον εν Βερολίνω Έλληνα πρεσβευτήν διακοίνωσιν αντίγραφον της οποίας θα σας αναγνώσω αμέσως».


Και ανέγνωσε το ακόλουθον κείμενον:

«Από της ενάρξεως του πολέμου, του επιβληθέντος εις την Γερμανίαν δια της κηρύξεως του πολέμου εκ μέρους της Αγγλίας και της Γαλλίας, η κυβέρνησις του Ράιχ εξέφρασε πάντοτε σαφώς και απεριφράστως την θέλησίν της όπως η στρατιωτική σύρραξις περιορισθή μεταξύ των εμπολέμων κρατών, και ιδίως όπως παραμείνη εκτός πολέμου η περιοχή της Βαλκανικής χερσονήσου. Μετά της αυτής σαφηνείας διεκήρυξε κατ' επανάληψιν ότι θα αντετάσσετο αμέσως με όλα τα εις την διάθεσιν αυτής ευρισκόμενα πολεμικά μέσα εις πάσαν αγγλικήν απόπειραν όπως μεταφέρη τον πόλεμον και εις άλλας χώρας.
Με την καταστροφήν των αγγλικών εκστρατευτικών δυνάμεων και την εκδίωξιν των υπολειμμάτων αυτών εκ της Νορβηγίας και της Γαλλίας, η ήπειρός μας είχεν απαλλαγή τελείως των βρεταννικών στρατευμάτων. Εκ τούτου ανέκυπτε δι' όλα τα ευρωπαϊκά κράτη το κοινόν συμφέρον όπως διατηρηθή πλήρως η επιτευχθείσα απομάκρυνσις της Αγγλίας εκ της ηπειρωτικής Ευρώπης, ως το πλέον ασφαλές εχέγγυον της ευρωπαϊκής ειρήνης, και μη αφεθή ουδείς Άγγλος στρατιώτης όπως θέση πλέον πόδα επί ευρωπαϊκού εδάφους.
Το πρόβλημα τούτο ετίθετο και δια τον ελληνικόν λαόν κατά τον αυτόν τρόπον, όπως και δια τους άλλους λαούς της ηπείρου, και ήτο προφανές ότι η ελληνική κυβέρνησις θα προσηρμόζετο κάλλιστα προς την κατάστασιν εάν ετήρει ειλικρινή και αυστηράν ουδετερότητα. Η στάσις αυτή θα ήτο απολύτως φυσική δια την Ελλάδα και θα ανταπεκρίνετο εις τα ζωτικά αυτής συμφέροντα, και τούτο μάλιστα εκ του λόγου ότι ουδείς των εμπολέμων ηδύνατο πράγματι να έχη ζωτικόν συμφέρον όπως εμπλέξη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις του μίαν χώραν η οποία ευρίσκετο μακράν του πραγματικού θεάτρου του πολέμου. Ούτως η Γερμανία και η Ιταλία ουδέποτε ηξίωσαν άλλο τι από την Ελλάδα ειμή την τήρησιν μιας γνήσιας ουδετερότητος.
Εντεύθεν λοιπόν είναι έτι μάλλον ακατανόητον ότι παρά ταύτα η ελληνική κυβέρνησις εγκατέλειψε την στάσιν ταύτην, η οποία διεγράφετο εις αυτήν σαφώς, και τοιουτοτρόπως εισήλθεν εις τον δρόμον όστις θάττον ή βράδιον ήτο φυσικόν να φέρη τον λαόν της εις φυσικούς κινδύνους. Γνωρίζομεν σήμερον ότι η Ελλάς εγκατέλειψε πράγματι την στάσιν τής ουδετερότητος από της κατά τον Σεπτέμβριον του 1939 εκρήξεως του πολέμου και έλαβε θέσιν κατ' αρχάς μυστικώς και είτα ολονέν εμφανέστερον υπέρ των εχθρών της Γερμανίας και προ παντός υπέρ της Αγγλίας. Μέχρι ποίου σημείου η ελληνική πολιτική και προ της εκρήξεως του πολέμου ήτο επηρεασμένη από τας εις τους κύκλους της ελληνικής κυβερνήσεως επικρατούσας συμπαθείας προς την Αγγλίαν, αποδεικνύει το γεγονός και μόνον ότι κατ' Απρίλιον του 1939 η Ελλάς απεδέχθη πολιτικήν εγγύησιν των Δυτικών Δυνάμεων. Κατόπιν της λίαν γνωστής πείρας της κτηθείσης εκ των αγγλικών εγγυήσεων, έδει να έχη πλήρη επίγνωσιν ότι, ενεργούσα ούτως, έθετεν αναγκαίως την χώραν της υπό την εξάρτησιν της Αγγλίας και ότι μοιραίως θα ευρίσκετο περιπεπλεγμένη εις τα ήδη υφιστάμενα τότε αγγλικά σχέδια κυκλώσεως της Γερμανίας. Η τάσις αύτη εξεδηλώθη το πρώτον εμφανώς μετά την έκρηξιν του πολέμου κατ' Οκτώβριον του 1939, όταν η ελληνική κυβέρνησις ηρνήθη και να συζητήση καν το ενδεχόμενον παρατάσεως του συμφώνου φιλίας μετά της Ιταλίας, του οποίου η ισχύς εξέπνεε κατά το έτος τούτο. Κατά την ιδίαν εποχήν περιήλθον εις την κατοχήν της κυβερνήσεως του Ράιχ στοιχεία συμφώνως προς τα οποία η δια της βρεταννικής βοηθείας εγκατασταθείσα τότε εις την αρχήν ελληνική κυβέρνησις από της εγκαθιδρύσεώς της εις την εξουσίαν είχεν αναλάβει ευρείας υποχρεώσεις έναντι της αγγλικής πολιτικής. Εάν επί του σημείου τούτου υπελείπετο και η ελαχίστη ακόμη αμφιβολία, τα επίσημα έγγραφα άτινα ευρέθησαν εις την Λα Σαριτέ της Γαλλίας και τα οποία ήδη εδόθησαν εις την δημοσιότητα αποδεικνύουν κατά τον πλέον αναμφισβήτητον τρόπον την θέσιν ην έλαβε σαφώς η Ελλάς εναντίον του Άξονος από της εκρήξεως του πολέμου. Από τα επίσημα ταύτα στοιχεία του γαλλικού γενικού επιτελείου και της γαλλικής κυβερνήσεως προκύπτει η ακόλουθος εικών περί της αληθούς πολιτικής, την οποίαν ηκολούθησε μυστικώς η ελληνική κυβέρνησις:
1. Από του Σεπτεμβρίου ήδη του 1939 το ελληνικόν γενικόν επιτελείον απέστειλεν εις Άγκυραν τον συνταγματάρχην Δόβαν ίνα έλθη εις επαφήν με τον στρατηγόν Βεϋγκάν, αρχιστράτηγον του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος εν τη Εγγύς Ανατολή.
2. Την 18ην Σεπτεμβρίου 1939 ο Έλλην πρεσβευτής εν Παρισίοις Πολίτης έδωσε την διαβεβαίωσιν ότι η Ελλάς δεν επεθύμει την ανανέωσιν της μετά της Ιταλίας συνθήκης, ήτις εξέπνεε τον Οκτώβριον, ειμή μόνον “εφ' όσον μία τοιαύτη συμφωνία δεν θα ημπόδιζε τον σχηματισμόν ενός ανατολικού μετώπου”.
3. Κατά τας αρχάς του Οκτωβρίου 1939 ο υφυπουργός των Εξωτερικών Μαυρουδής εδήλωσεν εις τον Γάλλον πρεσβευτήν εν Αθήναις ότι η Ελλάς όχι μόνον δεν θα ημπόδιζε μίαν αποβίβασιν των συμμάχων εις Θεσσαλονίκην, αλλά τουναντίον θα υπεστήριζεν ενεργώς αυτήν, υπό την προϋπόθεσιν μόνον ότι η επιτυχία των επιχειρήσεων θα ήτο εξησφαλισμένη.
4. Η επαφή η λαβούσα χώραν κατά τα τέλη Οκτωβρίου 1939 μεταξύ του εν Αθήναις Γάλλου στρατιωτικού ακολούθου και του Έλληνος αρχηγού του γενικού επιτελείου ωδήγησε την 4ην Δεκεμβρίου 1939 εις την ρητήν επιθυμίαν του ελληνικού γενικού επιτελείου, όπως γίνη έναρξις στρατιωτικών διαπραγματεύσεων, καθώς και εις την αποστολήν εις Ελλάδα του συνταγματάρχου του γαλλικού γενικού επιτελείου Μαριό.
5. Εις σημείωμα του στρατηγού Γκαμελαίν υπό χρονολογίαν 4 Ιανουαριου 1940 λέγεται ότι ο αρχηγός του ελληνικού γενικού επιτελείου κατέστησε γνωστόν ότι ήτο εις θέσιν να εγγυηθή την αποβίβασιν ενός διασυμμαχικού εκστρατευτικού σώματος εις Θεσσαλονίκην, υπό την επιφύλαξιν επαρκούς υποστηρίξεως δι’ αεροπορικών δυνάμεων και δια δυνάμεων αντιαεροπορικής αμύνης.

Η κυβέρνησις του Ράιχ, ήτις προ πολλού ετέλει εν γνώσει των στοιχείων τούτων, άτινα επεβάρυνον σοβαρώς την ελληνικήν κυβέρνησιν, ανέμενεν εν τούτοις με υπέρμετρον υπομονήν και μακροθυμίαν την περαιτέρω εξέλιξιν της ελληνικής πολιτικής. Ακόμη και όταν η Ελλάς έθεσεν εις την διάθεσιν του βρεταννικού ναυτικού βάσεις επί των νήσων της και η Ιταλία, η σύμμαχος του γερμανικού Ράιχ; εν όψει της στάσεως αυτής, ήτις δεν ήτο πλέον στάσις ουδετέρου κράτους, εξηναγκάσθη εις στρατιωτικήν δράσιν εναντίον της Ελλάδος, η Γερμανία διετήρησε την στάσιν της αναμονής. Ταύτην καθώριζεν η ειλικρινής ελπίς του γερμανικού λαού, όστις μέχρι τότε διεπνέετο αποκλειστικώς υπό αισθημάτων φιλίας δια τον ελληνικόν λαόν, ότι η Ελλάς θ' ανεμιμνήσκετο εν τέλει των αληθών συμφερόντων της και ότι ούτω η ελληνική κυβέρνησις, παρ' όλα όσα συνέβησαν, θα εύρισκε την ευκαιρίαν να επανέλθη εις την αληθή ουδετερότητα. Υπό το πνεύμα τούτο ο φον Ρίμπεντροπ, υπουργός των Εξωτερικών του Ράιχ, εις συνομιλίαν ην έσχε εν Φουσλ μετά του Έλληνος πρεσβευτού την 26ην Αυγούστου 1940 έδωσεν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν υπό σοβαρόν τύπον την συμβουλήν όπως εγκαταλείψη την μεροληπτικώς ευμενή προς την Αγγλίαν στάσιν της. Πέραν όμως τούτου δι' επανειλημμένων δημοσίων δηλώσεων αυτού του Φύρερ η ελληνική κυβέρνησις κατέστη ενήμερος ότι εν ουδεμία περιπτώσει θα ηνείχετο όπως βρεταννικαί στρατιωτικοί δυνάμεις εγκατασταθούν επί ελληνικού εδάφους. Υπενθυμίζομεν μεταξύ άλλων επί του σημείου τούτου τον λόγον τον εκφωνηθέντα υπό του Φύρερ την 30ην Ιανουαρίου 1941, εν τω οποίω αναφέρεται: “ Ίσως στηρίζουν ελπίδας επί των Βαλκανίων, αλλ' ούτε εκεί βλέπω τύχην δι' αυτούς, διότι εν πράγμα είναι βέβαιον: εκεί όπου η Αγγλία θα εμφανισθή θα της επιτεθώμεν και είμεθα αρκετά ισχυροί δια να το πράξωμεν”.
Η ελληνική κυβέρνησις περιεφρόνησε όλας αυτάς τας προειδοποιήσεις, επί πλέον δε — πρέπει ρητώς τούτο να βεβαιωθή εδώ — ουδέποτε απετάθη προς την κυβέρνησιν του Ράιχ και δια να συζητήση μόνον μετ' αυτής την δυνατότητα επανόδου της Ελλάδος εις την ουδετερότητα. Η αιτία ήτο προφανής. Η Ελλάς είχεν ήδη αφεθή να παρασυρθή πολύ μακράν εις την αγγλικήν πολιτικήν της επεκτάσεως του πολέμου και δεν ήτο πλέον κυρία των αποφάσεών της. Αύται υπηγορεύοντο μάλλον εις αυτήν τότε υπό της αγγλικής κυβερνήσεως. Τα πράγματα έφθασαν εις σημείον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις, ήτις αρχικώς, μετά την έναρξιν του κατά της Ιταλίας πολέμου, είχε περιορισθή εις την συνδρομήν βρεταννικών τεχνικών σχηματισμών αεροπορίας, υπεχρεώθη μετ' ολίγον εκ της ανάγκης των πραγμάτων να προχωρήση περαιτέρω εις την οδόν αυτήν. Ολίγον μετά την κατάληψιν της Κρήτης τα πράγματα έλαβον τοιαύτην εξέλιξιν, ώστε συγκεκροτημένοι σχηματισμοί βρεταννικών στρατευμάτων απεβιβάσθησαν εις την Ελλάδα και κατέλαβον όλα τα σπουδαία στρατηγικά σημεία. Αι δηλώσεις αι γενόμεναι από καιρού εις καιρόν υπό της ελληνικής κυβερνήσεως και δια των οποίων επεχείρει ν' αρνηθή τα γεγονότα ταύτα δεν δύνανται να κριθούν ειμή ως νέα απόδειξις της ανειλικρίνειάς της και της εξαρτήσεώς της από της Αγγλίας.
Από τίνων εβδομάδων ουδεμία πλέον δύναται να ύπαρξη αμφιβολία ότι η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήση εν Ελλάδι νέον μέτωπον κατά της Γερμανίας — του είδους της κατά τον παγκόσμιον πόλεμον εκστρατείας της εις Θεσσαλονίκην — δια να προβή εκείθεν εις μίαν τελευταίαν απόπειραν όπως φέρη τον πόλεμον εις την Ευρώπην. Από της απόψεως αυτής αι ειδήσεις, κατά τας οποίας το γενικόν επιτελείον των εν Ελλάδι δρωσών αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων αποκατέστησε σύνδεσμον μετά του εν Βελιγραδίω γενικού επιτελείου, προσλαμβάνουν ιδιαιτέραν σημασίαν. Κατά τας τελευταίας όμως ημέρας η Ελλάς κατέστη πλέον φανερόν πεδίον δράσεως των αγγλικών στρατιωτικών δυνάμεων. Επί του παρόντος οι Άγγλοι ενεργούν εκεί σοβαράς σημασίας στρατηγικάς κινήσεις και μεταφοράς στρατευμάτων, ειδήσεις δε εξ Αμερικής επιβεβαιούν ότι αγγλικός στρατός εκ 200.000 ανδρών ευρίσκεται ήδη έτοιμος προς δράσιν εν Ελλάδι.
Δια του τρόπου τούτου η Ελλάς, ήτις υπήρξε το μόνον ευρωπαϊκόν κράτος το οποίον επέτρεψεν εις τα αγγλικά στρατεύματα να θέσουν πόδα επί του ευρωπαϊκού εδάφους, ανέλαβεν έναντι της ευρωπαϊκής κοινότητος βαρείαν ευθύνην. Αναμφιβόλως ο ελληνικός λαός δεν είναι υπεύθυνος δια την εξέλιξιν ταύτην. Ως εκ τούτου όμως είναι ακόμη μεγαλυτέρα η ευθύνη η οποία βαρύνει την παρούσαν ελληνικήν κυβέρνησιν δια την ανεύθυνον αυτήν πολιτικήν της. Η ελληνική κυβέρνησις εδημιούργησε τοιουτοτρόπως μίαν κατάστασιν, έναντι της οποίας η Γερμανία δεν δύναται πλέον να παραμείνη αδρανής επί μακρόν. Δια τον λόγον αυτόν η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματά της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλόμενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.
Η κυβέρνησις του Ράιχ, καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη τον ελληνικόν λαόν ως τοιούτον. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγκασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους προορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι, εκδιώκουσα ταχέως τους παρεισάκτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν δια την ευρωπαϊκήν κοινότητα».

Η απάντησις της Ελλάδος

Εις την ανακοίνωσιν ήτο συνημμένον υπόμνημα περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν ανάλυσιν των περιεχομένων εις αυτήν αιτιάσεων περί παραβιάσεων της ελληνικής ουδετερότητος και περί του αριθμού των ευρισκομένων επί του ελληνικού εδάφους βρεταννικών δυνάμεων, αποκαλυπτόμενης της δράσεώς της εις την Ελλάδα γερμανικής κατασκοπείας.
Αλλά και η διακοίνωσις και το υπόμνημα ήσαν απλώς χαρτιά και λόγια δια να στηριχθή η δικαιολογία του πολέμου. Ο Χίτλερ επροσπαθούσε να εφεύρη στοιχεία εμφανίζοντα ανειλικρινή την ελληνικήν ουδετερότητα και δεν εδίσταζε να δικαιολογή και την επίθεσιν της Ιταλίας κατά της Ελλάδος, ενώ εγνώριζεν ότι όλα τα εις την Αλβανίαν επεισόδια και οι ισχυρισμοί των ανθρώπων της Ρώμης ωφείλοντο εις ιταλικήν σκηνοθεσίαν. Όσον αφορά την αποβίβασιν βρεταννικών στρατευμάτων εις την Ελλάδα εγνώριζεν επίσης ότι τούτο έγινεν αφού προηγουμένως αι ιδικαί του μεραρχίαι είχαν περάσει εις την Βουλγαρίαν, ήτο δε προειδοποιημένος, ως είπομεν, ότι Βρεταννοί δεν θ' απεβιβάζοντο αν δεν διέβαινεν ο γερμανικός στρατός τον Δούναβιν φανερώνων τας επιθετικάς κατά της Ελλάδος προθέσεις. Ήτο επομένως ψεύδος ότι δεν ήθελε την επέκτασιν του πολέμου εις τα Βαλκάνια και ότι δεν τον ενδιέφερεν η Ελλάς.
Εκ της αλληλογραφίας του Χίτλερ και του Μουσσολίνι εξάγεται ότι η Γερμανία προ του ελληνοϊταλικού πολέμου ακόμη απέβλεπεν εις την χρησιμοποίησιν της Κρήτης, καταλαμβανομένης υπό ισχυρών δυνάμεων αλεξιπτωτιστών, ως γερμανικής βάσεως εξορμήσεως προς νότον και προς ανατολάς. Εις δε την από 20ής Νοεμβρίου επιστολήν του προς τον Μουσσολίνι ο Χίτλερ έγραφε κατηγορηματικώς, εξάγων συμπεράσματα από τας έως τότε απέναντι των Ιταλών ελληνικάς νίκας: «Ψυχολογικαί συνέπειαι: Είναι δυσάρεστοι, καθ' όσον η ελληνική κατάστασις βαρύνει πολύ καν δυσμενώς επί διπλωματικών προπαρασκευών, αι οποίαι ευρίσκονται εν πλήρει εξελίξει». Υποδεικνύων δε τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν έγραφε καθαρά: «Πρέπει να προσπαθήσωμεν να επιτύχωμεν κάποιο είδος συνεννοήσεως με την Τουρκίαν δια να εξαλείψωμεν την τουρκικήν πίεσιν επί της Βουλγαρίας... Η Γιουγκοσλαυΐα πρέπει να πεισθή όπως παύση ενδιαφερομένη δια τας παρούσας κατευθύνσεις της και όταν τούτο θα είναι δυνατόν να ενδιαφερθή εις θετικήν συνεργασίαν μεθ' ημών προς εκκαθάρισιν της ελληνικής υποθέσεως». Γράφων δε περί των σχεδιαζομένων γερμανικών επιχειρήσεων προς εκκαθάρισιν της Μεσογείου προσέθετε:
«Τούτο θα είναι το αποφασιστικόν προοίμιον της στρατιωτικής επιχειρήσεως, ήτις αισθάνομαι ότι δεν είναι δυνατόν ν' αναληφθή προ των πρώτων ημερών του Μαρτίου και εναντίον αυτής ακόμη της Ελλάδος. Θεωρώ αναγκαίον το χρονικόν διάστημα δια τον απλούν λόγον ότι θα είναι αδύνατον να συγκεντρωθούν προ της εποχής ταύτης εν Ρουμανία τοιαύται δυνάμεις, ώστε να εξασφαλισθή εν οιαδήποτε περιπτώσει η επιτυχία. Μόνον κατ’ εκείνην την εποχήν δυνάμεθα ν' αναμένωμεν επιτυχίαν εν βραχυτάτω χρόνω». Ωμολογήθη επομένως υπό του ιδίου το Χίτλερ ότι η κατά της Ελλάδος γερμανική επιχείρησις ήτο αποφασισμένη από του Νοεμβρίου του 1940, οπότε δεν είχον αποβιβασθή Βρεταννοί εις την Ελλάδα. Η γερμανική διακοίνωσις, στηριζομένη επί ψευδών, δεν διέφερεν από το ιταλικόν τελεσίγραφον παρά μόνον εις το ότι δεν ώριζε προθεσμίαν προς απάντησιν και αποδοχήν όρων, αλλά ανήγγελλεν απλώς την εισβολήν. Απορρέουσα από την γερμανικήν ιδιοσυγκρασίαν ήτο ιταμωτέρα του ιταλικού τελεσιγράφου.
Αλλ' η στάσις της ελληνικής κυβερνήσεως απέναντι του δευτέρου εχθρού, στηριζομένη όπως η τηρηθείσα απέναντι των Ιταλών επί των υπαγορεύσεων των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής τιμής, είχεν ήδη προκαθορισθή. Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως απήντησεν εις τον Γερμανόν πρεσβευτήν ότι η Ελλάς υπεραμυνόμενη του εθνικού εδάφους θ' αντιτάξη αντίστασιν εις την προσβολήν των γερμανικών στρατευμάτων.
Ο Κορυζής επεκοινώνησεν αμέσως με τον βασιλέα, υπό την προεδρίαν του οποίου συνεκροτήθη σύσκεψις, εις την οποίαν συμμετέσχον πλην του πρωθυπουργού οι υπουργοί των πολεμικών υπουργείων και ο αρχιστράτηγος. Επηκολούθησεν υπουργικόν συμβούλιον. Ο πρωθυπουργός ανεκοίνωσε τα γεγονότα και οι υπουργοί επεδοκίμασαν την δοθείσαν εις την γερμανικήν διακοίνωσιν απάντησιν και έλαβαν γνώσιν του ακολούθου διαγγέλματος του βασιλέως Γεωργίου προς τον ελληνικόν λαόν:

«Έλληνες. Νέος εχθρός προσέβαλε σήμερον την πρωίαν την τιμήν της πατρίδος μας. Χωρίς καμμίαν προειδοποίησιν, την ιδίαν στιγμήν κατά την οποίαν επεδίδετο από την γερμανικήν κυβέρνησιν εις την ελληνικήν εν έγγραφον αναγγέλλον απλώς την ενέργειάν της, τα γερμανικά στρατεύματα εκτύπησαν τα σύνορά μας.
Ο ηρωικός μας στρατός, φρουρός ακοίμητος του ιερού μας εδάφους, το προασπίζει ήδη δια του αίματός του.
Έλληνες, ο ελληνικός λαός, ο οποίος απέδειξεν ήδη εις τον κόσμον ότι θέτει υπέρ παν άλλο την τιμήν, θα την υπερασπισθή και έναντι του νέου εχθρού μέχρις εσχάτων. Η Ελλάς, η τόσον μικρά, την οποίαν προσβάλλει σήμερον μία ακόμη αυτοκρατορία, είναι ταυτοχρόνως τόσον μεγάλη, ώστε να μη δύναται να επιτρέψη εις κανένα να την θίξη.
Ο αγών μας θα είναι σκληρός, τραχύς, αμεί¬λικτος. Δεν θα ορρωδήσωμεν προ ουδενός πόνου, δεν θα σταματήσωμεν προ ουδεμίας θυσίας. Αλλ' η νίκη μας αναμένει εις το τέρμα του δρόμου μας δια να στεφανώση μίαν ακόμη και οριστικήν φοράν την Ελλάδα. Εις το πλευρόν μας ίστανται πανίσχυροι σύμμαχοι, η Βρεταννική αυτοκρατορία με την ακατάβλητον θέλησίν της και αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής με τους ανεξάντλητους πόρους των. Εις το πεδίον της μάχης αγωνιζόμεθα αγκώνα προς αγκώνα με τους αδελφούς μας Νοτιοσλαύους, οι οποίοι χύνουν και αυτοί μαζί μας το αίμα των δια την σωτηρίαν ολοκλήρου της Βαλκανικής και της ανθρωπότητος.
Θα νικήσωμεν! Με την βοήθειαν του Θεού και την ευλογίαν της Παναγίας θα νικήσωμεν. Η ιστορία των εθνών θα γράψη ακόμη μίαν φοράν ότι η χώρα την οποίαν λαμπρύνει ο Μαραθών και η Σαλαμίς δεν υποκύπτει, δεν κάμπτεται, δεν παραδίδεται.
Όλοι μαζί, Έλληνες, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, υψώσατε το ανάστημά σας, σφίξατε τους γρόνθους σας και σταθήτε εις το πλευρόν μου, προασπισταί της Ελληνικής Πατρίδος, της χθεσινής, της σημερινής και της αυριανής, αντάξιοι των προγόνων σας, παραδείγματα εις τους επιγόνους σας, πρόμαχοι της ελευθερίας, της βγαλμένης από τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά. Εμπρός τέκνα της Ελλάδος εις τον υπέρ πάντων αγώνα».

Η κυβέρνησις απηύθυνεν επίσης το εξής διάγγελμα προς τον λαόν:

«Ο πρεσβευτής της Γερμανίας επεσκέφθη σήμερον την 5.30' πρωινήν ώραν τον κ. Πρωθυπουργόν και ανεκοίνωσεν αυτώ εκ μέρους της κυβερνήσεώς του ότι ο γερμανικός στρατός θα επιτεθή κατά της Ελλάδος. Ταυτόχρονοι εκ των συνόρων πληροφορίαι έφερον πραγματοποιουμένην την γερμανικήν απειλήν. Ούτω κατά τα εξημερώματα της 6ης Απριλίου του 1941 επανελαμβάνοντο ακριβώς παρά του ετέρου μέλους του Άξονος τα γεγονότα της νυκτός της 28ης Οκτωβρίου 1940. Απέναντι της νέας ταύτης επιβουλής κατά της τιμής, της ελευθερίας και της ακεραιότητος της χώρας μας, ο ελληνικός στρατός και ο ελληνικός λαός καλούνται και πάλιν να πράξουν με δύναμιν και ευψυχίαν και σταθερότητα το απέναντι της λατρευτής πατρίδος καθήκον των με πλήρη συναίσθησιν του δικαίου των, με την ευλογίαν του Θεού και με την βοήθειαν των γενναίων και μεγάλων συμμάχων μας».


Ο αρχιστράτηγος Παπάγος εξέδωσε ταυτοχρόνως την ακόλουθον ημερησίαν διαταγήν προς τον στρατόν:

«Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται! Δια μίαν ακόμη φοράν τα ελληνικά όπλα καλούνται να υπερασπίσουν το πάτριον έδαφος. Ένας επί πλέον εισβολεύς, ένας επί πλέον αντίπαλος, ανήκων ατυχώς εις την ομάδα των αυτοκαλουμένων πεπολιτισμένων κρατών, επιχειρεί να καταπατήση τα ιερά του έθνους.
Θα αντιστώμεν και θα νικήσωμεν, όπως ενικήσαμεν και τον άλλον πολυάριθμον εχθρόν, όπως αντεστάθημεν και εις εκείνου τας ορδάς και τας περιφρονητικάς προς την προσφιλή πατρίδα μας αξιώσεις.
Θα νικήσωμεν, διότι θα πολεμήσωμεν πάλιν υπό την σημαίαν της υπερτάτης δικαιοσύνης και διότι παρά το πλευρόν μας ίσταται συμπολεμιστής και αποφασιστικός σύμμαχος ο στρατός της πανίσχυρου Βρεταννικής αυτοκρατορίας.
Θα πολεμήσωμεν αντιτάσσοντες εις την βίαν του επιδρομέως τα όπλα μας και τα στήθη μας, διδάσκοντες και τον νέον αντίπαλον ότι η Ελλάς, από την οποίαν ήντλησε τόσα πολύτιμα διδάγματα, δεν ατιμάζεται.
Μαχηταί του ιταλικού μετώπου. Εξακολουθήσατε την ένδοξον και απαράμιλλον προσπάθειαν κρατούντες πάντοτε υπό το πέλμα σας και υπό την θέλησίν σας τον αντίπαλόν σας. Προσθέσατε νέας δάφνας εις τας σημαίας σας.
Μαχηταί του γερμανικού μετώπου. Αποδείξατε ότι είσθε ισάξιοι των συναδέλφων σας του ιταλικού μετώπου. Φιλοδοξήσατε να προσθέσετε νέας ενδόξους σελίδας εις την ιστορίαν του έθνους μας.
Αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώται. Ο Θεός της Ελλάδος είναι μαζί μας. Η Θεομήτωρ Μαρία θα μας παρακολουθήση με στοργήν εις τους νέους αγώνας μας. Η αθάνατος μοίρα του έθνους, αυτή που το συνετήρησε, που το διεφύλαξε πρόμαχον των ελευθεριών και των υψηλών εκδηλώσεων του ανθρωπίνου πνεύματος, της ηθικής και του καλού δια μέσου των αιώνων, μας παραστέκει σήμερον.
Με τους Βρεταννούς αδελφούς μας εν όπλοις και εν ψυχαίς — διότι είναι αδελφοί μας πλέον και αι δύο χώραι ακολουθούν ηνωμέναι την ιδίαν φωτεινήν λεωφόρον που οδηγεί εις τον δύσκολον θρίαμβον — θα διαφυλάξωμεν την τιμήν της πατρίδος μας.
Ατενίζοντες υψηλά, αντλούντες υπεράνθρωπον θάρρος από τας ψυχάς μας, αι οποίαι διαισθάνονται πλήρως ότι μαχόμεθα πάντοτε υπέρ βωμών και εστιών, με το όπλον ανά χείρας και υπό την σκέπην του Θεού θα προχωρήσωμεν προς την νίκην. Την τελικήν πλέον, την λαμπροτέραν, την ιερωτέραν ελληνικήν νίκην, η οποία και την φοράν αυτήν — ουδείς Έλλην αμφιβάλλει — θα είναι ιδική μας».

ΠΗΓΗ: Διονυσίου Α. Κόκκινου, της Ακαδημίας Αθηνών: «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Εκδόσεις Μέλισσα.

Από το αρχείο του κ. Γεώργιου Μαυράκη